«Πιστεύω εις μία λύση…»: Ο ρομαντισμός υπερτερεί του ορθολογισμού, η ετοιμότητα για ρίσκο είναι εντονότερη

Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας κ. Νίκος Αναστασιάδης παρακάθησε σε συνομιλίες για το Κυπριακό με τον κατοχικό ηγέτη κ. Mustafa Akinci, Λευκωσία 4 Ιανουαρίου 2017. Διακρίνονται επίσης η κ. Σπέχαρ, ο κ. Μαυρογιάννης και ο κ. Ναμί. Φωτογραφία ΣΤ. ΙΩΑΝΝΙΔΗΣ

Του Σεπτίμιου Σεβήρου

Το δίλημμα «ναι ή όχι» στη λύση του κυπριακού, όπως αυτή συζητείται εδώ και δεκαετίες, είναι απλώς η αφορμή για να τεθούν άλλα, βαθύτερα, πιο θεμελειώδη, πιο «υπαρξιακά» ερωτήματα που τελικά προ-καθορίζουν, ως άλλο DNA, και την βαθειά «εσωτερική» απάντηση του καθενός από εμάς απέναντι σε αυτό το, έστω και επιφανειακό, εκβιαστικό δίλημμα.

Ανεξαρτήτως του εάν θα επιτευχθεί συμφωνία τον Γενάρη, και ανεξαρτήτως του εάν θα κληθούμε να εκφράσουμε την άποψή μας για το τελικό αποτέλεσμα της διαπραγμάτευσης, αυτή η περίοδος προσφέρει μια μοναδική ευκαιρία για τον καθένα ξεχωριστά, αλλά και σε συλλογικό επίπεδο, να ψάξουμε βαθύτερα μέσα μας και να αποκρυπτογραφήσουμε τις αντιδράσεις μας για το διαφαινόμενο περίγραμμα λύσης, που μόνο μέσα από την «αποδόμηση» του μπορεί να κριθεί.

Ας μην βιαστούν κάποιοι να υποθέσουν πως είμαι έτοιμος να ομολογήσω το «ανείπωτο»• δεν θα το κάνω. Δεν είμαι οπαδός ούτε της διχοτόμησης, ούτε του βελούδινου διαζυγίου. Θα προσπαθήσω να επιχειρηματολογήσω υπέρ του αντιθέτου, ξεκινώντας όμως από άλλη αφετηρία.

Το μόνο που θα ομολογήσω είναι πως δεν έχω όλες τις απαντήσεις. Πότε δια της επαγωγικής μεθόδου, πότε δια του «μη χείρον βέλτιστον», πότε ενστικτωδώς και πότε ορθολογικά σκεπτόμενος, γίνονται ευδιάκριτα μέσα μου κάποια όρια τα οποία δεν θα μπορούσα ποτέ να ξεπεράσω στον βωμό ενός – αντί διαζυγίου – βιαστικού αρραβώνα υπό την απειλή της συντρόφου μου πως έχει και άλλες επιλογές, μία εκ των οποίων ο μπράβος της γειτονιάς…

Παρένθεση πρώτη: Η ομοσπονδία

Ας βγάλουμε εξαρχής από τη μέση την πρώτη παραπλανητική παρένθεση που δηλητηριάζει τις συζητήσεις• όταν αναφέρομαι στο δίλημμα «ναι ή όχι» στη λύση που συζητείται εδώ και δεκαετίες δεν εννοώ το «ναι ή όχι» στο μοντέλο της ομοσπονδίας που έχει συμφωνηθεί. Ολίγον ενδιαφέρει η ονοματολογία. Αυτά είναι παραμύθια για μικρά παιδιά, και σαν τέτοια σχολιάζονται. Αντίθετα, αυτό που έχω τουλάχιστον στο μυαλό μου είναι τη φιλοσοφία της λύσης, τη δομή της, τους όρους της διαπραγμάτευσης που θα μας οδηγήσει σε αυτήν, το νέο κράτος ως οργάνωση κοινωνίας και λαού εν έτη 2017.

Βέβαια, είτε είναι παραμύθια για παιδιά είτε όχι, πρέπει να είμαστε ξεκάθαροι από την αρχή: ο αυτόματος χαρακτηρισμός κάποιου ως «αντι – ομοσπονδιακού» γίνεται εκ του πονηρού, δεν εξηγείται αλλιώς. Είναι το πρώτο δείγμα γραφής της, εν Κύπρω, δεσπόζουσας πλέον «πολιτικής ορθότητας», που με έντονο άρωμα «ολοκληρωτισμού» δολοφονεί χαρακτήρες. Προς αποφυγή λοιπόν εκτροπής της προσοχής από την ουσία, προσωπικά δηλώνω, εκ των προτέρων, και το επαναλαμβάνω τρις, ως επιβάλλουν άλλωστε και οι γραφές, πως απεταξάμην τους «αντι-ομοσπονδιακούς πειρασμούς». Απεταξάμην τον Σατανά, Απεταξάμην!

Συνεταξάμην τη Ομοσπονδία. Και Πιστεύω εις έναν Θεό, και μια Ομοσπονδία, μετεξελιχθείσα – ού γεννηθείσα – αδιαίρετη, με μία κυριαρχία και μία διεθνή νομική προσωπικότητα, σαρκωθείσα εκ πνεύματος αγίου και Μαρίας της Παρθένου (χωρίς παρθενογένεση, λόγω ακριβώς του πνεύματος αγίου…). Συνεταξάμην! Και ομολογώ εν ομοσπονδιακό βάπτισμα εις άφεσιν αμαρτιών, προσδοκώ ανάστασιν νεκρών (και επιστροφή προσφύγων), και ζωή του μέλλοντος αιώνος, Αμήν!

Ποιά είναι, όμως, αλήθεια, η σχέση της λύσης που συζητείται σήμερα με εκείνα τα στοιχεία που είναι εντελώς απαραίτητα για να χαρακτηρισθεί ένα πολιτειακό σύστημα ως Ομοσπονδία. Σχηματικά, όση είναι η σχέση μιας σαλάτας με μια ντομάτα. Και εξηγούμαι: μπορεί κάποιος να είναι χορτοφάγος, να ζει με σαλάτες, να του αρέσουν, να τις απολαμβάνει, αλλά όταν ένα εστιατόριο του σερβίρει μια σαλάτα γεμάτη ντομάτες στις οποίες είναι αλλεργικός, ή απλώς δεν του αρέσουν, την επιστρέφει με ένα ευγενικό «όχι ευχαριστώ». Ή ακόμα καλύτερα, όση σχέση έχει ένας υποψήφιος αγοραστής αυτοκινήτου που ερωτάται εάν του αρέσει η οδήγηση, και δηλώνει φανατικός οδηγός θαυμάζοντας γερμανικά μοντέλα τελευταίας τεχνολογίας (και η Γερμανία Ομοσπονδία είναι), αλλά όταν προσπαθήσουν να του πουλήσουν ένα ταπεινό Lada, αυτός αρνείται λέγοντας απολογητικά ότι «κάτι άλλο είχα υπόψιν μου…».

Παρένθεση δεύτερη: οι ενοχές των διαφωνούντων

Το πρόβλημα με αυτές τις απλοϊκές αναλογίες δεν είναι αυτή καθ’ εαυτή η άρνηση του «πελάτη». Το πρόβλημα είναι το ύφος του πωλητή ή του σερβιτόρου, ο οποίος εξοργισμένος, και με παρατεταμένο δάκτυλο στα μούτρα του δύσμοιρου και αποσβολωμένου πελάτη, τον κατηγορεί ότι τον κοροίδεψε, ότι είχε ζητήσει σαλάτα, ή ότι είχε ορκιστεί στην αγάπη του για τα αυτοκίνητα… Το χειρότερο, δηλαδή, είναι οι ενοχές που δημιουργούνται σε όλους εμάς που ψελλίζουμε «όχι», «κάτι άλλο είχα υπόψη μου», και υπομένουμε ταπεινωμένοι νουθεσίες για έλλειψη καλής πίστης, στρεψοδικίας, και ό,τι άλλο μπορεί να φανταστεί η «mainstream» νομενκλατούρα της κυπριακής διανόησης.

Αυτή είναι σχηματικά η «πολιτικώς ορθή» και επικρατούσα άποψη στον δύσμοιρο τούτο τόπο και στον προσχηματικό δημόσιο διάλογο. Μια άποψη στηριγμένη στην παραποίηση λεχθέντων, δολοφονίες χαρακτήρων, στην ανακάλυψη ή κατασκευή αλλότριων κινήτρων, κατά προτίμηση ποταπών, και προπάντων, κατάταξη των διαφωνούντων με αυτό που συζητείται ως λύση, στο στρατόπεδο των οπισθοδρομικών, των συντηρητικών, των ακραίων, των μανιοκαταθλιπτικών, των δειλών, των φαντασιόπληκτων, των τσιγκούνηδων σε αισθήματα, των μικρών ανθρώπων, των «μονίμως ανησυχούντων»• αυτή η τελευταία ειρωνεία είναι και η πλέον πρόσφατη περιπαιχτική ατάκα-επιτυχία των, εξ’ αντιδιαστολής, τολμηρών, γενναίων, προοδευτικών, εκσυγχρονιστών, των ευρωπαίων, μεγάλων διανοητών, των μεγάλων ηγετών, των «forward looking», των ρομαντικών, των ευχάριστων, των έξω καρδιά, των χουβαρντάδων, των «large», ναι των «large» (φευ, με τα κατεχόμενα σπίτια των άλλων…).

Είναι δε τόση η «βεβαιότητα λόγου» – το πρώτο σημάδι ύβρεως – ορισμένων εκφραστών αυτής της σχολής σκέψης που, χωρίς να ερυθριούν, δεν διστάζουν να κατατάξουν τους έχοντες αντίθετη άποψη στην κατηγορία όσων δεν επιθυμούν λύση, στην κατηγορία όσων βολεύτηκαν με την κατοχή, στην κατηγορία του κατεστημένου της κυπριακής κοινωνίας, στους έχοντες και κατέχοντες, σε αυτούς που θα χάσουν τα προνόμια που απέκτησαν (λόγω κατοχής!). Ποιος λοιπόν να τολμήσει να αντιμιλήσει; Ποιος έχει τη ψυχραιμία να αμφισβητήσει εκείνη την υστερική, τσιριχτή, «προοδευτική» φωνή στην τηλεόραση που εκτοξεύει καθημερινά, επί δικαίων και αδίκων, τη ρετσινιά είτε της οπισθοδρομικότητας είτε της εξυπηρέτησης αλλότριων συμφερόντων;

Έχουμε φτάσει στο σημείο, ο πρόσφυγας να πρέπει να εξηγεί πως «δεν βολεύεται» με το σπίτι στον συνοικισμό – απλώς ανησυχεί ότι δεν θα επιστρέψει στο χωριό του, πληρώνοντας μάλιστα ο ίδιος την αποζημίωση που θα δικαιούται. Ο ελληνοκύπριοςοικογενειάρχης, με μοναδική του έγνοια το μέλλον των παιδιών του, να πρέπει να εξηγεί ότι δεν είχε ποτέ πολιτικές φιλοδοξίες που εξυπηρετούνται καλύτερα από την συνέχιση της κατοχής. Ο δημόσιος υπάλληλος να πρέπει να εξηγεί ότι δεν φοβάται μήπως χάσει τη «θεσούλα» του όταν εκφράζει αμφιβολίες για τη λειτουργικότητα της λύσης. Ο νεαρός φοιτητής πολιτικών επιστημών που ψάχνει να βρει στο Google ποια άλλη χώρα στον κόσμο (έστω και στην Αφρική) διαθέτει τέτοιο ευφάνταστο μηχανισμό επίλυσης αδιεξόδου που στηρίζεται στην λογική της ρουλέτας, πρέπει να εξηγεί πως δεν έχει τίποτε εναντίον των τυχερών παιγνίων, ούτε είναι ο ίδιος γκαντέμης, αλλά ότι απλώς έχει ακούσει ιστορίες φίλων του που καταστράφηκαν κυριολεκτικά εν μία νυκτί σε καζίνο… Ο καθένας από εμάς πρέπει να εξηγεί ότι δεν έχει αλλότρια κίνητρα, προσωπικά και ποταπά, όταν είναι επιφυλακτικός, αν μη τι άλλο, με την ιστορικά αποδεδειγμένη στρεψοδικία των Τούρκων. Για όλους αυτούς, εάν η επαπειλούμενη δολοφονία χαρακτήρων δεν πιάσει τόπο, τότε τον πρώτο λόγο έχει η ειρωνεία, η περιπαιχτική ατάκα, η κατάταξη στους παλαιοημερολογίτες, στις θεούσες, στους οπαδούς του Παϊσίου…

Σύμπτωμα ή μόνιμη κατάσταση δεν ξέρω, αλλά η κυπριακή κοινωνία δείχνει να έχει αποδεχθεί, ως «κυρίαρχο ρεύμα», τους ολίγιστους (για να δανειστώ τον όρο από Ελλαδίτη αρθρογράφο-ακαδημαικό με τον οποίο, πάντως, σπανίως συμφωνώ), που αρκούνται στο να εκτοξεύουν τέτοιου είδους προσβολές, και αποστρέφει το βλέμμα της από ο,τιδήποτε απαιτεί περισσότερη προσπάθεια, επιμονή και μελέτη. Τα ίδια και στον τρόπο αντιμετώπισης του κυπριακού: η προχειρότητα και οι λύσεις του ποδαριού βαφτίζονται «αποτελεσματικότητα», οι επικίνδυνες δημιουργικές ασάφειες βαφτίζονται «ευφάνταστες λύσεις στα όρια της ιδιοφυίας», η υποχωρητικότητα βαφτίζεται «ευελιξία» και «συμβιβασμός». Η επιτυχία και η αποτυχία κρίνονται μόνο στη βάση της επικοινωνιακής διαχείρισης τους. Και από την άλλη, ο εμπεριστατωμένος λόγος που αμφισβητεί το «ιερό ευαγγέλιο της όποιας λύσης τώρα», βαφτίζεται «νομικισμός», ο ορθολογισμός για τα εμπλεκόμενα συμφέροντα και τη δεδομένη χρονική συγκυρία βαφτίζεται «φοβικό σύνδρομο» και «μανιοκαταδίωξη», η διεξοδική και σε βάθος διαπραγμάτευση βαφτίζεται «καθυστέρηση» και κρίνεται, άκουσον-άκουσον, από τον αριθμό των συναντήσεων των διαπραγματευτών ανεξαρτήτως αποτελέσματος (ποιος ξεχνά την ιδιαίτερα επιτυχημένη περιπαιχτική ατάκα για τις 100 και πλέον άγονες συναντήσεις Τζιωνή-Περντέφ – παγκόσμια πρωτοτυπία που πηγάζει ίσως από την έμφυτη ροπή κάποιων στα τυχερά παίγνια τράπουλας όπου υπάρχει όριο πέραν του οποίου κάποιος καίγεται…).

Τρεις Παραδοξότητες και η αντιστροφή των ρόλων

 Η τραγική ειρωνεία είναι πως τα δύο στρατόπεδα, οι δύο σχολές σκέψεις, όπως σχηματικά εμφανίζονται στον δημόσιο διάλογο, έχουν αντίστροφους ρόλους σε όλα τα άλλα ζητήματα ΠΛΗΝ του κυπριακού. Έστω, να δεχθώ ότι δεν υπάρχει ολοκληρωτική αντιστροφή ρόλων• σίγουρα υπάρχει μια ανεξήγητη παραδοξότητα για τις απόψεις που εκφράζει η μία σχολή σκέψης, αυτή που αυτοχαρακτηρίζεται ως προοδευτική, ως ανοιχτόμυαλη, ως «ευρωπαϊκή», ως «δυτικότροπη». Χωρίς κανείς να μπορεί να είναι απόλυτος για όλους τους εκφραστές αυτής της σχολής σκέψης, είτε αυτοί είναι πολιτικοί, είτε διαμορφωτές γνώμης, η συντριπτική πλειοψηφία τουλάχιστον, δείχνει να συγκρούεται με τον ίδιο της τον εαυτό. Εξηγούμαι: υπάρχει μια σειρά σημαντικών παραμέτρων της (εδώ και δεκαετίες) υπό διαπραγμάτευση λύσης, για τις οποίες η «φυσιολογική», έστω και λόγω ιδεολογικής ή άλλης αφετηρίας, αντίδραση θα έπρεπε να ήταν η ακριβώς αντίθετη από αυτή που είναι. Δεν μιλώ μόνο για τις εξόφθαλμες αντιφάσεις, όπως για παράδειγμα την τουρκική απαίτηση για εγγυητικά δικαιώματα επί τρίτου κράτους εν έτη 2017. Για τα προφανή αυτά ζητήματα, η αντίδραση της συγκεκριμένης σχολής σκέψης, ευθυγραμμίζεται πλήρως με το «προφίλ» της (μοντέρνος λόγος – απόρριψη αναχρονισμών κλπ.), έστω και με την επιφύλαξη της τελικής αποδοχής της εξαίρεσης, ως αδήριτης ανάγκης, ως μιας τελευταίας θυσίας στο βωμό της πολυπόθητης λύσης. Υπάρχει όμως μια σειρά από άλλα ζητήματα, των οποίων η αποδοχή από αυτή τη σχολή σκέψης συγκρούεται με το ίδιο το πολιτικο-κοινωνικό-ιδεολογικό υπόβαθρο των εκφραστών της. Παραθέτω τρία τέτοια παραδείγματα, εντελώς, ενδεικτικά:

  1. Οικονομία – κόστος της λύσης: μια συγχώνευση “στο κουτουρού”

Τα ίδια πρόσωπα, τα οποία υπό κανονικές συνθήκες θα «ολοφύρονταν» δημοσίως για την αλόγιστη σπατάλη του Δημοσίου, το μεγάλο και ασύμφορο Κράτος, τα οικονομικά σκάνδαλα, την έλλειψη διαφάνειας, την απουσία εκσυγχρονισμού των θεσμών, τα προνόμια του κατεστημένου κ.ο.κ. (και που καλώς το πράττουν και ολοφύρονται), όχι μόνο τηρούν σιγήν ιχθύος για το διαφαινόμενο κόστος της λύσης, αλλά εξαπολύουν μύδρους εναντίον όσων τολμούν να εγείρουν ερωτηματικά για το ποιός, τελικά, θα πληρώσει τον λογαριασμό. Τους αρκούν, και τις αναπαράγουν, γενικές και αόριστες υποσχέσεις για την κατακόρυφη αύξηση του ΑΕΠ της πτωχής μεν, αλλά μακαρίας, νήσου σε περίπτωση λύσης. Προσωπικά δεν αμφισβητώ αυτή την προοπτική. Δεν έχω τα στοιχεία να την αμφισβητήσω. Αλλά αυτό ακριβώς είναι το πρόβλημα, ότι δεν έχω στοιχεία. Δεν απαιτώ εκ των προτέρων λεπτομερείς ισολογισμούς και λογιστικά βιβλία. Ζητώ όμως πολλά, όταν απαιτώ να μάθω τα βασικά; Πρώτον, πόσα δις χρειάζονται για τις αποζημιώσεις των προσφύγων, και που θα βρεθούν αυτά τα χρήματα; Και δεύτερον, πόσο θα κοστίζει η λειτουργία του Κράτους (4 νομοθετικά σώματα και 3 Κυβερνήσεις); Δεν απαιτώ αριθμούς επακριβώς, μου αρκεί και το κατά παρασάγγας. Δεν μπορώ όμως να δεχθώ τις υποσχέσεις για αύξηση του βιοτικού μου επιπέδου χωρίς στοιχεία. Και δεν αποδέχομαι τις ενοχές που προσπαθούν κάποιοι να δημιουργήσουν σε όσους διερωτώνται για το κόστος της λύσης.

Μια ορθολογική προσέγγιση, την οποία ακολουθεί σε όλα τα άλλα οικονομικο-κοινωνικά ζητήματα η συγκεκριμένη σχολή σκέψης, θα απαιτούσε την πλήρη ενημέρωση των πολιτών, τουλάχιστον για τα βασικά. Εάν η υπόσχεση είναι ότι θα υπάρξει οικονομική ευμάρεια με τη λύση, αυτή πρέπει να υποστηριχθεί με στοιχεία. Εάν η άλλη υπόσχεση είναι πως η καθημερινότητα των Ε/Κ δεν θα αλλάξει, αυτή δεν πρέπει να αφορά μόνο τα σχολεία των παιδιών μας ή την αστυνόμευση του συνιστώντος κρατιδίου μας. Η καθημερινότητα αφορά πρωτίστως το βιοτικό επίπεδο του κάθε Ε/Κ. Δεν μπορούν αυτά τα ζητήματα να αποτελούν ταμπού στον δημόσιο διάλογο. Εάν για τις προεδρικές ή και βουλευτικές εκλογές, το αποτέλεσμα των οποίων μας δεσμεύει για τα επόμενα 5 χρόνια, θεωρείται αυτονόητο και επιβεβλημένο για το εκλογικό σώμα να αποφασίζει στη βάση των όσων υπόσχεται ο κάθε υποψήφιος για την οικονομική κατάσταση του τόπου, δεν είναι πολλαπλάσια αυτονόητο και επιβεβλημένο, να απαιτείται πλήρης διαφάνεια και ενημέρωση για τα οικονομικά του νέου κράτους που θα δεσμεύει τις δύο τουλάχιστον επόμενες γενιές;

Δεν προσπαθώ να πείσω κανένα για τα αυτονόητα. Αλλού θέλω να καταλήξω χρησιμοποιώντας το παράδειγμα της οικονομίας. Ισχυρίζομαι πως ο τρόπος αντιμετώπισης του κόστους της λύσης στο δημόσιο διάλογο αποκαλύπτει την βαθύτερη παθογένεια της ίδιας της διαπραγμάτευσης μας με την τουρκική πλευρά, διαχρονικά.

Αποκαλύπτει μια οπισθοδρομική λογική στα όρια του «τριτοκοσμικού». Μπορεί, για παράδειγμα, να φανταστεί κανείς, μια διαπραγμάτευση μεταξύ ομάδων στελεχών δύο επιχειρήσεων που συζητούν τη συγχώνευσή τους, να εξελίσσεται χωρίς να έχουν όλα τα στοιχεία ενώπιον τους; Δεν θεωρείται δεδομένο, εν έτη 2017, ότι θα υπάρξει αντιπαραβολή των οικονομικών δεδομένων, των ισολογισμών, των προϋπολογισμών έκαστης εξ’ αυτών, καθώς και συγκεκριμένες προβλέψεις, με στοιχεία, για το υπολογιζόμενο κέρδος που θα προκύψει από τη συγχώνευση;

Σε αυτό το κεφάλαιο, δεν αναλύεται η απειροελάχιστη πιθανότητα να αποδεχθεί η έχουσα το 80% των νέων μετοχών εταιρία, την ίση εκπροσώπηση της με την έχουσα το υπόλοιπο 20%. Ούτε το κατά πόσον η πρώτη θα μπορούσε να αποδεχθεί την δια κλήρου απόφαση για το εάν συμφέρει στην νέα εταιρία να «ξανοιχθεί» σε νέες αγορές. Αναφέρομαι εδώ στη λογική της προετοιμασίας μιας συγχώνευσης εταιριών, στην αποκάλυψη των στοιχείων εκατέρωθεν, στη νομική διασφάλιση πως δεν υπάρχουν κρυμμένα δάνεια της μιας ή της άλλης, και τέλος, στο πιο βασικό: αναφέρομαι στην ανάγκη ύπαρξης ενός υποτυπώδους προϋπολογισμού, με τα αναμενόμενα έσοδα και έξοδα, με τον αριθμό του προσωπικού, τους μισθούς τους, τα αποθεματικά, τα δάνεια και τα μελλοντικά κέρδη. Μπορεί κανείς να φαντασθεί κάτι λιγότερο; Γιατί τα αυτονόητα του ιδιωτικού τομέα, στον 21ο αιώνα, θεωρούνται ψιλά γράμματα για το Κυπριακό; Ποια υπέρτερη δύναμη μαγνητίζει και απονευρώνει τη σκέψη μας και δεν λειτουργούμε ορθολογι(στι)κά; Τι μας κρατά πίσω; Τι μας δένει με τη λογική του συνοικιακού μπακάλικου, αντί της σύγχρονης διαπραγμάτευσης με οικονομικά μοντέλα και αλγορίθμους;

Ο πόθος της επιστροφής στα σπίτια μας, θα μου πείτε. Μα δεν είπαμε πως πολύ λίγοι επιθυμούν να επιστρέψουν πραγματικά; Ότι οι περισσότεροι θα επιδιώξουν αποζημίωση…;

  1. Μηχανισμός επίλυσης αδιεξόδων: οι μουσικές καρέκλες      

Δεν χρειάζεται κανείς να επιχειρηματολογήσει εναντίον της ευφάνταστης αυτής λύσης για τις περιπτώσεις που προκύπτει αδιέξοδο σε πολιτικές αποφάσεις της εκτελεστικής εξουσίας. Αρκεί μόνο η περιγραφή του: σε περίπτωση που υπάρχει ισοψηφία στην Επιτροπή που θα είναι επιφορτισμένη με την επίλυση αδιεξόδων, η οποία θα αποτελείται από ισάριθμα μέλη (Ε/Κ – Τ/Κ), τότε θα γίνεται κλήρωση για την αποχώρηση ενός εκ των μελών της Επιτροπής από την αίθουσα, προκειμένου να δημιουργηθεί πλειοψηφία. Εάν ο «γκαντέμης» είναι κάποιος Ε/Κ, τότε η απόφαση θα λαμβάνεται στη βάση της πλειοψηφίας των Τ/Κ, και ασφαλώς το αντίθετο (για να μην το γρουσουζεύουμε από τώρα!). Πρόκειται ουσιαστικά για μια εξεζητημένη, «πολιτικά μεταλλαγμένη», μορφή του γνωστού παιδικού παιγνιδιού «μουσικές καρέκλες», το οποίο έχει διανθιστεί με κληρωτίδα τύπου τόμπολας, πολύ απλά διότι λόγω ενδεχόμενης προχωρημένης ηλικίας κάποιων εκ των μελών της Επιτροπής θα ήταν άκομψο να τους ζητηθεί να περιφέρονται γύρω από τις καρέκλες τους μέχρι να σταματήσει η μουσική. Δεν χρειάζονται ούτε πολλά λόγια, ούτε καν άλλες ειρωνείες για την αποδόμηση αυτής της ευφάνταστης ιδέας.

Αυτό που πραγματικά ενδιαφέρει είναι η υποδοχή της στον δημόσιο διάλογο από την συγκεκριμένη σχολή σκέψης. Εφορμούμενη και συνεπαρμένη από ένα αβάσιμο, κατά την άποψή μου, παραλληλισμό με την αρχαία Ελλάδα, γίναμε μάρτυρες μιας άνευ προηγουμένου προσπάθειας εξωραϊσμού της από ανθρώπους που κατά τα άλλα διακρίνονται για τις «ψαγμένες», ορθολογικές, απόψεις τους. Καμία αμφισβήτηση δεν εκφράσθηκε, ούτε επί της ουσίας, ούτε για το επιχείρημα της δήθεν Αριστοτέλειας προέλευσης της. Πώς είναι δυνατόν η εκλογή πολιτειακών αρχόντων δια κλήρου στην αρχαία Ελλάδα (με το σκεπτικό ότι όλοι οι πολίτες είναι ίσοι) να «συγκρίνεται» και να χρησιμοποιείται ως βάση αποδοχής της κλήρωσης για λήψη αποφάσεων της εκτελεστικής εξουσίας; Κανείς από τους κύριους εκφραστές αυτής της σχολής σκέψης, μεταξύ των οποίων και φιλόλογοι, δεν αντέτεινε το αυτονόητο: Η ορθή αναλογία θα ήταν η εκ μέρους μας αποδοχή της κλήρωσης για την εκλογή του Προέδρου, Αντιπροέδρου, και απόρριψη (επιτέλους) της εκ περιτροπής Προεδρίας, που τόσο προβληματίζει τους Ε/Κ. Με κλήρωση, λοιπόν, ο Πρόεδρος, με κλήρωση και οι βουλευτές, εάν κάποιος θέλει την γνήσια μεταφορά του πολιτειακού συστήματος της αρχαίας Ελλάδας στην Κύπρο, αλλά όλο το πακέτο, δηλαδή και με καθολική ψηφοφορία όλων των πολιτών για όλα τα ζητήματα για τα οποία θα πρέπει να ληφθούν αποφάσεις.

Ποια λοιπόν υπέρτερη δύναμη εγκλωβίζει τη συγκεκριμένη σχολή σκέψης σε μια «άνευ όρων» αποδοχή έωλων επιχειρημάτων και πρωτοφανών λύσεων; Ποιά δύναμη κρατά ανθρώπους που παρακολουθούν τις παγκόσμιες εξελίξεις και σχολιάζουν τις πολιτειακές αλλαγές στον προηγμένο κόσμο, των οπαδών της «δυτικότροπης» οργάνωσης κοινωνίας και λαού, των επιτιμητών των δημοκρατικών ελλειμμάτων στη Ρωσσία, στην Τουρκία (έστω και με μειωμένη ένταση), ή ακόμα και στην Αμερική (λόγω του συστήματος των εκλεκτόρων!, τρομάρα τους), από του να αποδέχονται σαν «αμάσητες τροφές», τις ιστορίες για αγρίους περί Αριστοτέλειας εμπνεύσεως τέτοιων τριτοκοσμικών λύσεων; Γιατί στην Κύπρο του 21ου αιώνα το επιχείρημα «δεν συμβαίνει πουθενά αλλού στον κόσμο» δεν μετρά; Γιατί οι νέες γενιές, οι κατά κανόνα πλέον μορφωμένοι στην Ευρώπη, αποδέχονται παγκόσμιες πρωτοτυπίες, που ούτε στη Ζιμπάμπουε δεν απαντώνται; Ποιά λογική μας κρατά καθηλωμένους στο 1960, στο δοτό Σύνταγμα, στις εξαρτήσεις από τρίτους, στη στασιμότητα και στην οπισθοδρομικότητα?

Η απουσία εναλλακτικής θα απαντήσουν οι εκφραστές τέτοιου τύπου λύσεων. Το τραγικό είναι πως έτσι ακριβώς απαντούν οι θαμώνες των καζίνο, οι εθισμένοι στο εύκολο και γρήγορο κέρδος… Μέχρι η μπίλια να κάτσει για 7η συνεχή φορά στο μαύρο, ενώ αυτοί επέμεναν να ποντάρουν στο κόκκινο, έχοντας δει πλέον τα μετρητά, το αυτοκίνητο, το σπίτι τους να αλλάζει χέρια. Μέχρι να δούμε και μείς τις εταιρίες που θα αποκτήσουν δικαιώματα στην ΑΟΖ μας να είναι η εταιρία του γαμπρού του Ερντογάν, αντί η αμερικανική ExxonMobil, διότι δυστυχώς ποντάραμε στο κόκκινο…

  1. Αποστρατικοποίηση – ασφάλεια «δια χειρός αγίου»:

Το τρίτο παράδειγμα που αναδεικνύει την βαθιά αντίφαση της συγκεκριμένης σχολής σκέψης με τον ίδιο της τον εαυτό, είναι η αποδοχή, ή καλύτερα η μη αμφισβήτηση της παγιωμένης, διαχρονικά, θέσης περί αποστρατικοποίησης της Κύπρου σε περίπτωση λύσης του Κυπριακού. Χωρίς να μπαίνουμε στη συζήτηση για την παραμονή ή μη ξένων στρατευμάτων (για μια σύντομη μεταβατική περίοδο ή μόνιμα), αντικείμενο σχολιασμού εδώ είναι η έλλειψη ενόπλων δυνάμεων στο υπό δημιουργία ομόσπονδο κράτος.

Είτε πρόκειται για κατάλοιπο της “αδέσμευτης μας εξωτερικής πολιτικής” σε περασμένες “ένδοξες” δεκαετίες, είτε για μια ακόμα απέλπιδα προσπάθεια της ε/κ πλευράς να καθησυχάσει την τ/κ κοινότητα (ότι οι ε/κ φαντάροι δεν θα ζωστούν τα άρματα και να αρχίσουν μια καλή πρωία να «θερίζουν» τ/κ), η αποστρατικοποίηση συμβολίζει, με τον πιο γλαφυρό τρόπο, την προσκόλληση μας σε λύσεις περασμένων δεκαετιών. Δεν χρειάζεται κανείς να επιχειρηματολογήσει σοβαρά για την αναγκαιότητα ύπαρξης ενόπλων δυνάμεων σε ένα κράτος εν έτει 2017. Δεν μιλάμε μόνο για ανάγκη προστασίας έναντι τυχόν νέας τουρκικής επέμβασης, όσο απίθανο κι αν αυτό φαντάζει σήμερα (sic), αλλά για χίλιους άλλους λόγους (τρομοκρατία, συμμετοχή στις επιχειρήσεις της ΕΕ κλπ.). Αντ’ αυτού, ουδείς αμφισβητεί σοβαρά την αποδοχή εκ μέρους μας (εδώ και δεκαετίες επαναλαμβάνω για να μην θεωρηθεί μομφή για την τρέχουσα διαπραγμάτευση) της θέσης περί αποστρατικοποίησης της Κυπριακής Δημοκρατίας (όχι της νήσου Κύπρου, διότι αυτή θα παραμείνει αρκετά στρατιωτικοποιημένη ελέω των κυρίαρχων (ναι της μόνης οντότητας στο νησί που θα απολαμβάνει πλήρη κυριαρχία!) Βρετανικών Βάσεων.

Στο ερώτημα για το αν υπάρχει προηγούμενο πλήρους αποστρατικοποιημένου κράτους ανά τον κόσμο, ομολογώ πως το έχω ψάξει και δυστυχώς υπάρχει (δεν θα έχουμε την πατέντα όπως με την κλήρωση): είναι το Ναούρου, το Τουβαλού, το Κιριμπάτι, το Βανουάτου, και άλλα κράτη παρομοίου βεληνεκούς. Τύχη αγαθή, ο Θεός δεν τα τοποθέτησε στον χάρτη δίπλα από την Τουρκία, τη Συρία, το Ιράκ… Ας μην είμαι υπερβολικός όμως• από τα συνολικά 23 κράτη παγκοσμίως που δεν διαθέτουν ένοπλες δυνάμεις, υπάρχουν και άλλα που είναι πλησιέστερα σε εμάς και την Ευρωπαϊκή Ένωση, όπως το Μονακό (την ευθύνη της άμυνας του οποίου έχει αναλάβει βέβαια η Γαλλία) και το Βατικανό (του οποίου την ευθύνη έχει αναλάβει ο ίδιος ο Θεός…).

Ισχυρίζομαι, λοιπόν, πως η μη αμφισβήτηση της πάγιας αυτής θέσης της πλευράς μας, ιδιαίτερα από τη σχολής σκέψης που αποδέχεται τέτοιου τύπου λύσεις, συγκρούεται με την, κατά τα άλλα, και υπό κανονικές συνθήκες, κοσμοθεωρία τους. Είτε πρόκειται για “φιλοδυτικούς”, με έντονα αντι-ρωσικά αισθήματα, οι οποίοι θα επιθυμούσαν την ένταξη της επανενωμένης Κύπρου στην βορειοατλαντική Συμμαχία, είτε για γνήσιους φιλειρηνιστές με αλλεργία μεν στα οπλικά συστήματα, αλλά με “μοντέρνα”, “ευρωπαϊκή” θεώρηση των πραγμάτων και επιθυμία για συμμετοχή σε όλους τους πυλώνες της ΕΕ, ουδείς αμφισβητεί την θέση περί αποστρατικοποίησης. Όσοι μάλιστα τόλμησαν κατά καιρούς να εκφράσουν δημόσια μια άλλη άποψη, κατετάχθησαν αυθωρεί και παραχρήμα στους “αρνητές” της λύσης• ως συνήθως δηλαδή…

Ποιόν θα ενοχλούσε πραγματικά ένα μεικτό σώμα στρατού στην Κύπρο; Ένα σώμα στρατού, με συμφωνημένη αναλογία 70-30, ή ακόμα και 60-40, θα συνιστούσε απειλή για τους Τ/Κ; Όχι βέβαια. Άλλωστε, ποιά άλλη κρατική δομή δημιουργεί μεγαλύτερη ενότητα στόχων και συμφερόντων (εθνική ασφάλεια) από τις ένοπλες δυνάμεις; Επομένως, ποιόν εξυπηρετεί πραγματικά η έλλειψη εθνικού (ομοσπονδιακού) στρατού; Ασφαλώς την Τουρκία (και ίσως τη Βρετανία).

Τότε γιατί η αποστρατικοποίηση αντιμετωπίζεται ως θέσφατο? Τι εμποδίζει τους θιασώτες της «δυτικόστροφης» εξωτερικής και αμυντικής πολιτικής από του να προωθήσουν φόρμουλες που ευθυγραμμίζονται με το ιδεολογικό τους υπόβαθρο; Τί μας κρατά πίσω στον χρόνο (στην εποχή των Αδεσμεύτων) και μακριά από τη θέση μας στον χάρτη (κάπου στον ειρηνικό, δίπλα στο Να

Παραμυθίες και τα αληθινά διλήμματα:

Τα πιο πάνω τρία παραδείγματα είναι εντελώς ενδεικτικά. Δυστυχώς, υπάρχει πληθώρα πτυχών της λύσης που συζητείται εδώ και δεκαετίες οι οποίες όζουν “παλαιότητας”, “σαβούρας”, “αναχρονισμού”. Υπάρχει, βέβαια, και πληθώρα δικαιολογιών για την αποδοχή τους. Για κάθε μια ξεχωριστά, υπάρχουν συγκεκριμένοι λόγοι για τους οποίους το «παράλογο», η «παγκόσμια πρωτοτυπία», το «άδικο» συσσωρεύτηκαν σε ένα ποτήρι, που ούτε μισοάδειο είναι, ούτε μισογεμάτο• είναι απλά πικρό. Τόσο πικρό, που κάποιοι πολύ απλά, σε στιγμές αδυναμίας, τολμούν να ψελλίσουν το «απελθέτω απ’ εμού», διακινδυνεύοντας ασφαλώς να καταταχθούν από τους γνωστούς επιτήδειους της επικοινωνίας στους μη επιθυμούντες τη σωτηρία της ψυχής των…

Χρόνο με το χρόνο, δεκαετία με δεκαετία, μια έρπουσα “παθητικότητα” έχει συσσωρεύσει ένα “διαπραγματευτικό κεκτημένο” (όπως πολλοί αρέσκονται να το αποκαλούν υπονοώντας τις δυσκολίες ανατροπής του) που, επιεικώς κρινόμενο, δεν έχει καμία σχέση με το σήμερα, με την Κύπρο του 2017, με τις ανάγκες της νέας γενιάς. Πότε υπό το φόβο της επίρριψης ευθυνών από τη διεθνή κοινότητα, πότε διότι κάποιοι ειλικρινώς πίστευαν πως οι επί μέρους παράλογες διευθετήσεις είναι δευτερευούσης σημασίας σε σχέση με τον μεγάλο στόχο της λύσης του Κυπριακού, αυτό το αναχρονιστικό «διαπραγματευτικό κεκτημένο» έχει μετατραπεί από ορισμένους σε ιερό «σύμβολο της πίστεως».

Δεν μέμφομαι κανένα που υποστηρίζει το υπό συζήτηση «μόρφωμα», και σίγουρα δεν αποδίδω σε κανένα αλλότρια κίνητρα. Σε αντίθεση με αυτούς, αναλώνω πολύ χρόνο προσπαθώντας να καταλάβω τους λόγους για τους οποίους ισχύουν οι παραδοξότητες που προσπάθησα να περιγράψω πιο πάνω. Είναι πολύ εύκολο να αντιστρέψει, και να επιστρέψει, κανείς τις κατηγορίες περί αλλότριων κινήτρων, κατασκευάζοντας θεωρίες περί σκοτεινών συμφερόντων ενός εκάστου σε περίπτωση λύσης, είτε αυτός είναι πολιτικός, είτε επιχειρηματίας. Άλλωστε, η σχολή σκέψης της αποδοχής της όποιας λύσης αρέσκεται στο να αυτό-προβάλλεται ως διωκόμενη, κατατρεγμένη και καταδικασμένη σε ανυποληψία λόγω μειωμένων εθνικών αντιστάσεων, έλλειψη πατριωτισμού. Ποτέ δεν συμμερίστηκα τέτοιες απόψεις. Αντίθετα, έχω σχεδόν καταλήξει πως υπάρχει ένας κοινός παρονομαστής όλων των διαμορφωτών της κοινής γνώμης που προασπίζεται με σθένος την αποδοχή της όποιας λύσης έστω και αυτού του τύπου. Είναι ο γνήσιος πατριωτισμός, στα όρια του ρομαντισμού, που οραματίζεται την ημέρα της λύσης ως μέρα συνεύρεσης με τους Τ/Κ σε ένα ατέλειωτο πανηγύρι χαράς και ελπίδας για το αύριο. Κτίζοντας εικόνες στο «μυαλό και την καρδιά», στις οποίες πρωταγωνιστούν χιλιάδες Ε/Κ και Τ/Κ που θα συναντηθούν στην πράσινη γραμμή, θα τρέχουν ο ένας στην αγκαλιά του άλλου (κατά προτίμηση σε αργή κίνηση όπως στις ταινίες του 60’), θα τραγουδούν μαζί και θα χορεύουν παραδοσιακά τραγούδια του τόπου μας• εικόνες τόσο δυνατές, που θα υπερκεράσουν τα πεζά προβληματάκια της καθημερινότητας της λύσης, τις πολιτικές έριδες, τις διελκυστίνδες ενώπιον της Επιτροπής αποζημιώσεων για εκείνο το «μικρό σπίτι στο λειβάδι», την αναστολή απόσυρσης στρατευμάτων λόγω επεισοδίων σε ποδοσφαιρικό αγώνα μεταξύ ανεγκέφαλων εκατέρωθεν… . Αυτός, όμως, ο γνήσιος πατριωτισμός, στα όρια του ρομαντισμού, που καταλήγει σε παιδική αφέλεια, δεν είναι λιγότερο επικίνδυνος από τον «άλλο πατριωτισμό», της εθνικοφροσύνης, που μας οδήγησε εδώ που είμαστε σήμερα.

Η συγκεκριμένη σχολή σκέψης έχει δημιουργήσει μια εικονική πραγματικότητα, η οποία όμως συνιστά το μοναδικό «πολιτικώς ορθό» αφήγημα, η αμφισβήτηση του οποίου κατατάσσει, αυτόματα, αυτόν που θα το τολμήσει στο περιθώριο, στον λαϊκισμό, στην ξενοφοβία, και πάει λέγοντας… . Αυτή είναι όμως και η μεγαλύτερη επιτυχία της «mainstream» νομενκλατούρας της, εν Κύπρω, προοδευτικής, ρομαντικής, διανόησης: Η επιβολή στους διαφωνούντες του αυτοπεριορισμού, της αυτολογοκρισίας, του φόβου να μην εκτεθούν ως ακραίοι, ως σκληροπυρηνικοί, ως απορριπτικοί, έστω κι αν επιχειρηματολογούν για τα αυτονόητα, τα βασικά, τα απολύτως απαραίτητα στον 21ο αιώνα.

Γύρω από το συγκεκριμένο, πολιτικώς ορθόν, αφήγημα, έχουν επίσης γραφτεί και άλλες, επί μέρους, «παρεμφερείς παραμυθίες», οι οποίες αν και δεν αντέχουν στη βάσανο του ορθολογισμού, εξακολουθούν να συνιστούν «αδιαμφισβήτητες» αλήθειες στο δημόσιο διάλογο, όπως το ότι αυτή είναι η τελευταία ευκαιρία της γενιάς του 60’ να βρει λύση. Μήπως όμως αυτό είναι το πρόβλημα; Μήπως μια λύση μακράς πνοής πρέπει να εξευρεθεί από τους σημερινούς 30άρηδες και 40ραντάρηδες που, στο κάτω-κάτω της γραφής, θα κληθούν να την ζήσουν και να τη «δουλέψουν»; Μήπως η λογική του δοτού Συντάγματος του 60’, η λογική της «εποχής των αδεσμεύτων και της αποστρατικοποίησης», του «συνοικιακού μπακάλικου», η λογική της εποχής των veto και της «κλήρωσης» είναι πιο «έντονη» στους πολιτικούς που έζησαν εκείνες τις συνθήκες; Μήπως η γενιά του 60’, η γενιά της ήττας, είναι πιο δεκτική σε φόρμουλες παγκόσμιας πρωτοτυπίας, όπως ήταν άλλωστε και η Ζυρίχη; Και εάν αυτός ο μύθος είχε μια δόση αλήθειας (ότι δηλαδή εκείνη η γενιά έζησε την συμβίωση μεταξύ των δύο κοινοτήτων), γιατί αυτό δεν λειτούργησε εποικοδομητικά στους εκάστοτε Τ/Κ ηγέτες, αναγκάζοντας τους να δείξουν διαλλακτικότητα; Μήπως τελικά είναι οι νέες γενιές που πρέπει να αποφασίσουν μακριά από ρομαντικούς συναισθηματισμούς, στη βάση ενός συγκεκριμένου, «ορθολογικού οράματος» για το κράτος στο οποίο θα ζήσουν τα παιδιά τους;

Η νέα γενιά έχει τις δικές της ευθύνες. Όχι τόσες, όσες τις αποδίδουν οι διαμορφωτές της κοινής γνώμης, περί αδιαφορίας, κυνισμού, συμφιλίωσης με την κατοχή. Ισχυρίζομαι, μάλιστα,πως εάν η νέα γενιά ενδιαφερόταν περισσότερο για το είδος της λύσης που συζητείται εδώ και δεκαετίες, η ισορροπία δυνάμεων θα είχε ανατραπεί. Το «πολιτικώς ορθόν αφήγημα» δεν θα είχε επικρατήσει. Θα υπήρχε σοβαρή αμφισβήτηση, ενδεχομένως και ανατροπή. Θα είχε σχηματισθεί ένα ρεύμα υπέρ του δικαιώματος στην «κανονικότητα»! Του δικαιώματος δηλαδή να ζει κανείς σε ένα κανονικό, ευνομούμενο κράτος δικαίου, ενός σύγχρονου κράτους, με όλα τα χαρακτηριστικά κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης, με τα προβλήματα και τις ευκαιρίες που συνήθως έχουν τα ευρωπαϊκά κράτη. Εξωστρεφές, ένα κράτος που συμπάσχει με τις ευρωπαϊκές κρίσεις, και συμμετέχει στις ευρωπαϊκές επιτυχίες. Ένα κανονικό κράτος με το βλέμμα στραμμένο στην Ευρώπη, στη Δύση, όχι στον γειτονικό τουρκομαχαλά…

Η υπάρχουσα Κυπριακή Δημοκρατία, κρινόμενη με όρους ευρωπαϊκούς, είναι ακόμα πολύ πίσωŸ σε θεσμούς, σε πολιτική εξέλιξη, σε κοινωνική και πνευματική πρόοδο. Δεκατρία χρόνια μετά την ένταξή της στην ΕΕ, μόλις έχουν ξεπροβάλει δειλά-δειλά, ψήγματα εκσυγχρονισμού του κράτους. Ακόμα και η οικονομική κρίση βοήθησε στην ωρίμανση της κοινωνίας. Κανείς ασφαλώς δεν αναμένει από την Κύπρο να ακολουθεί πιστά τον γοργό βηματισμό της ηπειρωτικής Ευρώπης. Παρόλα αυτά, λόγω της ένταξης στην ΕΕ, είναι υποχρεωμένη να προσπαθεί.

Η λύση του κυπριακού, με όρους άλλων δεκαετιών, δεν πρέπει να μας βάλει ξανά στη λογική της εσωστρέφειας και της ομφαλοσκόπησης. Η Ε/Κ κοινότητα, 42 χρόνια μετά την εισβολή, δεν πρέπει να «φορτωθεί» στους ώμους της, μια κοινότητα που έστω κι αν δεν φταίει εξ’ ολοκλήρου η ίδια, έχει, εκ των πραγμάτων, μείνει πίσω. Ας είμαστε επίσης ειλικρινείς: η Τ/Κ κοινότητα δεν αποτελείται μόνο από τους λίγους, τους εύπορους, τους κατά κανόνα προοδευτικούς Τουρκοκύπριους που ψωνίζουν στις ακριβές μπουτίκ της ελεύθερης Λευκωσίας, που κάνουν ανταύγειες στα «in» κομμωτήρια» της Κύπρου, οδηγώντας κατά κανόνα «4Χ4», και που στον ελεύθερό τους χρόνο συμμετέχουν σε δικοινοτικές ΜΚΟ υπέρ της ειρήνης, χωρίς πάντως ποτέ κάποιος/α εξ’ αυτών να δηλώσει δημοσίως ότι δεν χρειάζεται τις εγγυήσεις και τα στρατεύματα της Τουρκίας για να νοιώσει ασφαλής όταν σουλατσάρει στη Στασικράτους, ή όταν μια ε/κ κομμώτρια κρατά το ψαλίδι πάνω από το κεφάλι της…

Δυστυχώς, η συντριπτική πλειοψηφία των Τ/Κ και των εποίκων δεν έχει αυτό το προφίλ, ούτε αντιλαμβάνεται την ανάγκη προσαρμογής της με το «ευρωπαϊκό κεκτημένο», το οποίο πάντως δεν εξαντλείται στους κανόνες για τα φυτοφάρμακα και τις γεωργικές επιδοτήσεις… Είναι κάτι πολύ περισσότερο, πολύ βαθύτερο, ακόμα και από τις περιβόητες αρχές επί των οποίων εδράζεται η Ευρωπαϊκή Ένωση• είναι τρόπος εξεύρεσης συμβιβασμών, είναι διαφάνεια, είναι ένα σώμα κανόνων που η μη τήρησή τους επιφέρει κυρώσεις, και που παρόλα τα δημοκρατικά ελλείμματα και τις αντιφάσεις του, εξακολουθεί να ενσαρκώνει τον ίδιο τον δυτικό «ορθολογισμό»…

Η δική μας προσαρμογή στο δυτικό αυτό «ορθολογισμό» είναι μεν αργή, αλλά σταθερή. Για να μπορέσουμε όμως να συνεχίσουμε ως κοινωνία να παρακολουθούμε τον βηματισμό των υπολοίπων ευρωπαίων, «κουβαλώντας παράλληλα στους ώμους μας» και την τ/κ κοινωνία, πρέπει και η ίδια να το θέλει πραγματικά, να αποδεχθεί εξαρχής τους κανόνες του παιγνιδιού, τους κανόνες της κοινωνικής και οικονομικής προόδου. Σε αντίθετη περίπτωση, εάν δηλαδή η «θεμελειακή συμφωνία» μεταξύ μας, λόγω της αναχρονιστικής της λογικής, επιτρέπει στο ένα μέρος να είναι «free rider» και στο άλλο το «υποζύγιο», ας μην περιμένουμε «καλπασμούς προσαρμογής» ούτε του ενός, ούτε του άλλου. Θα πρέπει να είμαστε έτοιμοι να αποδεχθούμε το κόστος αυτής της επιλογής. Να είμαστε ειλικρινείς με τους εαυτούς μας και να ζυγίσουμε επακριβώς τα υπέρ και τα κατά. Εάν στην προσωπική, «εσωτερική» μπαλάντζα του καθενός βαραίνει περισσότερο η επιθυμία και η αποδοχή της όποιας λύσης, με τους αναχρονισμούς της, την παρωχημένη λογική της και τις παγκόσμιες πρωτοτυπίες της, τότε καλώς…

Είναι γι’ αυτό που το διακύβευμα στην περίπτωση της λύσης του Κυπριακού δεν είναι απλώς ένα σχέδιο λύσης, με τα κενά του, τις δημιουργικές του ασάφειες, τις ερμηνείες του και την λειτουργικότητά του. Το διακύβευμα είναι τρόπον τινά «φιλοσοφικό», «θεμελιώδες», είναι ζήτημα «κατεύθυνσης» της κοινωνίας, και η απάντηση είναι σε τελευταία ανάλυση «προσωπική», άμεσα συνδεδεμένη με την κλίμακα αξιών και χαρακτηριστικών του καθενός. Δεν υπονοώ πως όσοι αποδέχονται την όποια λύση έχουν «αξιακά» ελλείμματα• απλώς η ιεράρχηση των προτεραιοτήτων τους είναι διαφορετική, ο ρομαντισμός υπερτερεί του ορθολογισμού, η ετοιμότητα για ρίσκο είναι εντονότερη, η αυτοπεποίθηση τους ίσως είναι μεγαλύτερη. Φτάνει να έχουν όμως την ίδια αφετηρία με τους υπολοίπους. Δεν μπορεί να συγκρίνεται η ετοιμότητα για ρίσκο κάποιου που επενδύει ένα μικρό μέρος των κερδών της επιχείρησής του από εκείνον που επενδύει το «υστέρημά» του, που «παίζει τα ρέστα του»…Δεν μπορεί η «προσωπική» θεώρηση της προτεινόμενης λύσης, λόγω ειδικών συνθηκών (σπίτι στην Αθήνα ή στο Λονδίνο, στο οποίο να καταφύγει κάποιος εάν όλα πάνε στραβά), να εμφορείται από μια, θα την ονόμαζα «λογική offshore» (υπεράκτια), που δεν είναι δηλαδή ακριβώς η ίδια με την λογική τρίτων (μη Κύπριων δηλαδή), διατηρεί πάντως μια εξ’ αποστάσεως ασφάλεια σε περίπτωση κατάρρευσης του υπό διαπραγμάτευση μορφώματος.

Είναι χαρακτηριστικό ότι αμέσως μετά την ένταξη της Κύπρου στην ΕΕ, Βρετανός αξιωματούχος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, φίλα προσκείμενος κατά τα άλλα, είχε χαρακτηρίσει, εν τη σοφία και εν τω βρετανικό του φλέγμα, το Κυπριακό ως «existential» («υπαρξιακό»). Θα έπρεπε βέβαια αυτό να είναι ξεκάθαρο από την όλη συζήτηση περί συνέχειας/μετεξέλιξης της Κυπριακής Δημοκρατίας. [Ας σημειωθεί πως δεν υπάρχει άλλη, παρόμοιας φύσης διεθνής διένεξη, που η επιχειρούμενη «θεραπεία» / «διόρθωση» μιας απόσχισης, θέτει εν αμφιβόλω την ίδια την ύπαρξη του κράτους από το οποίο μια κοινότητα αποσχίστηκε].

Το πρόβλημα πράγματι είναι «υπαρξιακό», αλλά ο υπαρξιακός του χαρακτήρας δεν συνδέεται μόνο με την νομική συνέχεια της Κυπριακής Δημοκρατίας. Συνδέεται με όλα τα «φιλοσοφικού» χαρακτήρα ερωτήματα που συμπαρασύρει μαζί του ένα δίλημμα του τύπου «ναι ή όχι» σε μια λύση όπως συζητείται εδώ και δεκαετίες. Συνδέεται με τη ανάγκη συνέχειας ενός λαού στον χρόνο, υπό συνθήκες όχι μόνο ασφάλειας, αλλά «συνθήκες κανονικότητας»• όχι εντός δοκιμαστικού σωλήνα ως «πειραματόζωο». Συνδέεται με την ανάγκη ύπαρξης γνήσιας κυριαρχίας, δημοκρατικής διαμόρφωσης της πολιτικής, κοινωνικής και οικονομικής κατεύθυνσης του λαού προς ένα δυτικό, ευρωπαϊκό «ορθολογισμό», κουβαλώντας έστω και την «καθ’ ημάς ανατολή» (που έτσι κι αλλιώς κρύβουμε μέσα μας), υπό τον όρο, όμως, πως η κατεύθυνση είναι κοινή, ότι ο ένας δεν αλληθωρίζει προς τον τουρκομαχαλά που κάνει κουμάντο ο μπράβος της γειτονιάς μας, ότι τα κοινά μας βήματα προς τα εμπρός είναι απολύτως συγχρονισμένα, δεν έχουν «μια ώρα καθυστέρηση». Και τέλος, υπό τον απαράβατο όρο της διασφάλισης για όλους τους πολίτες, μιας ελάχιστης – πραγματικά ελάχιστης – προσωπικής και συλλογικής αξιοπρέπειας…

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *