Ανυπόστατη η θέση της Τουρκίας για καθορισμό ζωνών: Στόχος η δημιουργία τουρκικού προτεκτοράτου στην Κύπρο

FILE PHOTO. Ο Πρόεδρος της Τουρκίας Ταγίπ Ερντογάν στους εορτασμούς για τη νίκη της Τουρκίας στην Άγκυρα εναντίον της Ελλάδας. EPA/TUMAY BERKIN

Του Ανδρέα Ιακωβίδη

Στη συνέντευξή του στην εφημερίδα «Καθημερινή» στις 4 Φεβρουαρίου 2018, ο Υπουργός Εξωτερικών της Τουρκίας κ. Mevlut Çavuşoğlu διατυπώνει ορισμένες θέσεις σχετικά με το Δίκαιο της Θάλασσας αναφορικά με την Κύπρο, οι οποίες δε θα μπορούσαν να παραμείνουν αναπάντητες.

Η θέση της Κυπριακής Δημοκρατίας σε θέματα δικαίου της θάλασσας, βασίζεται στη στέρεα βάση του ισχύοντος δικαίου της θάλασσας, ως εκτίθεται στη Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών για το Δίκαιο της Θάλασσας της 10ης Δεκεμβρίου 1982 (στο εξής: ΣΔΘ), στη συνομολόγηση της οποίας συμμετείχε ενεργά. 

Σύμφωνα με το άρθρο 121 (2) της ΣΔΘ όλα τα νησιά δικαιούνται χωρικής θάλασσας, συνορεύουσας ζώνης, αποκλειστικής οικονομικής ζώνης (στο εξής: ΑΟΖ) και υφαλοκρηπίδας και οι ζώνες αυτές καθορίζονται σύμφωνα με τις γενικές διατάξεις της Σύμβασης, όπως αυτές εφαρμόζονται στις ηπειρωτικές περιοχές. Ως εκ τούτου, η τουρκική θέση ότι οι εν λόγω ζώνες θαλάσσιας δικαιοδοσίας πρέπει να καθορίζονται με κριτήρια όπως το μέγεθος, ο πληθυσμός, η γεωμορφολογία κλπ., είναι ανυπόστατη.

Συναφώς, τα άρθρα 122 και 123 της ΣΔΘ, αναφορικά με τις “Κλειστές ή ημίκλειστες θάλασσες”, βρίσκονται σε αντίθεση με την τουρκική θέση περί εφαρμογής ειδικών κανόνων σε αυτές όσον αφορά τη θαλάσσια οριοθέτηση και τη δικαιοδοσία. Σημειώνεται δε ότι σχετική πρόταση της Τουρκίας κατά τη διάρκεια των διαπραγματεύσεων συνομολόγησης της ΣΔΘ είχε απορριφθεί. Στη βάσει αυτών αλλά και των λοιπών προνοιών της ΣΔΘ, η Κύπρος και η Ευρωπαϊκή Ένωση, συγκαταλέγονται ανάμεσα στα 168 συμβαλλόμενα μέρη της ΣΔΘ, δίνοντας έτσι στους κανόνες της τη δύναμη του εθιμικού δικαίου, δεσμεύοντας, δηλαδή, και τα κράτη που δεν είναι συμβαλλόμενα στη ΣΔΘ.

Η Τουρκία παραμένει στη μικρή μειοψηφία των κρατών που δεν υπέγραψαν ή δεν επικύρωσαν την ΣΔΘ. Βρίσκεται επίσης στη μειοψηφία του ενός στη Γενική Συνέλευση των Ηνωμένων Εθνών, κατά τις υιοθετήσεις των ετήσιων Περιεκτικών Ψηφισμάτων του σώματος για τους Ωκεανούς,  όπως έπραξε τελευταία στις 5 Δεκεμβρίου 2017. Η Κυπριακή Δημοκρατία, κήρυξε χωρική θάλασσα 12 μιλίων το 1964. Κήρυξε επίσης ΑΟΖ το 2004, χρησιμοποιώντας τη μέθοδο της μέσης γραμμής όσον αφορά τα αντικείμενα κράτη. Πιο συγκεκριμένα έχει επίσης υπογράψει συμφωνίες οριοθέτησης ΑΟΖ με την Αίγυπτο (2003), το Λίβανο (2007) (παραμένει ανεπικύρωτη από πλευράς Λιβάνου) και το Ισραήλ (2010), με τη μέθοδο της μέσης γραμμής και με διάταξη διαιτησίας σε περίπτωση διαφοράς. Πρόκειται για πρότυπα συμφωνιών οι οποίες πρέπει να διατηρηθούν και οι οποίες μπορούν να αποτελέσουν μοντέλα για άλλες περιπτώσεις.

Αντιθέτως, η Τουρκία (η οποία συνήψε συμφωνίες οριοθέτησης ΑΟΖ με γειτονικά κράτη στη Μαύρη Θάλασσα με τη μέθοδο της μέσης γραμμής) δεν έχει κηρύξει ΑΟΖ στη Μεσόγειο. Έχει επίσης συνάψει συμφωνία οριοθέτησης υφαλοκρηπίδας με την «Τουρκική Δημοκρατία της Βόρειας Κύπρο» τον Σεπτέμβριο του 2011. Αυτή η «συμφωνία» μεταξύ της κατοχικής δύναμης και της παράνομης οντότητας, η οποία βρίσκεται υπό τον έλεγχο της (και η οποία κηρύχθηκε «νομικά άκυρη» από το Συμβούλιο Ασφαλείας, μέσω των ψηφισμάτων 541 και 550 και δεν αναγνωρίζεται από κανένα άλλο κράτος του κόσμου, εκτός από την Τουρκία), δεν έχει καμία ισχύ ή υπόσταση στο διεθνές δίκαιο.

Η Τουρκία έχει επίσης δηλώσει, αυθαίρετα και αδικαιολόγητα, πως η περιοχή δυτικά του γεωγραφικού μήκους 32°16’18”E αποτελεί μέρος της υφαλοκρηπίδας της, επικαλύπτοντας έτσι μέρος της ΑΟΖ / υφαλοκρηπίδας της Κύπρου (συμπεριλαμβανομένου του τεμαχίου 6 της ΑΟΖ της Κύπρου). Η διεθνής κοινότητα αναγνωρίζει τα κυριαρχικά δικαιώματα της Κύπρου στην ΑΟΖ της, όπως αποδεικνύεται και από διάφορες επίσημες δηλώσεις και το γεγονός ότι μεγάλες πετρελαϊκές εταιρείες διαφόρων χωρών (γαλλική TOTAL, ιταλική ENI, αμερικανικές Exxon Mobil και Noble Energy, κορεατική KoGas και Qatar Petroleum) έχουν λάβει άδειες για την εξερεύνηση υδρογονανθράκων σε αυτά τα τεμάχια.

Η Κυπριακή Δημοκρατία δεν έχει καμία αμφιβολία για τα νόμιμα δικαιώματά της, ωστόσο εάν η Τουρκία επιμένει στις θέσεις της, ο τρόπος προώθησης αυτών δεν μπορεί να είναι μέσω απειλών και ενεργειών διπλωματίας της κανονιοφόρου, αλλά μέσω διαδικασιών ειρηνικής επίλυσης διαφορών, όπως είναι ο διάλογος και σε περίπτωση αποτυχίας αυτού, προσφεύγοντας στο Διεθνές Δικαστήριο (ICJ) ή σε διαιτησία (η επιλογή της προσφυγής στο Διεθνές Δικαστήριο για το Δίκαιο της Θάλασσας στο Αμβούργο, δεν είναι διαθέσιμη, καθώς η Τουρκία δεν είναι συμβαλλόμενο μέρος της ΣΔΘ).

Ο κ. Çavuşoğlu αναφέρεται στους Τουρκοκύπριους ως «συνιδιοκτήτες της Κύπρου» με «αναφαίρετα δικαιώματα για τους φυσικούς πόρους γύρω από το νησί». Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι οι Τουρκοκύπριοι, όπως όλοι οι Κύπριοι, έχουν το δικαίωμα να επωφεληθούν από τους φυσικούς πόρους των υδάτων και των βυθών γύρω από το νησί και η Κυπριακή Κυβέρνηση έχει δηλώσει επανειλημμένα πως μέσα από τη λύση του Κυπριακού προβλήματος, οι Τουρκοκύπριοι θα επωφεληθούν άμεσα από τον φυσικό πλούτο της Κύπρου. Ωστόσο, θα ήταν άνευ προηγουμένου να ισχυριστεί κανείς ότι μια κοινότητα ή μειονότητα στο εσωτερικό ενός κράτους έχει το δικαίωμα να παρέχει άδειες εξερεύνησης σε εταιρείες για εκμετάλλευση φυσικών πόρων (όπως συνέβη με την Turkish Petroleum, σύμφωνα με τον κ. Çavuşoğlu).

Εάν αυτό συνέβαινε, δεν θα έπρεπε, λόγου χάρη, να είναι δυνατό για τους Κόπτες της Αιγύπτου ή τους Μαρωνίτες του Λιβάνου ή τους Μουσουλμάνους της Ινδίας ή τους Κούρδους στην Τουρκία να έχουν το ίδιο δικαίωμα; Σε όλες τις χώρες, συμπεριλαμβανομένης της Τουρκίας, το δικαίωμα λήψης τέτοιων αποφάσεων ανήκει στην κυβέρνηση οποιουδήποτε διεθνούς αναγνωρισμένου κράτους, το οποίο στην περίπτωση αυτή είναι η Κυπριακή Δημοκρατία (η οποία είναι «εκλιπούσα» μόνο κατά την Τουρκία).

Το Συμβούλιο Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών, με το ψήφισμα 2398 (2018) της 30 Ιανουαρίου 2018, ανανέωσε τη θητεία της Ειρηνευτικής Δύναμης της Κύπρου ρητώς αναφέρει “με τη συναίνεση της Κυπριακής Κυβέρνησης”. Από την υιοθέτηση του ψηφίσματος 186 (1964) του Συμβουλίου Ασφαλείας, η διεθνής κοινότητα επαναβεβαιώνει την αναγνώριση της Κυπριακής Δημοκρατίας και της κυβέρνησή της, παρά την παράνομη τουρκική εισβολή του 1974 και τις συνέπειές της.

Ο κ. Çavuşoğlu ζητά μια “αλλαγή νοοτροπίας” των Ελληνοκυπρίων, ώστε να επιτευχθεί μια διευθέτηση. Αυτό που πραγματικά απαιτείται είναι μια αλλαγή νοοτροπίας στην Άγκυρα, ώστε να εγκαταλείψει τις επίμονες νεοθωμανικές επιδιώξεις της, οι οποίες αποσκοπούν στη δημιουργία ενός τουρκικού προτεκτοράτου στην Κύπρο,με μόνιμη παραμονή τουρκικών στρατευμάτων και δικαιώματα παρέμβασης.

Αυτό θα επέτρεπε στους Ελληνοκύπριους και τους Τουρκοκύπριους να ζήσουν ειρηνικά σε ένα ενιαίο “κανονικό κράτος” (όπως ανέφερε ο Γενικός Γραμματέας του ΟΗΕ), απαλλαγμένοι από εξωτερικές παρεμβάσεις και επωφελούμενοι από την αξιοποίηση των φυσικών πόρων και της ΑΟΖ της Κυπριακής Δημοκρατίας. Έχοντας υπηρετήσει ως πρέσβης στη Γερμανία κατά την επανένωση της το 1990, θεωρώ ότι το γερμανικό παράδειγμα, εξακολουθεί να προσφέρεται για άντληση διδαγμάτων για την Κύπρο.

* Αρχηγός της Κυπριακής Αντιπροσωπείας κατά τις διαπραγματεύσεις για τη συνομολόγηση της Σύμβασης για το Δίκαιο της Θάλασσας του 1982 (1972-1982). Διετέλεσε Μόνιμος Αντιπρόσωπος της Κυπριακής Δημοκρατίας στα Ηνωμένα Έθνη, Πρέσβης στις ΗΠΑ, στη Γερμανία, και Γενικός Διευθυντής του Υπουργείου Εξωτερικών.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *