Αν ούτε τώρα, πότε;

Τσαβούσογλου και Μπορέλ στην Άγκυρα. Φωτογραφία από τον προσωπικό λογαριασμό του Τούρκου ΥΠΕΞ στο τουίτερ

Του ΧΡΥΣΗ ΠΑΝΤΕΛΙΔΗ

Στα συμπεράσματα της Έκθεσης, την οποία κατέθεσαν στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο, από κοινού η Ευρωπαϊκή Επιτροπή και ο Ύπατος Εκπρόσωπος της Ευρωπαϊκής Ένωσης για θέματα Κοινής Εξωτερικής Πολιτικής και Πολιτικής Ασφάλειας, Josep Borrell, στις 20 Μάρτιου 2021, αναφέρεται:

«Από τον περασμένο Δεκέμβριο (2020), η Τουρκία επιδεικνύει πιο ήρεμη και εποικοδομητική στάση σε διάφορα ζητήματα, μεταξύ των οποίων οι διμερείς σχέσεις της με διάφορα κράτη μέλη της ΕΕ. Πρόκειται για θετικά και ευπρόσδεκτα βήματα προόδου. Η πανδημία COVID-19 εντείνει περαιτέρω τα αμοιβαία οφέλη μιας σχέσης συνεργασίας. Ωστόσο, αυτή η διαδικασία αποκλιμάκωσης παραμένει εύθραυστη. Χρειαζόμαστε περισσότερο χρόνο για να κρίνουμε κατά πόσον είναι βιώσιμη και αξιόπιστη και αποφέρει διαρκή αποτελέσματα, μεταξύ άλλων υπό το πρίσμα της επιδεινούμενης εγχώριας κατάστασης στην Τουρκία. Για την εμβάθυνση της τρέχουσας δυναμικής και την παροχή κινήτρων για τη σύσφιγξη των δεσμών ΕΕ-Τουρκίας σε όλους τους τομείς, πιστεύουμε ότι η Ένωση θα πρέπει να θέσει επί τάπητος ορισμένους πιθανούς τομείς συνεργασίας, ώστε να καταστεί δυνατή μια προοδευτική, αναλογική και αναστρέψιμη προσέγγιση. Τα βήματα αυτά είναι προς το κοινό μας συμφέρον και θα μπορούσαν να συνεχιστούν σταδιακά — υπό την προϋπόθεση βεβαίως ότι οι εποικοδομητικές προσπάθειες της Τουρκίας θα συνεχιστούν και θα ενισχυθούν τους επόμενους μήνες».

Οι μήνες πέρασαν. Σχεδόν επτά, για να είμαστε πιο συγκεκριμένοι. Αυτούς λοιπόν τους επτά μήνες, η Τουρκία δεν συνέχισε, ούτε ενίσχυσε, τις –κατά τον κ. Borrell και την Ευρωπαϊκή Επιτροπή–  «εποικοδομητικές προσπάθειες» αλλά, αντίθετα, ενίσχυσε τις προκλητικές και επεκτατικές ενέργειές της. Ενδεικτικά και επιγραμματικά, σημειώνουμε ότι:

  • Στην Πενταμερή του Απριλίου 2021, πέντε μόλις βδομάδες μετά την κατάθεση της εν λόγω ευρωπαϊκής Έκθεσης, η τουρκική πλευρά κατέθεσε, για πρώτη φορά επισήμως και ενώπιον του Γενικού Γραμματέα των Ηνωμένων Εθνών, τη θέση της για τη λεγόμενη «λύση δύο κρατών» η οποία παραβιάζει όλα τα ψηφίσματα και αποφάσεις των Ηνωμένων Εθνών για το Κυπριακό, αλλά και όλες τις αποφάσεις ή κείμενα όλων των θεσμών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, διαχρονικά.
  • Στις 20 Ιουλίου 2021, ανήμερα της μαύρης επετείου της τουρκικής εισβολής στην Κύπρο, τέσσερις ακριβώς μήνες μετά την κατάθεση της εν λόγω ευρωπαϊκής Έκθεσης, η Τουρκία επισημοποίησε με τον πλέον πανηγυρικό τρόπο την απόφασή της να προχωρήσει στον εποικισμό της κατεχόμενης, περίκλειστης περιοχής της Αμμοχώστου, παραβιάζοντας, επίσης, σειρά ψηφισμάτων, αποφάσεων ή κειμένων των Ηνωμένων Εθνών και της Ευρωπαϊκής Ένωσης, περιφρονώντας μάλιστα επιδεικτικά εκκλήσεις ευρωπαίων αξιωματούχων.
  • Σε όλη τη διάρκεια αυτού του επταμήνου, αναρίθμητες είναι οι απειλητικές και «εμπρηστικές» δημόσιες δηλώσεις τούρκων αξιωματούχων, καθώς και στελεχών της τουρκοκυπριακής κοινότητας, εναντίον της Κυπριακής Δημοκρατίας και αμφισβήτησης των κυριαρχικών δικαιωμάτων της, ενώ στο στόχαστρο απειλητικών ή επεκτατικών αναφορών βρίσκεται σταθερά και μία ακόμα χώρα-μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η Ελλάδα. Συμβατή με τη γενικότερη επιθετική τουρκική ρητορική είναι και η επανέναρξη της διαδικασίας έκδοσης παράνομων NAVTEX από πλευράς της Τουρκίας, καθώς εισερχόμαστε για τα καλά στη φθινοπωρινή περίοδο και καθώς πλησιάζουμε στη συμπλήρωση επτά μηνών από την κατάθεση της εν λόγω ευρωπαϊκής Έκθεσης.

Με άλλα λόγια, ενώ η Ευρωπαϊκή Ένωση ήλπιζε τον Μάρτιο σε «εποικοδομητικές προσπάθειες της Τουρκίας τους επόμενους μήνες», η Τουρκία επιδόθηκε μόνο σε επιθετικές ενέργειες, κάποιες εκ των οποίων θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν και ως πρωτοφανείς.

Δύο ερωτήματα προκύπτουν και είναι πολύ απλά και αναμφισβήτητα εύλογα:

(α) Αν δεν διεκδικήσουμε τώρα, άμεσα, έντονα και μεθοδικά, σε συνεργασία με την Ελλάδα, τερματισμό της ανοχής της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η οποία αγγίζει τα όρια της ενθάρρυνσης, τότε πότε ακριβώς θα το πράξουμε και με ποια άραγε αφορμή;

(β) Αν η Ευρωπαϊκή Ένωση δεν αλλάξει τώρα τη στάση της έναντι της Τουρκίας, τότε πώς ακριβώς πιστεύει ότι θα πετύχει προσαρμογή της Τουρκίας στις ευρωπαϊκές αρχές και αξίες;

Τα δύο ερωτήματα τίθενται μεν ρητορικά, αναδεικνύουν δε το πραγματικό διακύβευμα των ευρωτουρκικών σχέσεων: είτε η Τουρκία θα κινηθεί σε ευρωπαϊκές προδιαγραφές, προς όφελος της ελευθερίας, της δημοκρατίας και της ευημερίας όλων των εμπλεκομένων χωρών, είτε η Ευρωπαϊκή Ένωση θα συνεχίσει να προσαρμόζεται στις τουρκικές απαιτήσεις θέτοντας σε κίνδυνο, βραχυπρόθεσμα και μακροπρόθεσμα, τη συνοχή της και, κυρίως, τις ίδιες τις αρχές και αξίες πάνω στις οποίες χτίστηκε.

*Βουλευτής Λευκωσίας του Δημοκρατικού Κόμματος

 

 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *