Αλλάζει και ο τρόπος που πεθαίνουμε: Η μοναξιά του θανάτου και η αποτυχία κρατών και κοινωνιών στους οίκους ευγηρίας

Πριν αναχωρήσουν από το αεροδρόμιο του Λος Άντζελες, οι ταξιδιώτες πρέπει να επιβληθούν σε τεστ για τον νέο κορωναϊό. EPA, ALEX GALLARDO

Του ΠΑΝΙΚΟΥ ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ

Ούτε μια τελευταία αγκαλιά, ούτε ένα τελευταίο φιλί. Το πιο βάναυσο χαρακτηριστικό της πανδημίας είναι η μοναξιά του θανάτου.

Ασθενείς πεθαίνουν μόνοι σε νοσοκομεία, οίκους ευγηρίας και σπίτια. Σε αρκετές περιπτώσεις, ο τελευταίος αποχαιρετισμός γίνεται μέσω κινητού τηλεφώνου.

Εδώ και πολλά χρόνια είχε αλλάξει ο τρόπος που ζούμε λόγω της τεχνολογίας. Τώρα, αλλάζει και ο τρόπος που πεθαίνουμε. Ο κορωνοϊός έκλεψε όνειρα, συναισθήματα, συνήθειες, αγάπες και ζωές.

Κι αυτή η επαναλαμβανόμενη επισήμανση περί «υποκείμενων νοσημάτων» για ασθενείς και αποβιώσαντες προβάλλεται με τέτοια επιμονή λες και θέλουν να περάσουν το μήνυμα ότι αυτοί που φεύγουν έτσι κι αλλιώς θα έφευγαν.

  • Ταυτόχρονα, ενισχύουν τον ανυπόστατο και παραπλανητικό ισχυρισμό ότι δήθεν αρρωσταίνουν βαριά ή πεθαίνουν μόνο όσοι έχουν υποκείμενο νόσημα.

Αλλά, οι άνθρωποι που χάνονται, όποια κι αν είναι η ηλικία τους, δεν θα πέθαιναν τώρα αν δεν είχαν κολλήσει τον ιό. Άλλωστε, λόγω των μικρών και μεγάλων θαυμάτων της επιστημονικής κοινότητας, κάθε άτομο μπορεί να συνυπάρξει με ένα και δυο και με περισσότερα υποκείμενα νοσήματα για χρόνια, για δεκαετίες.

Ακόμα και στην πιθανότητα να ερευνηθούν όλοι οι θάνατοι από κορωνοϊό, μπορεί και να μη βρεθεί ούτε ένας που θα ήταν «προγραμματισμένος» για την στιγμή που συνέβη. Έστω και μια μέρα ζωής επιπλέον θα ήταν ένα δώρο, αλλά κυρίως δεν θα ήταν ένας μοναχικός και κακός θάνατος.

Και, ίσως, η πιο συγκλονιστική και εγκληματική πτυχή στη διαχείριση της πανδημίας σε πάρα πολλές χώρες, ανάμεσά τους η Ελλάδα και η Κύπρος, είναι οι τραγωδίες σε οίκους ευγηρίας, σε μονάδες φροντίδας και αποκατάστασης.

Η μεγάλη διεθνής προβολή που είχε δοθεί για τα όσα είχαν διαδραματιστεί τον περασμένο Μάρτιο σε οίκο ευγηρίας στο Σιάτλ των ΗΠΑ, όπου είχαν χάσει τη ζωή τους σαράντα και πλέον οικότροφοι, καθώς επίσης και τα όσα δραματικά εξελίχθηκαν τους πρώτους μήνες αυτής της λαίλαπας σε πόλεις της Ιταλίας, της Ισπανίας, της Γαλλίας, αλλά και στη Νέα Υόρκη, θα έπρεπε τουλάχιστον να αποτελούσαν τρανταχτά παραδείγματα προς αποφυγή.

Κι όμως, τέτοιου είδους τραγωδίες επαναλαμβάνονται συνεχώς. Ενώ από την άνοιξη έως το φθινόπωρο υπήρχε αρκετός χρόνος για να παρθούν μέτρα διαφύλαξης αυτών των χώρων και ενώ οι επιστήμονες τόνιζαν διαρκώς από την αρχή ότι «αναμένεται δεύτερο κύμα που θα είναι πιο απειλητικό», τελικά αποδείχθηκε ότι κράτη και κοινωνίες δεν κατάφεραν να προστατεύσουν τους απροστάτευτους ανθρώπους, οι οποίοι δεν είχαν τη δυνατότητα στα μέρη όπου διέμεναν να φροντίσουν οι ίδιοι για την ασφάλειά τους.

  • Πέρα από την έλλειψη ενός ολοκληρωμένου σχεδιασμού προστασίας, διαπιστώνεται ξανά και ξανά ότι για την εξάπλωση του ιού και τη «σιωπηρή σφαγή» σ’ αυτούς τους χώρους συνέτεινε και μία μάλλον αδιάφορη στάση ενός μεγάλου ποσοστού πολιτών και αρμοδίων υπηρεσιών.

Σύμφωνα με σχετικές μελέτες σε διεθνές επίπεδο, από την έναρξη της πανδημίας έως σήμερα, σχεδόν οι μισοί θάνατοι από COVID-19 συνέβησαν σε οίκους ευγηρίας και σε κέντρα φιλοξενίας ηλικιωμένων ατόμων. Πρόκειται για τη μεγαλύτερη αποτυχία της ανθρωπότητας μέσα στη μαύρη χρονιά της πανδημίας.

Το θλιβερό αυτό γεγονός αποδεικνύει συνάμα ότι οι σύγχρονες κοινωνίες αγνοούν τον σεβασμό στους ανθρώπους της τρίτης ηλικίας και οι οποίοι θα έπρεπε να αποτελούν προτεραιότητα στις αποφάσεις τους.

Φαίνεται λοιπόν ότι δεν υπάρχει μόνο πανδημία του κορωνοϊού, αλλά και πανδημία της αγνωμοσύνης. Κι αυτή είναι πολύ πιο επικίνδυνη και θανατηφόρα.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *