Από τη στιγμή που Αθήνα και Λευκωσία επέλεξαν τις ΗΠΑ, σε αντίθεση με την Άγκυρα που παίζει σε όλα τα ταμπλό, τουλάχιστον ας εξασφαλίσουν και κάποια ανταλλάγματα ασφάλειας

Ο πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ κάνει δηλώσεις στους δημοσιογράφους στην έδρα των Ηνωμένων Εθνών. EPA, PETER FOLEY

Του ΣΤΕΦΑΝΟΥ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΙΔΗ

Οι σχέσεις της Ελλάδας με τις ΗΠΑ παίρνουν τη μεγάλη στροφή μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, όταν η μέχρι τότε «προστάτιδα», η Βρετανία, πτωχεύσασα, παραχώρησε το προνομιακό γωνιακό οικόπεδο στην υπερδύναμη, ηγέτιδα του «ελεύθερου κόσμου».  Ξέρω, δεν είναι ίσως ο καλύτερος τρόπος να περιγράψει κανείς το πέρασμα από τη βρετανική «κηδεμονία» στην αμερικάνικη και πιθανόν να μη αρέσει σε πολλούς, αλλά η Ελλάδα πέρασε μέσα από τη δίνη του Εμφυλίου Πολέμου  την περίοδο αυτή και όσο η χώρα να ανασάνει, ο Αμερικανός πρεσβευτής στην Αθήνα είχε ρόλο Ρωμαίου ανθυπάτου. Από τότε κύλησε πολύ νερό στο αυλάκι.

Η μικρή ελληνική «αναγέννηση» της δεκαετίας του ‘60 πνίγηκε πρώτα από την αποστασία και ύστερα από την απριλιανή δικτατορία, με τους Αμερικανούς να πρωταγωνιστούν και στα δύο αυτά σημαντικά πολιτικά γεγονότα που οδήγησαν την Ελλάδα και την Κύπρο στη συνέχεια, σε εθνική συμφορά.

Η Μεταπολίτευση στην Ελλάδα μετά το πραξικόπημα και την τουρκική εισβολή στην Κύπρο, ανακοινώθηκε πρώτα στην Ουάσινγκτον, 48 ώρες πριν την έλευση Καραμανλή στην Αθήνα, από τον Χένρι Κίσινγκερ! Και οι ΗΠΑ πέτυχαν αυτό που ήθελαν: Καμιά επέμβαση από την Ελλάδα στην Κύπρο για να παραμείνει απερίσπαστος ο Αττίλας στο έργο του. Από τότε δεν υπήρξε σχέδιο «λύσης» που να μη φέρει την αμερικάνικη σφραγίδα. Και πάντα η ζυγαριά έγερνε υπέρ της Τουρκίας. Ακόμη και στο Αιγαίο η αμερικάνικη πολιτική έδινε κατά κανόνα συγχωροχάρτι στην τουρκική επιθετικότητα και τις παράνομες τουρκικές ενέργειες. Βεβαίως στην περίοδο της Μεταπολίτευσης έγιναν και προσπάθειες εξισορρόπησης των ελληνοαμερικανικών σχέσεων, ιδίως από τον Ανδρέα Παπανδρέου. Να κάνω επίσης εύφημο μνεία του αγώνα της ελληνικής ομογένειας να υπερασπιστεί στην Ουάσινγκτον τα ελληνικά δίκαια.

Πολλοί φίλοι μού προσάπτουν κατά καιρούς «αντιαμερικανισμό». Μακράν από μένα κάτι τέτοιο. Διότι δεν είναι αντιαμερικανισμός να ασκείς κριτική στην αμερικάνικη εξωτερική πολιτική ή στους κακούς χειρισμούς της Αθήνας και της Λευκωσίας στις σχέσεις των δύο χωρών με τις ΗΠΑ.  Ας δούμε για παράδειγμα τι συμβαίνει τον τελευταίο καιρό. Η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-Τσίπρα έφερε τις ελληνοαμερικανικές σχέσεις στο καλύτερο ίσως σημείο που ήταν ποτέ στην περίοδο της Μεταπολίτευσης. Και η κυβέρνηση ΝΔ-Μητσοτάκη συνεχίζει με τον ίδιο ζήλο…

  • Η Ελλάδα ξαναγεμίζει με αμερικάνικες Βάσεις. Κι ο Αναστασιάδης στη Λευκωσία δεν χαλά χατίρι στους Αμερικανούς. Το ερώτημα που τίθεται είναι τι ανταλλάγματα έχουμε πετύχει. Μήπως βάλαμε όλα μας τα αβγά στο ίδιο καλάθι, κάτι που κατά κανόνα δεν είναι και πολύ σοφό στην εξωτερική πολιτική μιας χώρας; Και μάλιστα χωρίς κανένα σοβαρό αντάλλαγμα πέρα από κάποιες φραστικές αναφορές υποτιθέμενης στήριξης, αλλά και αυτές ακόμη σαν τους χρησμούς της Πυθίας;

Τα ερωτήματα αυτά δεν τα θέτω μόνο εγώ. Τα θέτουν και αναλυτές των υψηλών δωμάτων της ελληνικής αστικής τάξης, της ελληνικής Δεξιάς.

  • Αίφνης ο Αλέξης Παπαχελάς διευθυντής της ναυαρχίδας του ελληνικού αστισμού και της Δεξιάς, της «Καθημερινής», έγραψε άρθρο  την περασμένη Κυριακή με τίτλο «Ώρα για διεκδίκηση εγγυήσεων ασφαλείας». Και τόνιζε: «Η Ελλάδα οφείλει να διεκδικήσει εγγυήσεις ασφαλείας, με κάποια μορφή. Όπως επίσης και πολεμικό υλικό από το πλεόνασμα του αμερικανικού Πενταγώνου. Η παρουσία των Αμερικανών σε ορισμένα ευαίσθητα γεωπολιτικά σημεία έχει αποτρεπτικό χαρακτήρα, αλλά δεν αρκεί». Ο ίδιος, πάντα καλά πληροφορημένος με τις διασυνδέσεις που διαθέτει τόσο στην Ουάσινγκτον όσο και στην Αθήνα, εξέφρασε κατ’ επανάληψη τους φόβους του ότι σε ένα θερμό επεισόδιο ανάμεσα στην Ελλάδα και την Τουρκία, οι Αμερικανοί μάλλον θα νίψουν τας χείρας τους. Στο Κυπριακό ο μόνιμος φόβος είναι να πληρώσει η Κύπρος την εξομάλυνση των αμερικανοτουρκικών σχέσεων. Η Ελλάδα, καταλήγει ο Παπαχελάς, «έχει προσφέρει πολλά και τώρα ήλθε η ώρα να εξασφαλίσει η χώρα κάποια στρατηγικά ανταλλάγματα».

Αυτή είναι και η δική μου άποψη. Από τη στιγμή που Αθήνα και Λευκωσία επέλεξαν τις ΗΠΑ, σε αντίθεση με την Άγκυρα που παίζει σε όλα τα  ταμπλό, τουλάχιστον ας εξασφαλίσουν και κάποια ανταλλάγματα ασφάλειας.  Θα προτιμούσα βέβαια μια πιο πολυδιάστατη πολιτική από τον αμερικάνικο εναγκαλισμό, αλλά αφού αυτή είναι η επιλογή, να εξυπηρετηθούν και τα δικά μας εθνικά συμφέροντα και όχι μόνο αυτά των Αμερικανών.

Όμως Αθήνα και Λευκωσία δεν φαίνεται να ξεκολλούν από την πεπατημένη. Αυτό φαίνεται και με τις επαφές και δηλώσεις Μητσοτάκη και Αναστασιάδη αυτές τις μέρες στο περιθώριο της Γενικής Συνέλευσης του ΟΗΕ. Τι να πει δε κανείς για τους εξευτελιστικούς «διαδρομισμούς» του Κύπριου ΥΠΕΞ Νίκου Χριστοδουλίδη στα Ηνωμένα Έθνη για να δηλώσει στον Τσαβούσογλου την πίστη του στη διζωνική ομοσπονδία; Ή μήπως για να του υποβάλει τα σέβη του; Υψηλή τω όντι διπλωματία!

Καταληκτικά λοιπόν, ναι στις καλές σχέσεις με τις ΗΠΑ, αλλά όχι για να εξυπηρετούμε μόνο τα δικά τους γεωπολιτικά και γεωστρατηγικά συμφέροντα. Έχουμε και εμείς τα δικά μας συμφέροντα. Την ίδια στιγμή ας μην ξεχνούμε και τον ολέθριο ρόλο Βρετανών, Αμερικανών και ΝΑΤΟ στο παρελθόν σε βάρος μας. Κι ας μη ρίχνουμε πέτρες σε αυτούς που μας στήριξαν στο παρελθόν. Μπορεί να τους ξαναχρειαστούμε.  Σε ένα τόσο ρευστό διεθνές πολιτικό περιβάλλον δεν έχουμε την πολυτέλεια να δημιουργούμε εχθρούς.

*Πανεπιστημιακός, διευθυντής του Κέντρου Ελληνικών Ερευνών Καναδά-ΚΕΕΚ και μέχρι πρόσφατα επιστημονικός συνεργάτης του ΕΔΙΑΜΜΕ στο Πανεπιστήμιο Κρήτης. E-mail stephanos.constantinides@gmail.com

 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *