«Aνδρών επιφανών πάσα γη τάφος»

Συνθήματα στους τοίχους στη διάρκεια του αγώνα κατά των Βρετανών. Φωτογραφία ΓΤΠ

Της ΑΙΚΑΤΕΡΙΝΗΣ ΠΑΠΑΪΩΑΝΝΟΥ*

Αν η ζωή μετριέται περισσότερο με την ένταση παρά με τη διάρκεια, τότε αυτός που μνημονεύεται και τιμάται σήμερα ευτύχησε να έχει μακρά, ευρεία και πληθωρική ζωή. Γιατί ο Φώτης Πίττας, στη μικρή διάρκεια των είκοσι τριών του χρόνων, πρόλαβε να βιώσει τη συγκλονιστική ένταση μιας πεπληρωμένης ζωής και αξιώθηκε να ανακεφαλαιώσει με τον θάνατό του όσα μεγάλα, ωραία και υψηλά κόσμησαν την ένδοξη πορεία του μέσα στον κόσμο μας.

Κι εμείς σήμερα, εξήντα ένα χρόνια από το μελαγχολικό φθινόπωρο του ‘58 και σαράντα πέντε χρόνια από το καυτό καλοκαίρι του ‘74, μνημονεύουμε και τιμούμε ξανά τον Φώτη Πίττα και προσευχόμαστε όχι μόνο υπέρ αναπαύσεως της ψυχής αυτού, αλλά και υπέρ αναστάσεως των ψυχών ημών.

Την Τετάρτη 27 Νοεμβρίου, θα τελεστεί το ετήσιο μνημόσυνο του ήρωα της Ε.Ο.Κ.Α., δασκάλου Φώτη Πίττα, από τον Ιερό Ναό Αρχαγγέλου Μιχαήλ, στο Φρέναρος. Το μνημόσυνο διοργανώνει το Επαρχιακό Γραφείο Αμμοχώστου της ΠΟΕΔ.

Ο Φώτης Πίττας γεννήθηκε στο χωριό Φρέναρος της επαρχίας Αμμοχώστου, στις 28 Φεβρουαρίου 1935. Ως μαθητής συνδύαζε την άριστη επίδοση με τη συμπαράσταση στις ανάγκες της πολύτεκνης οικογένειας του. Όνειρό του ήταν να φοιτήσει στη Σχολή Ευελπίδων, κάτι που δεν έγινε πραγματικότητα. Στράφηκε, έτσι, στο λειτούργημα του δασκάλου. «Την πατρίδα μπορείς να την υπηρετήσεις από οποιοδήποτε πόστο», έλεγε ο ήρωας σε ένα φίλο του.

Ο Φώτης ήταν φοιτητής στο Διδασκαλικό Κολλέγιο Μόρφου, όταν εντάχθηκε στην ΕΟΚΑ με την έναρξη εκείνου του υπέροχου αγώνα του ‘55-59, του αγώνα που αποκάλυψε το αληθινό πρόσωπο της Κύπρου, που επαναβεβαίωσε την ελληνική ιστορική ταυτότητα του νησιού, που ανέστησε κι επανέλαβε μεγαλεία και δόξες της φυλής μας, που ήταν και θα παραμένει ένα λαμπρό παράσημο κρεμασμένο στα βασανισμένα στήθη του έθνους.

Ο Φώτης υπηρετεί στο δημοτικό σχολείο της Άχνας ως δάσκαλος, όπου αναπτύσσει πλούσια δράση, τόσο στον μαχητικό όσο και τον οργανωτικό και τον διαφωτιστικό τομέα. Μεταλαμπαδεύει φως κι ελπίδα στις παιδικές ψυχές, πίστη στον Θεό κι αγάπη στην πατρίδα. Και κάθε βράδυ; Εναλλάσσει το ρόλο του δασκάλου με τον ρόλο του αγωνιστή της πατρίδας. Κινείται μυστικά, αναπτύσσει αξιόλογη κι επικίνδυνη δραστηριότητα. Στήνει ενέδρες σε αγγλικά στρατιωτικά οχήματα, ηγείται σε επιχειρήσεις συλλογής οπλισμού. Μετά την προδοσία και την καταζήτησή του από τους Άγγλους στις 18 Οκτωβρίου 1956, αναγκάζεται να αφήσει το αγαπημένο του σχολείο, για να γίνει ο καταζητούμενος δάσκαλος με το ψευδώνυμο «Ακρίτας». Αναλαμβάνει πλέον υπεύθυνα δράση, οργανώνοντας τα χωριά της Μεσαορίας.

Στις 10 Ιανουαρίου 1957 συλλαμβάνεται στη Βατυλή από τις αγγλικές Αρχές και οδηγείται στις φυλακές της Αμμοχώστου. Μένει απτόητος, παρά τα φοβερά βασανιστήρια για να αποκαλύψει τα μυστικά της Ε.Ο.Κ.Α. Για τις μέρες αυτές μας άφησε ένα γραπτό ντοκουμέντο, το ημερολόγιό του και ένα δυνατό μήνυμα στον τοίχο του κελιού του, τη μορφή της ελευθερίας ζωγραφισμένης με αίμα, το δικό του μαρτυρικό αίμα.

Στη συνέχεια μεταφέρεται στα κρατητήρια Κοκκινοτριμιθιάς και ακολούθως στα κρατητήρια Πύλας, από όπου δραπετεύει, μετά από εντολή του αρχηγού Διγενή, στις 12 Μαρτίου 1958 μαζί με τον ήρωα Ανδρέα Κάρυο και άλλους δυο συναγωνιστές του, μέσα σε κρύπτη κατασκευασμένη σε φορτηγό αυτοκίνητο. Μετά τη δραπέτευσή του ορίζεται υποτομεάρχης στην περιοχή Λύσης, όπου αναπτύσσει πλούσια και αποτελεσματική δράση.

Στο Λιοπέτρι, κατόπιν, ο Φώτης Πίττας συναντιέται σε ειδική αποστολή με τους άλλους μεγάλους αγωνιστές της λευτεριάς Ανδρέα Κάρυο, Ηλία Παπακυριακού και Χρήστο Σαμάρα. Στο χωριό καταφθάνει αγγλικός στρατός. Οι τέσσερις ήρωες προσπαθούν να διαφύγουν, μα διαπιστώνουν ότι είναι περικυκλωμένοι από παντού. Καταφεύγοντας στον Αχυρώνα του Παναγιώτη Καλλή, συνειδητοποιούν ότι έχουν γίνει θύματα προδοσίας. Μα, είναι αποφασισμένοι να μη λυγίσουν, με όποια θυσία.

2 Σεπτεμβρίου 1958. Ώρες αναμετριέται η δύναμη των όπλων με τη δύναμη της λιονταρίσιας ελληνικής ψυχής, και δεν μπορεί να την νικήσει. Μετά από πολύωρη μάχη οι Άγγλοι ζητούν από τους τέσσερις αγωνιστές να παραδοθούν. Μα, αλίμονο, ποιος απόγονος του Λεωνίδα παραδινόταν; Ποιος ανδρειωμένος κατέθεσε ποτέ τα ιδανικά του; «Μολών Λαβέ!» ακούγεται περήφανααπό τα βάθη του Αχυρώνα. Με αυτά τα λόγια απάντησαν στο ιταμό κάλεσμα του δυνάστη να παραδοθούν. Τούτες ήταν οι στερνές τους λέξεις. Έτσι φύλαξαν τις Θερμοπύλες τους.

Οι Άγγλοι ζητούν ενισχύσεις, αλλά τελικά μια λύση τους απομένει. Να περιλούσουν με βενζίνη τον Αχυρώνακαι να τον πυρπολήσουν. Κι όταν πλέον οι φλόγες κι οι καπνοί καταπνίγουν τους τέσσερις αγωνιστές, αυτοί αποφασίζουν την ηρωική έξοδο, κατά την οποία πέφτουν μαχόμενοι. Έτσι, αποχαιρετά τον γιο του ο πατέρας του ήρωα Φώτη Πίττα:

«Γιε μου να πας εις το καλόν αφού ‘ρτασιν προξένια,

τζι’ εγιώ ννα πάρω τ’ όπλο σου,

τζιαι ννα σταθώ στον τόπον σου,

να μεν σε λάμν’ η έννοια».

Ο αγώνας και η θυσία τους υπήρξε το αποτέλεσμα εσωτερικής ανάγκης και προσταγής, εκείνης της προσταγής που την αποζητά η ευγενικά πλασμένη ψυχή τους, η προσηλωμένη στα ιδανικά. Γι’ αυτό και δεν δειλιούν. Γι’ αυτό και δεν λιποψυχούν. Γι’ αυτό και δεν αποστρέφουν το πρόσωπο από το σταυρό του μαρτυρίου, αλλά προχωρούν καρτερικά προς τη θυσία, ανδρείοι και γενναίοι, βέβαιοι ότι με το αγνό αίμα τους καθαγιάζουν κι εξυψώνουν τον άνθρωπο στη σφαίρα του ιδανικού. Το αίμα τους δεν στέγνωσε ακόμα. Έμεινε νωπό, για να έχουμε εμείς να παίρνουμε να μπολιάζουμε το δικό μας.

Σήμερα, η μικρή μας πατρίδα διέρχεται χαλεπούς καιρούς. Για σαράντα πέντε ολόκληρα χρόνια παραμένουμε ελεύθεροι πολιορκημένοι. Αυτό το χώμα, που μας πήραν είναι δικό μας κι όχι δικό τους. Αυτό το χώμα, που οι ορδές του Αττίλα μολύνουν, είναι ποτισμένο με αίμα, λιπασμένο με τα οστά των Ελλήνων προγόνων μας, είναι φορτωμένο ελληνική ιστορία, ελληνική γλώσσα, ελληνική θρησκεία, ελληνικό πολιτισμό. Δεν ξεχνιέται αυτό το χώμα. Δεν ξεγράφεται αυτή η γη. Δεν ξεπουλιέται αυτή η πατρίδα. Όσο αδύνατοι κι αν είμαστε, όσο λίγοι και αν είμαστε, όσο δύσκολος κι αν είναι ο δρόμος μας, εθνικοί αυτόχειρες δεν πρόκειται ποτέ να καταντήσουμε. Αγώνας του Εθνους είναι ο αγώνας του Κυπριακού Ελληνισμού. Αγώνας για την τιμή, την αξιοπρέπεια και την ακεραιότητα του Ελληνικού Εθνους είναι ο αγώνας της Κύπρου. Δεν έχουμε το δικαίωμα αποτυχίας σε αυτό τον αγώνα.

Η γενιά του Φώτη Πίττα επαλήθευσε ξανά το αξίωμα της ελληνικής ιστορίας, ότι πολλές φορές ο δρόμος προς την νίκη της Σαλαμίνας περνά μέσα από τη θυσία των Θερμοπυλών. Και σήμερα, ακόμη, ο ήρωας μας καλεί να ξαναγίνουμε εκείνος ο ενωμένος και πολυδύναμος ελληνικός Κυπριακός λαός του ‘55-59, για να κερδίσουμε το πανίερο και πανάχραντο ιδανικό, την ελευθερία, την ελευθερία μας.

«Αδέλφια, ο κάθε αγωνιζόμενος είναι και ελεύθερος. Όλοι αδελφωμένοι, μονοιασμένοι με του Θεού τη βοήθεια, ας βαδίσουμε τον δρόμο του Γολγοθά, τον δρόμο προς τη λευτεριά. Με αδελφική αγάπη, Φώτης.»

*Εγγονή Φώτη Πίττα, φοιτήτρια ΑΠΘ

 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *