Απαράδεκτη η στάση του ΝΑΤΟ: Γυρίζουν την πλάτη στην Ελλάδα, «χαϊδεύουν» την Τουρκία

North Atlantic Treaty Organization (NATO) Secretary General Jens Stoltenberg at the NATO headquarters in Brussels, Belgium, 15 March 2018. EPA, OLIVIER HOSLET

Του Νίκου Μελέτη

Μπροστά σε μια δυσάρεστη πραγματικότητα, την οποία ήθελε να αποφύγει προκειμένου να μην καταρρεύσει το αφήγημα περί ενίσχυσης της διεθνούς θέσης της χώρας και ισχυρών συμμαχιών της, αλλά και για ύπαρξη εναλλακτικών επιλογών στην αντιμετώπιση της Τουρκίας βρίσκεται η κυβέρνηση με αφορμή την υπόθεση των δύο στρατιωτικών.

Ο διεθνής παράγοντας, το ΝΑΤΟ αλλά και η ίδια η Ε.Ε., δείχνουν διάθεση να «χαϊδεύουν» την Τουρκία, να αποδέχονται ως ένα «ιδιότυπο χούι» την προκλητικότητα και τις απειλές εναντίον της Ελλάδας και της Κύπρου – κρατών μελών της Ε.Ε. και της μιας εξ αυτών και μέλους του ΝΑΤΟ. 

Δεν είναι μόνο η δήλωση του γ.γ. του ΝΑΤΟ J. Stoltenberg που προκαλεί ανησυχία, αν και ήταν αναμενόμενη σε όσους γνωρίζουν το πλέγμα των ελληνοτουρκικών σχέσεων στη νατοϊκή διάστασή τους.

Το Βερολίνο, οι περισσότερες ευρωπαϊκές πρωτεύουσες αλλά και η Κομισιόν στηρίζουν αναφανδόν την κυβέρνηση Zaev στα Σκόπια και αποφεύγουν να εμπλακούν στα ελληνοτουρκικά, ενώ και η Ουάσιγκτον πιέζει για εξεύρεση λύσης στη διαφορά με την ΠΓΔΜ και τηρεί πολιτική ίσων αποστάσεων στο Αιγαίο (προσφάτως αποκαλύψαμε ότι τα νατοϊκά AWACS δεν κάνουν χρήση των αεροδιαδρόμων του Αιγαίου λόγω των ισχυρισμών της Τουρκίας περί αποστρατιωτικοποίησης των νησιών).

Σε ό,τι αφορά την Κύπρο, η υποστήριξη των ερευνών στην ΑΟΖ συνοδεύεται με την επισήμανση ότι η εκμετάλλευση των φυσικών πόρων θα πρέπει να γίνει προς όφελος και των δύο κοινοτήτων. Αναφορά που ερμηνεύεται από την τουρκική πλευρά με διαφορετικό τρόπο, ως συμπλέουσα με την τουρκική απαίτηση για διακοπή των ερευνών μέχρι την επίλυση του Κυπριακού ή σε διαφορετική περίπτωση συνεκμετάλλευση των φυσικών πόρων μεταξύ της Κυπριακής Δημοκρατίας και του ψευδοκράτους.

Πελαγοδρομώντας η κυβέρνηση δήλωνε από τη μια ότι η υπόθεση της σύλληψης των δύο στρατιωτικών ήταν σύνηθες περιστατικό που δεν απαιτεί διεθνή ανάδειξη, και την ίδια στιγμή ο πρωθυπουργός έθετε το ζήτημα στον γ.γ. του ΟΗΕ, ενώ ο Π. Καμμένος ζητούσε τη μεσολάβηση του… Ρουμάνου υπουργού Άμυνας.

Ενώ λοιπόν η Αθήνα υποτίθεται ότι κινητοποιείται κυρίως στην Ε.Ε. για να ορθώσει ανάχωμα στην τουρκική επιθετικότητα, οι εξελίξεις είναι απογοητευτικές.

Η κα Merkel με την έναρξη της νέας θητείας της ως καγκελαρίου, αφού επανήλθε στη γνωστή και δημοφιλή στη Γερμανία θέση για μη αναβάθμιση της Τελωνειακής Ένωσης με την Τουρκία λόγω της κατάστασης του κράτους δικαίου στη γειτονική χώρα, έσπευσε να πλέξει το εγκώμιο της Τουρκίας για τον ρόλο της στην ανακοπή των μεταναστευτικών ροών, αλλά και για τον… σταθεροποιητικό ρόλο της στα Βαλκάνια.

Και φυσικά απέφυγε την οποιαδήποτε έκφραση αλληλεγγύης προς την Ελλάδα και την Κύπρο, χαιρετίζοντας απλώς τις «συχνές επαφές του κ. Τσίπρα με την τουρκική ηγεσία και την επίσκεψή Erdogan στην Αθήνα».

Ενώ μάλιστα η Αθήνα και η Λευκωσία είχαν αφήσει να εννοηθεί ότι θα διασυνδέσουν το θέμα των προκλήσεων στην κυπριακή ΑΟΖ και της απελευθέρωσης των δύο Ελλήνων στρατιωτικών με την πραγματοποίηση της συνάντησης Κορυφής Ε.Ε.-Τουρκίας στη Βάρνα, τώρα το ενδεχόμενο αυτό απομακρύνεται όλο και περισσότερο, καθώς η συνάντηση προαναγγέλλεται και μάλιστα χωρίς τέτοιους όρους.

Η συνάντηση, όχι μόνο δεν έχει ακυρωθεί αλλά η Ε.Ε. αποφάσισε να επιβραβεύσει την Τουρκία με ένα ποσό 3 δισεκατομμυρίων ευρώ τα οποία θα προέλθουν από τον προϋπολογισμό της Ε.Ε. και από τους προϋπολογισμούς των κρατών – μελών. Δηλαδή Αθήνα και Λευκωσία θα προσφέρουν και δώρο μερικών δεκάδων εκατομμυρίων ευρώ στο καθεστώς Erdogan, τη στιγμή που κορυφώνεται η τουρκική επιθετικότητα εναντίον των δύο χωρών.

Η «εξάρτηση» της Γερμανίας αλλά και των κεντροευρωπαϊκών χωρών από την Τουρκία και η οικοδόμηση έτσι de facto μιας ειδικής σχέσης, οφείλεται σε μεγάλο βαθμό και στις συμφωνίες του 2016, που σταδιακά αποδέχθηκε η Ελλάδα να αποτελέσουν τα νησιά τη δεξαμενή «φύλαξης» των μεταναστευτικών ροών που διοχετεύει στο Αιγαίο ο κ. Erdogan, αφού βεβαίως είχε προηγηθεί το κλείσιμο του βαλκανικού διαδρόμου, όπου μεγάλες ευρωπαϊκές χώρες πριμοδότησαν την ΠΓΔΜ για το σφράγισμα των συνόρων της με μια ευρωπαϊκή χώρα.

Σε ό,τι αφορά το ΝΑΤΟ, η απάντηση του γ.γ. J. Stoltenberg στο τουρκικό πρακτορείο «Anadolu», που παρέπεμψε στη συνεννόηση των δύο συμμάχων χωρών για το θέμα των δύο στρατιωτικών, αποτελεί πιστή τήρηση της απαράδεκτης πολιτικής ουδετερότητας που υιοθετεί το ΝΑΤΟ μεταξύ της Ελλάδας και της Τουρκίας. Και αυτό φυσικά αφορά και μείζονα ζητήματα στο Αιγαίο που η Τουρκία επιβάλλει γκριζάρισμα μεγάλων περιοχών ακόμη και εντός του ΝΑΤΟ.

Χαρακτηριστικά του κλίματος εξωραϊσμού της Τουρκίας αλλά και του τρόπου με τον οποίο χαϊδεύουν τη χώρα αυτή, ήταν και τα αποσπάσματα της συνέντευξης του κ. Stoltenberg, που εξήρε την προσφορά της Τουρκίας στην κοινή ασφάλεια και έσπευσε να δικαιολογήσει και αυτήν ακόμη την απόφαση της Τουρκίας για αγορά ρωσικών πυραύλων S-400, κάτι που οι στρατιωτικοί παράγοντες της Συμμαχίας θεωρούν ως υπονομευτική της αξιοπιστίας της.

*Αναδημοσίευση από τον Φιλελεύθερο της Πέμπτης 15 Μαρτίου 2018

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *