«Αιγαιοποίηση» της Κυπριακής ΑΟΖ ή επιβολή ουσιαστικών κυρώσεων στην Τουρκία; Ένα κακό και ένα καλό υπόδειγμα ευρωπαϊκής πολιτικής*

File Photo: Turkey’s first drilling vessel Fatih sealed to the Mediterranean Sea. Photo via Twitter, AA, @trtworld Ministry of Energy of Turkey

Του ΓΙΩΡΓΟΥ ΚΕΝΤΑ*

Τι μπορούμε να αναμένουμε από την Ευρωπαϊκή Ένωση (ΕΕ); Τι μπορεί να κάνει η Ευρωπαϊκή Ένωση προκειμένου να προκαλέσει κόστος στην Τουρκία ή τουλάχιστον να εξουδετερώσει τα αναμενόμενα οφέλη από τις επιδρομικές της ενέργειες;

  • Η ΕΕ μπορεί να κάνει λίγα έως πολλά. Σημασία έχει να δούμε, όχι τι μπορεί, αλλά τι είναι διατεθειμένη να κάνει. Πρωτίστως όμως, θα πρέπει να διερωτηθούμε, όχι τι πρέπει να κάνει, αλλά τι δεν πρέπει να κάνει σε καμιά περίπτωση η ΕΕ. Όπως επίσης και τι δε θα πρέπει να αποδεχθεί η Κυπριακή Δημοκρατία να κάνει η ΕΕ. Με άλλα λόγια, ποια πορεία δεν πρέπει να ακολουθήσει η Ένωση και τα κράτη- μέλη της στη διαχείριση της τουρκικής επιθετικότητας και αναθεωρητισμού.

Η ΕΕ έχει μια μακρά ιστορία διαχείρισης της τουρκικής αναθεωρητικής πολιτικής. Σημεία καμπής αυτής της ιστορίας είναι το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο του Ελσίνκι το 1999 και το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο των Βρυξελλών το 2004. Στο Ελσίνκι, η ΕΕ κάλεσε την Τουρκία να σέβεται «την αρχή της ειρηνικής επίλυσης των διαφορών σύμφωνα µε τον Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών».

Το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο παρότρυνε την Τουρκία να καταβάλει «κάθε προσπάθεια για την επίλυση κάθε εκκρεµούς συνοριακής διαφοράς και άλλων συναφών θεµάτων» Η αναφορά αυτή στην παράγραφο 4 των Συμπερασμάτων της Προεδρίας, αφορούσε τα ζητήματα του Αιγαίου και τις αναθεωρητικές-επιθετικές ενέργειες της Άγκυρας εναντίον των κυριαρχικών δικαιωμάτων της Ελλάδας, κράτους μέλους της ΕΕ.

Εκείνη την περίοδο, η Τουρκία διεκδικούσε την έναρξη ενταξιακών διαπραγματεύσεων και η Ελλάδα αντιστεκόταν στο ενδεχόμενο αυτό προβάλλοντας το επιχείρημα ότι, εάν δεν συμμορφωθεί η Τουρκία με το Διεθνές Δίκαιο και αν δεν συμπεριφέρεται σύμφωνα με τις αρχές της καλής γειτονίας, δεν θα μπορούσε να αρχίσει ενταξιακές διαπραγματεύσεις.

  • Η Κυβέρνηση Σημίτη όμως, αποφάσισε να άρει το βέτο και να δώσει τη συγκατάθεσή της για τη απόδοση στην Τουρκία του καθεστώτος «υποψήφιας προς ένταξη χώρας», υπό την προϋπόθεση ότι η Τουρκία θα συμμορφωθεί, εντός εύλογου χρονικού διαστήματος, με το διεθνές δίκαιο.
  • Η διαβεβαίωση-«εγγύηση» που έλαβε η Αθήνα το 1999 ήταν η δέσμευση της ΕΕ να εξετάσει, το αργότερο 5 χρόνια μετά, το 2004, κατά πόσο η Τουρκία έχει συμμορφωθεί με τις υποδείξεις που της έγιναν. Το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο κάλεσε τότε την Τουρκία να φέρει τις διαφορές της με την Ελλάδα ενώπιον του Διεθνούς Δικαστηρίου. Η ΕΕ δεσμεύτηκε επίσης να επανεξετάσει «κάθε εκκρεμή διαφορά, ιδίως όσον αφορά τις επιπτώσεις στην ενταξιακή διαδικασία προκειμένου να προαγάγει την επίλυσή τους µέσω του ∆ιεθνούς ∆ικαστηρίου».

Ο χρόνος παρήλθε χωρίς αποτέλεσμα, καθώς η ίδια κατάσταση συνεχίζεται μέχρι και σήμερα. Είκοσι χρόνια μετά την απόφαση του Ελσίνκι, η Τουρκία συνεχίζει να αμφισβητεί και να  παραβιάζει τα κυριαρχικά δικαιώματα της Ελλάδας, αφαιρώντας από αυτή δυνατότητες και ευκαιρίες στο Αιγαίο. Παρόλα αυτά, η Τουρκία άρχισε και συνεχίζει μέχρι σήμερα την ενταξιακή της πορεία. Επωφελείται των προνομίων που απορρέουν από αυτή την πορεία, χωρίς να έχει πράξει οτιδήποτε και χωρίς να έχει υποστεί την οποιανδήποτε συνέπεια για τις παραβιάσεις και προκλήσεις στο Αιγαίο.

Ο δεύτερος κομβικός σταθμός ήταν το 2004, όταν στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο των Βρυξελλών έδωσε στην Τουρκία ημερομηνία έναρξης ενταξιακών διαπραγματεύσεων. Αναφορικά με τις αποφάσεις που λήφθηκαν πέντε χρόνια πριν στο Ελσίνκι, το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο «τόνισε ότι είναι απαραίτητη η σαφής δέσμευση της Τουρκίας για σχέσεις καλής γειτονίας».

Το Συμβούλιο ταυτόχρονα όμως «χαιρέτισε τη βελτίωση των σχέσεων της Τουρκίας με τους γείτονές της καθώς και την προθυμία της να εξακολουθήσει να συνεργάζεται με τα ενδιαφερόμενα κράτη μέλη με σκοπό την επίλυση των εκκρεμών συνοριακών διαφορών, κατά την αρχή της ειρηνικής διευθέτησης των διαφορών σύμφωνα με το Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών». Εξετάζοντας συγκεκριμένα τις αναφορές στις παραγράφους 4 και 12 των Συμπερασμάτων του Ελσίνκι που αφορούν την Ελλάδα,  το Συμβούλιο «χαιρέτισε τις διερευνητικές επαφές [ανάμεσα στην Αθήνα και την Άγκυρα] προς το σκοπό αυτό».

Το Συμβούλιο προχώρησε επίσης και σημείωσε «την άποψή του ότι ανεπίλυτα θέματα που επηρεάζουν τη διαδικασία προσχώρησης θα πρέπει, εφόσον απαιτείται, να υποβάλλονται προς επίλυση στο Διεθνές Δικαστήριο».

  • Η κατευναστική πολιτική της Αθήνας, η απροθυμία της να επιδιώξει μέτρα ή κυρώσεις κατά της Τουρκίας, η ελπίδας της ότι η Τουρκία θα άλλαζε και θα εξευρωπάιζε την εξωτερική της πολιτικής οδήγησαν το ζήτημα αυτό σε τέλμα. Του ουσιαστικότερο όλων ήταν ότι η Τουρκία απέφυγε τον «σκόπελο» των Ελληνοτουρκικών ζητημάτων χωρίς οποιοδήποτε κόστος. Παρόλο που αργότερα υπήρξαν σχετικές αναφορές και διακηρύξεις σε Συμπεράσματα του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου για τις ενέργειες της Τουρκίας, ουδέν ουσιαστικό αποτέλεσμα δεν υπήρξε.

Αυτή η μέθοδος αντιμετώπισης της τουρκικής επιθετικότητας και αναθεωρητικών πολιτικών από την Ευρωπαϊκή Ένωσης, αλλά ιδιαιτέρως από το άμεσα ενδιαφερόμενο κράτος, την Ελλάδα, δημιούργησε ένα κακό παράδειγμα και μια πολύ κακή πρακτική. Στο πλαίσιο της ΕΕ, οι τουρκικές ενέργειες στο Αιγαίου αναγνωρίζονται ως πρόβλημα. Όμως η ΕΕ δεν ανέλαβε καμία πρωτοβουλία, δεν έπραξε κάτι ουσιαστικό που θα προκαλούσε κόστος στην Τουρκία από τη στάση της αυτή. Αλλά ούτε και ζητήθηκε κάτι τέτοιο από την Αθήνα. Αντίθετα, η Άγκυρα ένιωθε ότι θα μπορούσε να συνεχίσει την ίδια πολιτική, χωρίς κόστος, αλλά και με επιβράβευση.

Ανάλογες αποφάσεις όμως, αυτή τη φορά για την Κύπρο, λήφθηκαν στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο των Βρυξελλών τον Δεκέμβριο του 2004 και τον Οκτώβριο του 2005. Η ΕΕ επέτρεψε στην Τουρκία να αρχίσει ενταξιακές διαπραγματεύσεις στη βάση δέσμευσής της ότι θα υπέγραφε και θα εφάρμοζε το Πρωτόκολλο προσαρμογής της Συμφωνίας της Άγκυρας, με τρόπο που να περιελάβανε και την Κυπριακή Δημοκρατία.

Η διαφορά όμως με την περίπτωση του Αιγαίου είναι ότι, πέραν των διακηρύξεων, η επιμονή τότε του Τάσσου Παπαδόπουλου, ανάγκασε την ΕΕ να επιβάλει στην Τουρκία κυρώσεις σε περίπτωση που δεν τηρήσει τις δεσμεύσεις της.

Κυρώσεις οι οποίες επιβλήθηκαν ένα χρόνο μετά, τον Δεκέμβριο του 2006, με το πάγωμα 8 κεφαλαίων του κοινοτικού κεκτημένου, τα οποία, ενόσω η Τουρκία δεν τηρεί τις υποχρεώσεις της, δεν θα ανοίξουν για διαπραγμάτευση. Παρόλες όμως τις κυρώσεις του 2006, η Τουρκία συνέχισε και συνεχίζει την ενταξιακή της πορεία, θεωρώντας ότι δεν θα έχει ουσιαστικό κόστος.

Οι ενέργειες της Τουρκίας που στέφονταν κατά των κυριαρχικών δικαιωμάτων της Κύπρου στις θαλάσσιες ζώνες της, οδήγησαν την Κυπριακή Δημοκρατία σε κίνηση επιβολής κόστους εναντίον της Άγκυρας. Εν όψει την απροθυμίας μερικών κρατών μελών για επιβολή κυρώσεων στην Τουρκία, το 2009 η Λευκωσία προχώρησε σε μονομερή πάγωμα άλλων έξι κεφαλαίων των ενταξιακών διαπραγματεύσεων της Τουρκίας. Όμως και εκείνη η ενέργεια, καθώς και συγκεκριμένες άλλες διακυρήξεις που ακολούθησαν σε επίπεδο Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, δεν απέτρεψαν την Άγκυρα από την «εισβολή» στην Κυπριακή ΑΟΖ.

Στο πλαίσιο των διεργασιών που γίνονται τώρα* για λήψη αποφάσεων σε επίπεδο ΕΕ για τις νέες επιθετικές ενέργειες της Τουρκίας, η οποία αμφισβητεί και παραβιάζει κυριαρχικά δικαιώματα της Κυπριακής Δημοκρατίας στις θαλάσσιες ζώνες της, τα κράτη μέλη της Ένωσης έχουν ενώπιον τους δύο υποδείγματα πολιτικής:

  • Το κακό υπόδειγμα της αντιμετώπισης των τουρκικών ενεργειών στο Αιγαίο και το καλό υπόδειγμα της επιβολής κυρώσεων σε σχέση με την αθέτηση δεσμεύσεων από πλευράς της Τουρκίας στην περίπτωση της Κύπρου. Το καλό υπόδειγμα των κυρώσεων όμως, πρέπει να επανεξεταστεί και στο πλαίσιο της αποτελεσματικότητα του.

Το πεδίο των ενταξιακών διαπραγματεύσεων της Τουρκίας έχει εξαντληθεί και δεν προσφέρεται για κυρώσεις που αφορούν το πάγωμα κεφαλαίων. Στο πεδίο αυτό, το μόνο επίπεδο που προσφέρεται είναι αυτό που αφορά τα κονδύλια της προενταξιακής βοήθειας που αφορούν την Τουρκία και τα οποία πρέπει να παγώσουν. Όπως επίσης, εάν η ΕΕ επιδιώκει να αναπτύξει μία αξιόπιστη εξωτερική πολιτική, θα πρέπει να αποφασίσει για κυρώσεις, οι οποίες θα προκαλέσουν στην Τουρκία την αίσθηση του κόστους και θα έχουν θετικό αποτέλεσμα. Ειδάλλως, η αξιοπιστία και το κύρος τέτοιων ενεργειών θα είναι αμφίβολο.

Πρωτίστως όμως, ένα οποιονδήποτε καθεστώς κυρώσεων θα πρέπει να συνδέεται και με ένα πρόγραμμα δράσεων και με συγκεκριμένα ζητούμενα. Ποιο θα είναι το ζητούμενο πιθανών κυρώσεων σε βάρος της Τουρκίας; Τι θα απαιτηθεί και ποιες θα είναι οι προϋποθέσει άρσης των κυρώσεων αυτών; Και σε αυτή την περίπτωση το πρώτιστο είναι, όχι τι πρέπει να περιληφθεί, αλλά τι δε θα πρέπει να περιληφθεί σε ένα τέτοιο πλαίσιο. Αυτό λοιπόν που δε θα πρέπει να περιληφθεί είναι μια οποιαδήποτε σύνδεση του Κυπριακού με τα ενεργειακά ζητήματα της Κύπρου.

Αντίθετα, η Τουρκία θα πρέπει να κληθεί να τερματίσει οποιεσδήποτε ενέργειες παράνομων γεωτρήσεων εντός των θαλασσίων ζωνών (ΑΟΖ/Υφαλοκρηπίδα) της Κυπριακής Δημοκρατία και να σταματήσει να παρεμποδίζει με οποιονδήποτε τρόπο το ενεργειακό πρόγραμμα της Κύπρου (εξόρυξη κοιτασμάτων και εμπορική αξιοποίησή τους).

Τέλος, ένα πρόγραμμα κυρώσεων θα πρέπει να σχεδιαστεί έτσι ώστε να έχει κλιμάκωση και να στοχεύσει σταδιακά και στελέχη της τουρκικής Κυβέρνησης. Δηλαδή, εάν δεν συμμορφωθεί η Τουρκία τότε οι κυρώσεις θα απευθύνονται προσωπικά σε στελέχη της Κυβέρνησης Ερντογάν, αν όχι τον ίδιο, όπως έχει γίνει σε ανάλογες περιπτώσεις όπου μια παράνομη και επικίνδυνη πολιτική ενός κράτους οργανώνεται και κατευθύνεται από ένα άτομο.

* Το κείμενο αυτό γράφτηκε στις 9 Μαΐου και στάλθηκε για δημοσίευση πριν την 9η πρωινή, προτού ανακοινωθούν οι όποιες αποφάσεις του άτυπου Ευρωπαϊκού Συμβουλίου στη Ρουμανία.

* Αναπληρωτής Καθηγητής Διεθνούς Πολιτικής και Διακυβέρνησης, Πανεπιστήμιο Λευκωσίας

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *