Ο φόβος ως δύναμη επιβολής στο Κυπριακό: Πως τα τουρκικά σχέδια γίνονται σχέδια τώρα επιβολής

File Photo: Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας κ. Νίκος Αναστασιάδης απευθύνει χαιρετισμό στην εκδήλωση του Δημοκρατικού Συναγερμού, κατά τη διάρκεια της οποίας θα τιμηθεί ο κ. Στέλιος Ιωάννου. Φωτογραφία ΠΡΟΕΔΡΙΚΟ ΜΕΓΑΡΟ

Του Γιώργου Κέντα*

Σε μια δύσκολη διαπραγμάτευση, ο φόβος είναι ο χειρότερος σύμβουλος. Όταν διαπραγματεύεσαι υπό τον φόβο ή όταν φοβάσαι να διαπραγματευτείς, το αποτέλεσμα είναι το ίδιο ακριβώς.

Λαμβάνοντας υπόψη την εμπειρία σε διεθνές επίπεδο, ο Πρόεδρος Αναστασιάδης επέλεξε μια προβληματική μέθοδο δημόσιας επικοινωνίας για τις προθέσεις του στις διαπραγματεύσεις.

Με την επίκληση του φόβου έναντι γνωστών τουρκικών σχεδιασμών, ο κ. Αναστασιάδης δήλωσε επανειλημμένα το τελευταίο διάστημα ότι επιστρέφει στις συνομιλίες και αποδέχεται τους τουρκικούς όρους που απέρριψε προηγουμένως, διότι φοβάται ένα σχέδιο προσάρτησης των κατεχομένων από την Τουρκία, διότι φοβάται την «πολιτογράφηση» από το παράνομο ψευδοκράτος 26,5 χιλιάδων εποίκων επιπλέον.

Στη διεθνή πρακτική της διαπραγμάτευσης υπάρχουν μερικές βασικές αρχές, οι σημαντικότερες εκ των οποίων είναι:

(α) μην αποκαλύπτεις στον αντίπαλο φόβους ή ανησυχίες από την έκβαση των συζητήσεων,

(β) πείσε τον αντίπαλό σου ότι έχεις εναλλακτικό σχέδιο και επιλογές εάν οι συζητήσεις δεν ευοδώσουν,

(γ) κάνε μία υποχώρηση μόνο όταν ο αντίπαλός σου κάνει μία ανάλογη υποχώρηση,

(δ) επίδειξε τους περιορισμούς που έχεις και βάλε τα όριά σου. Μόνο τότε υπάρχει πιθανότητα ο αντίπαλός σου να συνομιλήσει με σοβαρότητα, μόνο τότε θα υπάρχει πιθανότητα να υπάρξει μια αμοιβαία αποδεκτή συμφωνία. Εάν δεν συμβεί αυτό, τότε δεν υπάρχει καμία προοπτική μιας βιώσιμης συμφωνίας.

Το εύλογο ερώτημα που προκύπτει είναι κατά πόσο η αποδοχή των τουρκικών όρων για την επανέναρξη των συνομιλιών (λόγω φόβου υλοποίησης των τουρκικών σχεδιασμών) δεν θα οδηγήσει και σε αποδοχή των τουρκικών όρων και επί της ουσίας του Κυπριακού (για τους ίδιους λόγους). Σε όλες τις διαπραγματεύσεις ισχύει πάντοτε αυτό που διέσωσε ο Θουκυδίδης ως παραίνεση του Περικλή προς του Αθηναίους: Εάν υποχωρήσετε από φόβο σε κάτι που θεωρείτε ασήμαντο τότε αμέσως θα σας ζητηθεί να υποχωρήσετε σε κάτι σημαντικό. Με απλά λόγια, πολλοί Ελληνοκύπριοι θεωρούν ότι «εφόσον ο Πρόεδρος υποχωρεί σε διαδικαστικά ζητήματα από φόβο, ποιος μας εγγυάται ότι δεν θα υποχωρήσει και στα σημαντικά από φόβο»;

Η αλήθεια είναι ότι ο κ. Αναστασιάδης αναπτύσσει δημόσιο λόγο κάπως ετεροχρονισμένα. Χρησιμοποιεί επιχειρήματα που κανονικά θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει σε περίπτωση μιας εκστρατείας σε ένα μελλοντικό δημοψήφισμα. Με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, η επίκληση του κινδύνου προσάρτησης και του κινδύνου για περαιτέρω εποικισμό ακούγονται ως εκβιασμοί.

Ως Πρόεδρος της Κυπριακής Δημοκρατίας, ο κ. Αναστασιάδης θα έπρεπε να λειτουργήσει εντελώς διαφορετικά. Θα έπρεπε να είχε αντικρούσει τους τουρκικούς εκβιασμούς και απειλές, θα έπρεπε να σχεδιάσει την αναχαίτισή τους, θα έπρεπε να είχε αναλάβει πρωτοβουλίες για να προκαλέσει κόστος στην Τουρκία για τους σχεδιασμούς αυτούς.

Όχι να τους επικαλείται είτε για να δικαιολογήσει τις επιλογές και τις υποχωρήσεις του είτε να τις προτάσσει ως απειλή για την προσαρμογή των Ελληνοκυπρίων στους τουρκικούς σχεδιασμούς. Τα σχέδια αυτά τα κάνει πρωτίστως για να πειθαναγκάσει τους Ελληνοκύπριους, να επιβάλει τους όρους της στη διαπραγμάτευση.

Με εργαλείο τον φόβο, τα τουρκικά σχέδια γίνονται σχέδια επιβολής.

Μεταβαίνοντας με μια τέτοια τακτική στις διαπραγματεύσεις, ο Πρόεδρος Αναστασιάδης θα έπρεπε να είχε ήδη συνειδητοποιήσει ότι θα είναι πιο αποδυναμωμένος για πέντε κυρίως λόγους:

(α) Θα τον θεωρήσουν –όπως άλλωστε έχει παραδεχθεί και ο ίδιος στο παρελθόν– δεδομένο, πρόθυμο να προβεί σε περαιτέρω παραχωρήσεις,

(β) έχει ήδη αποκαλύψει ότι δεν έχει κάποιο εναλλακτικό σχέδιο και επιλογές σε περίπτωση αδιεξόδου,

(γ) δεν έχει καμία πρόθεση να προκαλέσει κόστος στην Τουρκία για τους σχεδιασμούς της στην Κύπρο,

(δ) έχει να αντιμετωπίσει ένα διασπασμένο πολιτικό μέτωπο, και (ε) τουλάχιστον η μισή κοινή γνώμη βλέπει με σκεπτικισμό τις ενέργειες και τις προθέσεις του.

  • Αναπληρωτής καθηγητής Διεθνούς Πολιτικής στο Πανεπιστήμιο Λευκωσίας.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *