Ανθρώπινα Δικαιώματα σε περίοδο κρίσης

ΣΚΙΤΣΟ ΚΥΡΙΑΚΟΥ ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ ΓΚΟΥΜΑ

Της ΕΛΕΝΑΣ Λ. ΔΡΥΜΙΩΤΟΥ

Όταν η χώρα κηρύσσεται σε κατάσταση έκτακτης ανάγκης μπορούν να ληφθούν και μέτρα που θα ήταν απαράδεκτα και παράνομα σε κανονικές περιόδους. Τα έκτακτα μέτρα μπορούν να περιλαμβάνουν περιορισμούς ανθρωπίνων δικαιωμάτων αλλά αναστολή εφαρμογής συγκεκριμένων δικαιωμάτων, δηλαδή παραβιάσεις δικαιωμάτων οι οποίες δικαιολογούνται ενόψει της ανάγκης να αντιμετωπισθεί η κατάσταση έκτακτης ανάγκης. Για την αντιμετώπιση κάθε κατάστασης έκτακτης ανάγκης που τελεί μια δημοκρατική χώρα υπάρχει τόσο ατομική, συλλογική αλλά και κρατική ευθύνη. Στο παρόν άρθρο θα περιοριστώ να μιλήσω μόνο για την τελευταία.

Το Κράτος έχει την ευθύνη να λαμβάνει τα μέτρα που θα οδηγήσουν στην αποτελεσματική αντιμετώπιση της έκτακτης κατάστασης για να σωθεί. Την ίδια στιγμή τα μέτρα προς αντιμετώπιση της κατάστασης έκτακτης ανάγκης πρέπει να  σέβονται το Σύνταγμα και τις γενικές αρχές του διεθνούς δικαίου για την προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Όσον αφορά τον περιορισμό των δικαιωμάτων, θα πρέπει να γίνει διαχωρισμός μεταξύ των δικαιωμάτων των οποίων η εφαρμογή τους δεν μπορεί να ανασταλεί, ούτε σε περιόδους κατάστασης έκτακτης ανάγκης, και των δικαιωμάτων των οποίων η εφαρμογή τους μπορεί να ανασταλεί σε περιόδους κατάστασης έκτακτης ανάγκης.

Τα δικαιώματα των οποίων η εφαρμογή μπορεί να ανασταλεί, με βάση το Α. 183 Σ είναι τα εξής: το δικαίωμα της ζωής μόνον όσο αφορά σε θάνατο που προκαλείται από θεμιτή πολεμική ενέργεια (Α.7Σ), απαγόρευση εξαναγκασμού σε εκτέλεση αναγκαστικής ή υποχρεωτικής εργασίας (Α.10 (2) και (3) Σ), το δικαίωμα στην ελευθερία και στην προσωπική ασφάλεια (Α.11 Σ), το δικαίωμα ελεύθερης μετακίνησης (Α. 13 Σ), το δικαίωμα στο απαραβίαστο της κατοικίας (Α.16 Σ), το απόρρητο της αλληλογραφίας και άλλης επικοινωνίας(Α.17 Σ), η ελευθερία της έκφρασης (Α.19 Σ), το δικαίωμα του συνέρχεσθαι και συνεταιρίζεσθαι (Α21 Σ), το δικαίωμα στην ιδιοκτησία μόνον όσον αφορά το δικαίωμα στην καταβολή το ταχύτερον δυνατό δίκαιης και εύλογης αποζημίωσης λόγω επίταξης περιουσίας (εδάφιο (δ) της ογδόης παραγράφου του Α. 23 Σ), το δικαίωμα στην εργασία (Α. 25 Σ) και το δικαίωμα στην απεργία (Α. 27 Σ).

Αναφορικά με τα  δικαιώματα, των οποίων η εφαρμογή τους δεν μπορεί να ανασταλεί, ούτε σε περιόδους κατάστασης έκτακτης ανάγκης, το Κράτος μπορεί να τα περιορίζει μόνον στο μέτρο που είναι αναγκαίο σε μια δημοκρατική κοινωνία. Γενικά, από τη στιγμή που ένα περιοριστικό μέτρο λαμβάνεται για την αντιμετώπιση ενός νόμιμου σκοπού και νοουμένου ότι γίνεται σεβαστός ο πυρήνας του δικαιώματος, το μέτρο πρέπει να τηρεί την αρχή της αναλογικότητας. Αυτό συμβαίνει και με τον σκοπό της αντιμετώπισης της κατάστασης έκτακτης ανάγκης, αν και αναπόφευκτα ο εν λόγω σκοπός δίνει ένα ειδικό αξιολογικό υπόβαθρο στην ανάλυση του ερωτήματος αν το μέτρο δικαιολογείται σε μια δημοκρατική κοινωνία τη δεδομένη στιγμή.

Με βάση την αρχή της αναλογικότητας, το πρώτο ερώτημα είναι αν το συγκεκριμένο μέτρο είναι κατάλληλο για την επίτευξη του εν λόγω νόμιμου σκοπού. Αν δεν είναι, τότε υπάρχει παραβίαση του δικαιώματος. Αν είναι κατάλληλο, το επόμενο ερώτημα είναι αν το μέτρο είναι αναγκαίο για την επίτευξη του εν λόγω νόμιμου σκοπού. Αν δεν είναι, αναγκαίο, τότε υπάρχει παραβίαση του δικαιώματος. Αν το μέτρο είναι αναγκαίο, το επόμενο ερώτημα είναι αν το κόστος από τον περιορισμό του δικαιώματος είναι μεγαλύτερο από το όφελος της επίτευξης του εν λόγω νόμιμου σκοπού, για τον οποίο λαμβάνονται τα περιοριστικά μέτρα. Αν το κόστος του περιορισμού είναι μεγαλύτερο από το όφελος της επίτευξης του νόμιμου σκοπού, τότε υπάρχει παραβίαση του δικαιώματος. Αν το κόστος είναι μικρότερο από το όφελος, τότε δεν υπάρχει παραβίαση του δικαιώματος και ο περιορισμός θεωρείται αναγκαίος σε μια δημοκρατική κοινωνία.

Αναφορικά με τα δικαιώματα των οποίων η εφαρμογή μπορεί να ανασταλεί, η Κυπριακή Δημοκρατία μπορεί να προχωρήσει σε παρέκκλιση από την προστασία τους με βάση το Α. 183 Σ, το οποίο πρέπει να ερμηνεύεται υπό το φως του Α. 15 ΕΣΔΑ. Τα δικαιώματα των οποίων η εφαρμογή τους μπορεί συνταγματικά να ανασταλεί καθορίζονται ρητά και σε αποκλειστική απαρίθμηση από το Α 183 Σ. Όταν το κράτος προχωρεί στην αναστολή της εφαρμογής κάποιων δικαιωμάτων, στην πραγματικότητα το κράτος παραβιάζει τα συγκεκριμένα δικαιώματα, όμως η παραβίαση μπορεί να δικαιολογηθεί υπό το φως της έκτακτης ανάγκης ή με άλλα λόγια, ενός δικαίου της ανάγκης.

Η παρέκκλιση από την προστασία αυτών των δικαιωμάτων δικαιολογείται όμως μόνο αν τηρούνται οι απαιτήσεις του Συντάγματος, στην περίπτωση της Κύπρου, το Α 183 Σ, υπό το φως του άρθρου 15 ΕΣΔΑ. Η παρέκκλιση πρέπει να είναι τέτοια ώστε να είναι απολύτως αναγκαία για την αντιμετώπιση της έκτακτης κατάστασης. Το επίπεδο της αναγκαιότητας των μέτρων είναι αυτό του απολύτως αναγκαίου μέτρου. Γι’ αυτό και οι παρεκκλίσεις πρέπει να είναι προσωρινές και να ισχύουν μόνο όσο χρόνο είναι αναγκαίες για την αντιμετώπιση της έκτακτης ανάγκης. Την ίδια στιγμή οι παρεκκλίσεις πρέπει να σέβονται την αρχή της ισότητας και το δικαίωμα της ίσης μεταχείρισης και να μην είναι καταχρηστικές.

* Δικηγόρος και μέλος του διδακτικού προσωπικού της Νομικής του Πανεπιστημίου Λευκωσίας

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *