Εναλλακτική πρόταση ως μοχλός διεκδίκησης και ενότητας: Το αφήγημα του Προέδρου Αναστασιάδη δεν τεκμηριώνεται

Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας κ. Νίκος Αναστασιάδης υπογράφει το βιβλίο συλλυπητηρίων για το θάνατο του Ρώσου Πρέσβη στην Άγκυρα Andrei Karlov, Λευκωσία 23 Δεκεμβρίου 2016. Φωτογραφία ΧΡ. ΑΒΡΑΑΜΙΔΗΣ

Του ΑΝΔΡΕΑ ΘΕΟΦΑΝΟΥΣ

Είναι γεγονός ότι το εσωτερικό μέτωπο είναι κατακερματισμένο.  Και αχρείαστα έχουμε οδηγηθεί σε μια επικίνδυνη κατάσταση όπου δρομολογείται πολυμερής διάσκεψη χωρίς να έχει υπάρξει κατάληξη σε διάφορα σημαντικά θέματα όπως το εδαφικό και η διακυβέρνηση.

Υπενθυμίζεται ότι η πάγια ελληνοκυπριακή θέση ήταν ότι μια διεθνής διάσκεψη θα επικεντρωνόταν αποκλειστικά σε θέματα ασφάλειας και εφαρμογής της λύσης που θα είχε προηγουμένως συμφωνηθεί.  Εκ των πραγμάτων θα υπάρξουν διλήμματα και εκβιασμοί σε μια τέτοια διάσκεψη.

Επιπρόσθετα, δεν είναι μόνο το περιεχόμενο μιας ενδεχόμενης συμφωνίας Αναστασιάδη-Ακιντζί το οποίο ως κατάληξη θα οδηγήσει και πάλιν στα ίδια διλήμματα όπως το 2004.  Είναι και η πεποίθηση που ορισμένες φορές αγγίζει τα όρια της εμμονής ότι μια λύση στα πλαίσια που συζητείται σήμερα θα οδηγήσει σε βελτίωση του status quo και σε θετικά οικονομικά αποτελέσματα.  Αυτό το αφήγημα δεν τεκμηριώνεται. Αντίθετα έχουν κατατεθεί επιχειρήματα (ακόμα και από μέλη των ομάδων εργασίας που διόρισε ο ίδιος ο Πρόεδρος Αναστασιάδης) τα οποία δεν μπορούν να αγνοηθούν, όπως είναι το μείζον ζήτημα της κρατικής υπόστασης της Κυπριακής Δημοκρατίας, οι οικονομικές προοπτικές αλλά και ο χρόνος που θα απαιτηθεί για την προσαρμογή ή εφαρμογή διαφόρων ζητημάτων.

Το χειρότερο από όλα είναι ότι δεν διεξάγεται ένας ουσιαστικός διάλογος.  Αντίθετα υπάρχουν αφορισμοί.  Έτσι, στα πλαίσια αυτά, κατηγορούνται ως «διχοτομιστές» οι εκφράζοντες αμφιβολίες και οι αντιτιθέμενοι στη φιλοσοφία Ανάν.  Και τούτο παρά το γεγονός ότι στην πραγματικότητα το ουσιαστικό πρόβλημα είναι οι υπερβολικές τουρκικές απαιτήσεις, οι οποίες αρκετές φορές παραπέμπουν σε όρους παράδοσης.

Αξιολογώντας τις κατηγορίες εναντίον του Αναπληρωτή Καθηγητή Άγγελου Συρίγου με αφορμή την πρόσφατη ομιλία του στο μνημόσυνο του πρώην Προέδρου Τάσσου Παπαδόπουλου αισθάνθηκα ότι επιχειρείται μια ιδεολογική τρομοκρατία.  Και όμως η ομιλία του Α. Σύριγου ήταν τεκμηριωμένη. Και δεν με εκπλήττει η θέση του ότι η απειλή για προσάρτηση των κατεχομένων δεν πρέπει να μας οδηγήσει σε αποδοχή ενός Σχεδίου που να καταργεί την Κυπριακή Δημοκρατία.  Ας μην λιθοβολούμε όσους διατυπώνουν πραγματικότητες, όσο σκληρές και να είναι.  Άλλωστε ο Α. Σύριγος αξιολόγησε τις εν λόγω σκληρές πραγματικότητες, δεν τις δημιούργησε.  Είτε κάποιος διαφωνεί συμφωνεί μαζί του είτε διαφωνεί είναι θετικό το ότι τοποθετήθηκε με παρρησία στα διλήμματα που αντιμετωπίζει η χώρα μας. Στη σημερινή συγκυρία τυχόν κατάλυση της Κυπριακής Δημοκρατίας στα πλαίσια μιας αμφίβολου περιεχομένου λύσης με την προσδοκία θετικών εξελίξεων και τον τερματισμό της κατοχής θα αποτελέσει επικίνδυνη και μη αναστρέψιμη ενέργεια.  Προσθέτω επίσης ότι το σημερινό άναρχο περιφερειακό και διεθνές περιβάλλον δεν προσφέρεται για πειραματισμούς.

Είναι πολύ σημαντικό να αποφευχθεί ο εθνικός διχασμός.  Αλλά αυτό δεν επιτυγχάνεται με αφορισμούς.  Την απαλλαγή της Κύπρου από τα δεινά της κατοχής επιθυμούν όλοι οι Ελληνοκύπριοι και πολλοί Τουρκοκύπριοι.  Όμως αυτή δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί με ψευδαισθήσεις ούτε και με πολιτικές που δοκιμάσθηκαν και απέτυχαν.  Θα πρέπει να υπάρχει σεβασμός στην αντίθετη άποψη.  Και μέσα από τον διάλογο, τις θέσεις και τις αντιθέσεις, να καταλήγουμε σε δημιουργικές συνθέσεις.

Έχει ήδη κατατεθεί πριν λίγες μέρες εναλλακτική πρόταση (βλέπε Κείμενο Πολιτικής του Ανδρέα Θεοφάνους, Σωτήρη Κάττου και Κωνσταντίνου Μαυροειδή με τίτλο «Η Διζωνική Δικοινοτική Ομοσπονδία και η Εναλλακτική Πρόταση», Δεκέμβριος 2016, 4/2016).  Δεν μπορεί πλέον να προβάλλεται η θέση ότι ενώ γίνεται κριτική δεν υπάρχουν άλλες προτάσεις. Υπάρχουν και δημιουργούν ελπίδα για το αύριο.  Και οι ιδέες που κατατίθενται μπορούν να οδηγήσουν αφ’ ενός σε μια πραγματικά διεκδικητική πολιτική και αφ’ ετέρου να διασφαλίσουν την εθνική ενότητα καθώς είναι δυνατό να στηριχθούν από ένα πλειοψηφικό ρεύμα. Ο πολιτικός κόσμος θα πρέπει επιτέλους να αφουγκρασθεί την κοινωνία και να αξιολογήσει δημιουργικά τον επιστημονικό λόγο. Χωρίς παρωπίδες. Και, ασφαλώς, χωρίς αφορισμούς.

  • Ο Ανδρέας Θεοφάνους είναι Καθηγητής Πολιτικής Οικονομίας και Πρόεδρος του Κέντρου Ευρωπαϊκών και Διεθνών Υποθέσεων του Πανεπιστημίου Λευκωσίας.

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *