Από τί μας γλύτωσε ο Έβρος το Μάρτιο 2020

Φωτογραφία Καθημερινή

Του ΣΤΑΥΡΟΥ ΛΥΓΕΡΟΥ

Τώρα που ο Έλληνας πρωθυπουργός ετοιμάζει τις βαλίτσες του για να συναντήσει τον Τούρκο πρόεδρο στην Πόλη, είναι χρήσιμο να θυμηθούμε τι συνέβαινε τέτοιες ημέρες πριν δύο ακριβώς χρόνια. Όταν η Ελλάδα δέχθηκε μία πρωτοφανή υβριδική επίθεση με τουρκικό όπλο επίδοξους παράνομους μετανάστες. Και έχει σημασία αυτή η αναφορά στο Μάρτιο 2020, επειδή έχει να μας διδάξει πολλά για το σήμερα, ειδικά εν όψει της ελληνοτουρκικής συνάντησης κορυφής.

Με το εάν έπρεπε ο Μητσοτάκης να έχει πάρει αυτή την πρωτοβουλία είναι ένα άλλο ζήτημα, με το οποίο θα ασχοληθούμε σε επόμενο άρθρο. Μέχρι την πριν από δύο χρόνια οργανωμένη από το τουρκικό κράτος μαζική έφοδο μεταναστών στον Έβρο, η Ελλάδα διολίσθαινε σ’ ένα σχεδόν υπαρξιακό εθνικό αδιέξοδο. Για την ακρίβεια, είχε αφεθεί να εγκλωβισθεί σε μία πληθυσμιακή μηχανική, η οποία αργά αλλά σταθερά διάβρωνε τα θεμέλια του εθνικού κράτους.

Η διόγκωση των μεταναστευτικών ροών στα νησιά του ανατολικού Αιγαίου (κι όχι μόνο) αφενός επιδείνωνε δραματικά τις ήδη πολύ δύσκολες συνθήκες στα εκεί κέντρα φιλοξενίας, αφετέρου πυροδοτούσε ολοένα και πιο έντονες αντιδράσεις των τοπικών κοινωνιών που έβλεπαν την καθημερινότητά τους να ανατρέπεται και μάλιστα κατά τρόπο που με την πάροδο του χρόνου θα γινόταν μη αντιστρέψιμος.

Στην πραγματικότητα, επρόκειτο για φαύλο κύκλο με προδιαγεγραμμένη κατάληξη. Φαύλος κύκλος για την ελληνική Πολιτεία, αφού πριν προλάβει να αποσυμφορήσει τα νησιά, οι νέες αφίξεις ανακύκλωναν τη συμφόρηση που υπήρχε στις εκεί δομές φιλοξενίας. Η κατάσταση αυτή, ωστόσο, δεν ήταν καθόλου φαύλος κύκλος για τον Ερντογάν. Αντιθέτως, ήταν ένα σχέδιο που αποδεδειγμένα έφερνε αποτελέσματα.

Ανοίγοντας τη στρόφιγγα επιτύγχανε “με ένα σμπάρο δυο τρυγόνια”: εκβίαζε την ΕΕ με σκοπό να αποσπάσει περισσότερα χρήματα και ταυτοχρόνως όχι μόνο καταπονούσε την Ελλάδα, αλλά και την υπέβαλε σε μία διαδικασία σταδιακής αλλά σταθερής αλλοίωσης της σύνθεσης του πληθυσμού για πρώτη φορά από το 1830 στην παλαιά Ελλάδα και από το 1923 στη βόρεια Ελλάδα. Τα γεγονότα, μάλιστα, έδειχναν ότι τα κατάφερνε μια χαρά μέχρι να χάσει το μέτρο και να διαπράξει το λάθος, οργανώνοντας την απόπειρα μαζικής εισβολής στον Έβρο, η οποία υποχρέωσε την Ελλάδα να ξυπνήσει και να αντιδράσει.

Απέραντο hot spot

Ο Τούρκος πρόεδρος, άλλωστε, είχε και πριν τον Έβρο επανειλημμένως εκτοξεύσει απειλές, ομολογώντας ότι εργαλειοποιεί τους πρόσφυγες-μετανάστες. Μπορεί με την τουρκική επιχείρηση στον Έβρο να παραβίασε κατάφωρα την ευρωτουρκική συμφωνία του 2016, αλλά και πριν την παραβίαζε συστηματικά, έστω κι αν εν μέρει τηρούσε κάποια προσχήματα. Προσχήματα που διευκόλυναν την ΕΕ να κάνει πως δεν βλέπει αυτό που συνέβαινε, αφού ο “λογαριασμός” πήγαινε στην Ελλάδα κι όχι στις Βρυξέλλες ή στο Βερολίνο.

Το δράμα ήταν ότι τα προσχήματα τα “αγόραζε” και το ελληνικό πολιτικό σύστημα. Με λογική σχεδόν “υπηρέτη”, και πάντως όχι άμεσα θιγόμενου εταίρου, ακολουθούσε τις άτυπες συστάσεις του ευρωιερατείου. Αυτό συνέβη επί κυβέρνησης Τσίπρα και συνεχίσθηκε επί κυβέρνησης Μητσοτάκη μέχρι τα επεισόδια στα νησιά και την έφοδο στον Έβρο. Αφού το πρόβλημα δεν έφθανε στους βορειοευρωπαίους και η Ελλάδα μετατρεπόταν σταδιακά σε απέραντο hot spot, η ΕΕ περιοριζόταν σε μία μίζερη διαχείριση, αποφεύγοντας να αναλάβει στρατηγικού χαρακτήρα δράσεις για να λύσει το πρόβλημα.

Όταν το 2017 ήταν ακόμα αντικαγκελάριος, ο σοσιαλδημοκράτης Γκάμπριελ είχε δηλώσει με δόση αυτοκριτικής: «Πήγαμε στον κ. Ερντογάν, επειδή εμείς οι ίδιοι στην ΕΕ ήμασταν ανίκανοι να κάνουμε μια κοινή ευρωπαϊκή πολιτική για πρόσφυγες». Το ευρωιερατείο φοβόταν (και συνεχίζει να φοβάται) ότι εάν αυτοί που φθάνουν από τα μικρασιατικά παράλια στα ελληνικά νησιά, μεταφερθούν στην ηπειρωτική Ελλάδα, θα βρουν τρόπο να φθάσουν παράνομα στη βορειοδυτική Ευρώπη.

Γι’ αυτό και υιοθέτησε την αυθαίρετη ερμηνεία της ευρωτουρκικής συμφωνίας του 2016 ότι όσοι μετανάστες μεταφερθούν από τα νησιά στην ηπειρωτική Ελλάδα δεν θα μπορούν να επαναπροωθηθούν στην Τουρκία. Τα γεγονότα απέδειξαν ότι η Τουρκία ελάχιστους δέχθηκε πίσω κι από αυτούς που παρέμειναν στα νησιά. Και δυστυχώς, η κυβέρνηση Μητσοτάκη, δια του αρμόδιου υπουργού Μηταράκη, επιμένει να κατασκευάσει στα μεγάλα ακριτικά νησιά του ανατολικού Αιγαίου ουσιαστικά μουσουλμανικές πόλεις με τη μορφή γιγαντιαίων κέντρων υποδοχής προσφύγων-μεταναστών.

Η αδιέξοδη διαχείριση

Όσο ο Ερντογάν έσπρωχνε μετανάστες στα νησιά και στον Έβρο σε μικρότερες ή μεγαλύτερες δόσεις, το θύμα (η Ελλάδα) περιοριζόταν σε μία αδιέξοδη διαχείριση. Κι αυτό, παρότι οι τοπικές κοινωνίες είχαν αρχίσει να αντιδρούν έντονα, δημιουργώντας στην κυβέρνηση Μητσοτάκη πολιτικό πρόβλημα. Ο εγκλωβισμός ολοένα και μεγαλύτερου αριθμού μεταναστών (και λιγότερων προσφύγων) στην Ελλάδα προκαλούσε παρενέργειες σε μία κοινωνία, η οποία πιέζεται αφόρητα από οξύτατη πολυετή οικονομική κρίση. Σ’ αυτήν τα τελευταία δύο χρόνια προστέθηκε η πανδημία και τώρα η οξύτατη ενεργειακή κρίση, που προκαλεί τσουνάμι ακρίβειας.

Οι μετανάστες που επιδιώκουν να φθάσουν στη βορειοδυτική Ευρώπη γνωρίζουν βεβαίως πως ο βαλκανικός διάδρομος έχει προ πολλού κλείσει κι ότι κινδυνεύουν να εγκλωβισθούν στην Ελλάδα. Από την άλλη πλευρά, όμως, ζουν με την ελπίδα ότι εάν φθάσουν στην Ελλάδα θα βρεθούν πιο κοντά στον προορισμό τους. Αυτό, ωστόσο, δεν επαρκεί ως εξήγηση για την ιδιότυπη πολυήμερη πολιορκία στον Έβρο.

Μέχρι τότε, όμως, είχαν κι άλλο κίνητρο να έλθουν στην Ελλάδα. Γνώριζαν ότι όσους υποβάλουν αίτηση για άσυλο, δηλαδή σχεδόν όλους, τους περιμένει μία στέγη, συχνά σε κακές συνθήκες, αλλά και ένα επίδομα μερικών εκατοντάδων ευρώ. Ο συνδυασμός της ελπίδας και του επιδόματος ήταν ένα κίνητρο για να κάνουν το άλμα, εξ ου και η διόγκωση των ροών όλο εκείνο το διάστημα. Είναι αφελές να πιστεύει κάποιος ότι όσοι έφθαναν στα νησιά δεν γνώριζαν τις συνθήκες που επικρατούν στη Μόρια και αλλού. Παρ’ όλα αυτά επιχειρούσαν το άλμα.

Η πληθυσμιακή μηχανική

Ο Ερντογάν επανειλημμένως χρησιμοποιεί ως επιχείρημα το γεγονός ότι η Τουρκία φιλοξενεί περισσότερα από τρία εκατομμύρια πρόσφυγες και μετανάστες. Προφανώς πρόκειται για ένα μεγάλο βάρος και για τα μέτρα της Τουρκίας. Στο σημείο αυτό, ωστόσο, εγείρεται ένα κρίσιμο ερώτημα: Αφού σηκώνει τέτοιο βάρος, γιατί η Άγκυρα κατάργησε τη βίζα για πολίτες μουσουλμανικών χωρών της Ασίας και της Αφρικής, οι οποίες είναι γνωστό ότι εξάγουν μαζικά μετανάστες; Γιατί επιπροσθέτως καθιέρωσε απευθείας πτήσεις της Turkish Airlines με πολύ φθηνό εισιτήριο;

Στην πραγματικότητα, το καθεστώς Ερντογάν έλαβε μέτρα, τα οποία ισοδυναμούν με ένα έμμεσο κάλεσμα προς υποψήφιους οικονομικούς μετανάστες. Επειδή οι Τούρκοι δεν είναι βλάκες να μην καταλαβαίνουν τι κάνουν, προφανώς έχουν τον σκοπό τους. Κι αυτός ο σκοπός έχει να κάνει αφενός με τη διοχέτευση παράνομων μουσουλμάνων μεταναστών στην Ελλάδα, αφετέρου με τους τουρκικούς σχεδιασμούς για εποικισμό κουρδικών περιοχών.

Δεν είναι πλέον μυστικό ότι το καθεστώς Ερντογάν αξιοποιεί την παρουσία τόσο μεγάλου αριθμού σουνιτών μεταναστών για να αλλοιώσει την σύνθεση του πληθυσμού και στη νοτιοανατολική Τουρκία και στη βόρειο Συρία, που αμφότερες κατοικούνται από Κούρδους. Παραχωρούν τουρκική ιθαγένεια σε μεγάλο αριθμό επιλεγμένων σουνιτών και τους εγκαθιστούν στις κουρδικές περιοχές. Με άλλα λόγια, επιχειρούν, επίσης, με “πληθυσμιακή μηχανική” να μετατρέψουν το πρόβλημα σε ευκαιρία.

Ας θυμηθεί τον Μάρτιο 2020

Ευτυχώς για την Ελλάδα, η προ διετίας τουρκική υβριδική επίθεση στον Έβρο αποκρούστηκε επιτυχώς, προκαλώντας μία σπάνια εθνική ανάταση. Εάν δεν είχε αποκρουστεί, η βόρεια Ελλάδα θα είχε πλημμυρίσει με μουσουλμάνους μετανάστες, ο έλεγχος των οποίων, λόγω των μεγάλων αριθμών, θα ήταν πρακτικά αδύνατος. Αυτό θα αποσταθεροποιούσε τη δημόσια τάξη και δυνητικά την εθνική ασφάλεια. Εάν έσπαγε το φράγμα και το πρώτο κύμα “πολιορκητών” εισερχόταν στην ελληνική επικράτεια, αναπόφευκτα θα ακολουθούσαν και νέα κύματα με ό,τι αυτό συνεπάγεται.

Η κυβέρνηση Μητσοτάκη πιστώθηκε πολιτικά την απόφασή της να αντισταθεί και είναι αυτός ένας βασικός λόγος που η ΝΔ διατηρεί σημαντικό προβάδισμα έναντι του ΣΥΡΙΖΑ μέχρι σήμερα. Επίσης, πιστώνεται το γεγονός ότι έλαβε μέτρα για την συρρίκνωση των μεταναστευτικών ροών. Χρεώνεται, ωστόσο, την εμμονή να κατασκευάσει τις υπερδομές φιλοξενίας σε Λέσβο, Χίο και Σάμο, οι οποίες, εκτός των άλλων, συνιστούν και απειλή για την εθνική ασφάλεια. Αλλά αυτό είναι ένα άλλο ζήτημα.

Ο Έλληνας πρωθυπουργός είναι χρήσιμο να θυμηθεί εκείνες τις ημέρες του 2020 τώρα που θα συναντήσει τον Ερντογάν. Κι αυτό, επειδή η Άγκυρα, παρά την αποτυχία της τότε, δεν έπαψε να χρησιμοποιεί τους μετανάστες σαν όπλο. Μπορεί να μην οργάνωσε μία νέα υβριδική επίθεση, η οποία άλλωστε δεν θα είχε το στοιχείο του αιφνιδιασμού, όπως είχε το 2020. Συνεχίζει, ωστόσο, να κατηγορεί σε κάθε ευκαιρία την Ελλάδα ότι “πυροβολεί”, “πνίγει”, “κακομεταχειρίζεται” και δεν ξέρω εγώ τι άλλο τους “κακόμοιρους πρόσφυγες”. Αυτό ως υπενθύμιση για να μην ξεχνιόμαστε και να μην βυθιζόμαστε σε αυταπάτες για τα ελληνοτουρκικά. Αυταπάτες που βρίσκουν εύφορο έδαφος στο Μαξίμου…

 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.