Από την «Επαναπροσέγγιση» στο «Γλωσσάριο»

Η σημαία της ντροπής στον κατεχόμενο Πενταδάκτυλο.. EPA/KATIA CHRISTODOULOU

Του Νίκου Νικολάου- Χατζήμιχαηλ Πριν από επτά χρόνια –την ημέρα που το ψευδοκράτος με τον εγκάθετο πρόεδρο του συμπλήρωνε είκοσι οκτώ χρόνια από την ανακήρυξή του– έστειλα μια επιστολή-απάντηση-διαμαρτυρία στις Πολιτιστικές Υπηρεσίες του Υπουργείου Παιδείας και Πολιτισμού, για την προγραμματιζόμενη δίγλωσση έκδοση «Ανθολογία Διηγήματος Ελληνοκυπρίων και Τουρκοκυπρίων», ιδέα που εκκολάφθηκε μέσα από το πνεύμα της «επαναπροσέγγισης», της μεγαλύτερης, πιστεύω, παγίδευσης που έχουμε υποστεί από το 1974.

Η «επαναπροσέγγιση», αποδείχτηκε πως ήταν και εξακολουθεί να είναι ένας λανθασμένος δρόμος: το μεγαλύτερο πλεονέκτημά μας, δηλαδή οι πραγματικά καλές σχέσεις που είχαμε –εμείς, η πλειοψηφία, ο απλός λαός– με τους Τουρκοκύπριους, μετατράπηκε σε τραγικό μειονέκτημα. Ο αποπροσανατολισμός επιτεύχθηκε: το πραγματικό πρόβλημα, που ήταν και παραμένει, η τουρκική εισβολή και κατοχή, μετατράπηκε απλώς σε διένεξη μεταξύ Ελληνοκυπρίων και Τουρκοκυπρίων και      για δεκαετίες ολόκληρες –σαράντα τέσσερα χρόνια έκλεισαν αυτές τις μέρες– ξεχάσαμε ότι η μισή μας πατρίδα βρίσκεται κάτω από τη βαριά μπότα του εισβολέα και πολύ φοβάμαι ότι με τη στάση μας πηγαίνουμε να παραδώσουμε και την υπόλοιπη. Πέφτουμε σε καλοστημένες παγίδες και δεν υπάρχει δρόμος διαφυγής.

Η προσπάθειά της πλευράς μας επικεντρώθηκε στη «διένεξη»: να πείσουμε, δηλαδή, τον πλανήτη ότι έχουμε διαφορές με τους Τουρκοκύπριους και πρέπει να λύσουμε τις διαφορές μας αυτές. Όσοι έχουν μάτια που βλέπουν ας τα στρέψουν προς τον λαβωμένο Πενταδάκτυλο: το μίασμα είναι ακόμα εκεί, για να διαφημίζει την ευτυχία τους που είναι Τούρκοι και να υπενθυμίζει τη δυστυχία μας που χάσαμε τα σπίτια μας, τις εκκλησίες μας, την πολιτιστική μας κληρονομιά, το ίδιο το βουνό, το σύμβολο του βυζαντινού μας ήρωα Διγενή Ακρίτα, που δεν δίστασε να παλέψει γενναία και με τον ίδιο τον Χάροντα, όπως παλεύει εδώ και σαράντα τέσσερα χρόνια η πατρίδα με την αιμοσταγή Τουρκία, της οποίας το πρόσωπο έχει ταυτιστεί πλήρως με αυτό του Χάροντα.

Στην απάντηση-επιστολή μου, λοιπόν, ανέφερα ότι δεν συμφωνώ να συμπεριληφθεί διήγημά μου στην προγραμματιζόμενη δίγλωσση έκδοση, για τον λόγο που καταγράφεται πιο πάνω. Αργότερα έμαθα ότι και άλλοι λογοτέχνες είχαν αρνηθεί να συμμετάσουν στην έκδοση. Δεν γνωρίζω αν υπήρξαν και Τουρκοκύπριοι που έπραξαν το ίδιο. Πρότεινα, λοιπόν, στους εμπνευστές να μεταφραστεί όχι στα τούρκικα –πράγμα αχρείαστο– αλλά σε όλες τις γλώσσες του κόσμου, όχι μόνο ένα δικό μου διήγημα, το «Κομπολόϊ από κουκούτσια ελιάς», που περιγράφει τα φρικτά βασανιστήρια που υπέστη ο πατέρας μου από τους αττίλες, αλλά και κάθε άλλο διήγημα Ελληνοκύπριου ή Τουρκοκύπριου, που καταγγέλλει την Τουρκία, τη συνεχιζόμενη κατοχή, συμβάλλοντας έτσι να καθαρίσει από τη μόλυνση η πληγή στον Πενταδάκτυλο. Για να καταγγελθούν σε όλο τον κόσμο οι πραγματικές προθέσεις της Τουρκίας. Για να καλέσουμε όλο τον πολιτισμένο κόσμο να πει όχι στο άδικο, όχι στα τετελεσμένα, όχι στην κατοχή.

Δεν γνωρίζω από ποια μυαλά έχει ξεπηδήσει αυτή η ιδέα της «επαναπροσέγγισης», πολύ φοβάμαι όμως, ότι τα ίδια μυαλά –και τα μπολιασμένα από τις ίδιες ιδέες άλλων φωστήρων– εξακολουθούν να παράγουν παρόμοιες ιδέες οι οποίες επιταχύνουν την τελική παράδοση της πατρίδας. Τη στιγμή που μια μεγάλη μερίδα Τουρκοκυπρίων έχουν αντιληφθεί ότι και οι ίδιοι έχουν πλακωθεί από το σκοτάδι που άπλωσε η Τουρκία στον τόπο, διαμαρτύρονται και την καταγγέλλουν, κάτω από δύσκολες συνθήκες καταπίεσης και κατατρεγμού, πώς πρέπει να χαρακτηριστούν οι επαναπροσεγγιστές; Γιατί δεν μαθαίνουμε από τα λάθη μας;

Δεν γνωρίζω αν είναι πολλοί ή λίγοι, σημαντικοί ή ασήμαντοι αυτοί που συνθέτουν τις υποστηρικτικές ομάδες, που ξεφυτρώνουν εδώ κι εκεί με διαφορετικά πρόσωπα, ούτε ποιοι βρίσκονται πίσω από αυτούς. Φαίνεται πως, τώρα είναι λίγοι, αλλά αν η πολιτεία δεν προσέξει, αν δεν υπάρξει μεγαλύτερη αντίδραση, μπορεί να επιφέρουν μεγαλύτερη ζημιά στον τόπο. Οι σημερινές συνθήκες μού έφεραν στο μυαλό ένα παλιό χρονογράφημα στο οποίο γίνεται αναφορά στα «πρώτα βήματα της Κυπριακής Δημοκρατίας».

Θυμάμαι με συγκίνηση ένα από τα τέσσερα χρονογραφήματα που είχε επιλέξει ο πατέρας μου, τα οποία απέκοψε από εφημερίδες της εποχής, κόλλησε σε κόλλες του «τεστέ», όπως λεγόντουσαν, και σχολίασε για να εξηγήσει τι είναι χρονογράφημα στη μεγαλύτερη αδελφή μου. Το χρονογράφημα έχει τίτλο Η Σημασία των Ασημάντων, είναι του Ν. Αλάσιου, φιλολογικό ψευδώνυμο του Άντη Περνάρη και δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Εθνική, στις 11 Σεπτεμβρίου 1959. Ο λόγος που το αναφέρω δεν είναι γιατί ένας απλός άνθρωπος σ’ ένα μικρό χωριό έπαιρνε και διάβαζε καθημερινά τρεις εφημερίδες (όχι την αναφερόμενη), αλλά για την ικανότητά του να βλέπει πίσω από τις γραμμές και να σχολιάζει.

Συνοπτικά, Η Σημασία των Ασημάντων  είναι μια ιστορία για μια ασήμαντη ξεχασμένη καστρόπορτα που αφάνισε το Βυζάντιο, για ασήμαντα μυρμήγκια που γκρεμίζουν σπίτια, για ασήμαντα μαμουνάκια που χαλούν αποβάθρες, που το κύμα χτυπώντας τις επί αιώνες δεν κατόρθωσε να τους αφήσει κανένα σημάδι (εκείνες τις μέρες είχε καταρρεύσει μια τέτοια γέφυρα στην Άπω Ανατολή).

Στην τελευταία παράγραφο ο χρονογράφος διερωτάται: τέτοια μυρμήγκια, τέτοια μαμουνάκια κι εμείς, μη δεν υποσκάψαμε τα θεμέλια μιας ολόκληρης αυτοκρατορίας; Και μη δεν μπορούμε όλοι μαζί και καθένας χωριστά να κάνουμε μεγάλο καλό ή μεγάλο κακό στη δημιουργούμενη τώρα Δημοκρατίας μας; Ας μη λέμε λοιπόν, «τι σημασία έχω εγώ, ένα άτομο;» … Ασήμαντο δεν είναι ούτε το παραμικρό χαλίκι στο χτίσιμο ενός οικοδομήματος. Κι εμείς τώρα δεν πρέπει να ξεχνούμε ότι καλούμαστε να οικοδομήσουμε.
Να και το σχόλιο του πατέρα σε περίληψη: το χρονογράφημα δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Εθνική που υπεστήριζε ένα μικρό και ασήμαντο κόμμα, σε αντίθεση με το μεγάλο κόμμα που είχε υποστηρίξει και αναδείξει τον Μακάριο ως Πρόεδρο της Δημοκρατίας. Το χρονογράφημα γράφεται με την ευκαιρία που καλείται ο λαός  να οικοδομήσει τη Δημοκρατία, για να υπενθυμίσει στους κρατούντες ότι και η ασήμαντη μειοψηφία έχει τη σημασία της και πρέπει να προσεχθεί. Κι εγώ, πενήντα οχτώ χρόνια μετά που γράφτηκε αυτό το χρονογράφημα, «διερωτώμαι»: μήπως ήταν αυτά τα μικρά μαμουνάκια που γκρέμισαν, δεκατέσσερα χρόνια μετά, τη Δημοκρατία; Που δεν τα πρόσεξαν, που δεν τους έδωσαν σημασία; Και τι έπρεπε να γίνει; Είναι κανένας που δεν γνωρίζει ότι η χούντα με την υποστήριξη μιας μικρής ομάδας, της ΕΟΚΑ Β, παρέδωσαν τη μισή πατρίδα; Διερωτώμαι: μήπως και σήμερα, ακόμα, υπάρχουν κάποια μικρά μυρμηγκάκια, κάποια μικρά μαμουνάκια που υποσκάπτουν ό,τι έχει απομείνει; Μετά από τόσα χρόνια, είμαστε ή δεν είμαστε ακόμα σε θέση να καταλάβουμε επιτέλους, τη σημασία των ασημάντων; Αν η ιστορία δεν διδάσκει, τότε δεν μας απομένει καμιά ελπίδα.

Πώς αντιδρά ο πνευματικός κόσμος σε τούτες τις καταστροφικές ιδέες; Κατ’αρχήν θέλω να σημειώσω ότι την «επαναπροσέγγιση» υποστήριξαν και συνεχίζουν να υποστηρίζουν διάφορες ομάδες. Μια απ’αυτές διοργάνωσε στο εξωτερικό, στη Σουηδία, στην Αθήνα και σε άλλες πόλεις της Ευρώπης συναντήσεις ποιητών (π.χ. δύο ή τρεις Ελληνοκύπριοι και ένας Τουρκοκύπριος) για να …βοηθήσουν στην επίλυση του προβλήματος∙ για να δείξουν στους ανθρώπους που θα παρακολουθήσουν ότι γίνεται προσπάθεια να λυθούν οι διαφορές μας, για να μπορέσουμε να συμβιώσουμε. Για να επιλύσουμε το πρόβλημά μας.

Με προσκάλεσαν δύο φορές για να λάβω μέρος, τονίζοντάς μου, μάλιστα, ότι όλα τα έξοδα είναι πληρωμένα (αλήθεια ποιος τα πληρώνει όλα αυτά τα έξοδα;).
Από τα ίδια πεφωτισμένα μυαλά ξεπήδησε και το «γλωσσάριο»: η απόλυτη άρνηση της αλήθειας. Δηλαδή, η εισβολή να μη λέγεται εισβολή, η κατοχή να μη λέγεται κατοχή, ο εποικισμός να μη λέγεται εποικισμός και όχι μόνο αυτά. Και διερωτάται και ο απλός άνθρωπος σε τούτο τον τόπο: υπήρξαν συμπατριώτες μας που υποστήριξαν αυτό το έκτρωμα; Ποιος έχει δικαίωμα να χαρακτηρίζει τον άρπαγα του δικού μου σπιτιού «πολιτικό πρόσφυγα στο βόρειο μέρος»; Ποιός έχει δικαίωμα να χαρακτηρίζει τους υπάνθρωπους αττίλες, που βασάνισαν για τριάντα εφτά μέρες με κάθε είδους βασανιστήρια τον πατέρα μου, και όλους τους ομοχώριούς του άνδρες, στην κριθαραποθήκη της Γαληνόπορνης, «στρατιώτες ειρηνευτικής τάχατες δύναμης της Τουρκίας»; Και όμως, υπήρξαν άνθρωποι δικοί μας, Κύπριοι, που συνέταξαν το «γλωσσάριο», το υποστήριξαν και συνεχίζουν να το υπερασπίζονται. Ουσιαστικά μάχονται για την παράδοση της πατρίδας.

Για το «Γλωσσάριο», υπήρξε αντίδραση. Πρώτα από τους ίδιους τους δημοσιογράφους, στους οποίους απευθύνεται, όμως υπήρξε και αντίδραση από τον πνευματικό κόσμο, μέσω των κοινωνικών δικτύων και στα ΜΜΕ. Υπήρξε αντίδραση και από μια μεγάλη φωνή της Ποίησης, τον Κυριάκο Χαραλαμπίδη.

Όμως, πριν δώσουμε τον λόγο στον ποιητή, κι επειδή έχουμε εισέλθει στον χώρο της διανόησης, θα ήθελα να προσθέσω τα εξής: «ο μεγάλος και πρώτος φιλόσοφος της ιστορίας ο Ιωάννης Βαπτιστής Βίκο με έναν τρόπο ποιητικό και συμβολικό πρότεινε ένα εξελικτικό σχήμα που, κατά την άποψή του, εξηγεί την εξέλιξη των εθνών. Δογματίζει πως ένας λαός με μακροχρόνια πορεία ακολουθεί υποχρεωτικά τρία στάδια: γεννάται επικά, συνεχίζει λυρικά, και, συνήθως, καταστρέφεται ή καθαίρεται τραγικά.

Αυτή η μεταφορά στην ιστορική εξέλιξη των ποιητικών ειδών που εμφανίστηκαν μ’αυτήν ακριβώς την σειρά, μπορεί να φαίνεται λίγο φιλολογική αυθαιρεσία, έχει όμως μια γοητεία. Ο Ελληνικός πάντως πολιτισμός διέτρεξε δύο φορές αυτά τα στάδια, αφού μετά τον τραγικό θάνατο της αρχαίας Δημοκρατίας και του ελληνικού ήθους, με το έπος του Διγενή εγκαινίασε μια νέα πορεία που φοβάμαι πως τώρα έχει εισέλθει στην τραγική φάση της”. [Κώστας Γεωργουσόπουλος, από τον πρόλογο του στο βιβλίο του Walt Whitman, “Το Τραγούδι του Εαυτού μου”, Ηριδανός, 2006].

Ο ελληνικός πολιτισμός, μαζί και η δική μας πατρίδα, έχει εισέλθει στην τραγική της φάση. Η πατρίδα, όμως, δεν σώζεται με απάθεια. Δεν σώζεται με ευχές. Χρειάζεται εγρήγορση. Χρειάζεται μεγαλύτερη αντίδραση. Αντίδραση και στη διαφθορά, η οποία τρέφει την αδιαφορία. Ας αναρωτηθεί ο καθένας μας τι πρόσφερε στον τόπο (και όχι τι του χρωστάει ο τόπος, όπως είπε αυτός ο αχρείος με τις τέσσερις συντάξεις). Κι ας τιμωρηθούν, επιτέλους, κάποιοι. Η Κύπρος παραδίδεται στις επόμενες γενιές ολοένα και φτωχότερη.

Ας ακούσουμε επιτέλους και τους ποιητές μας πριν είναι πολύ αργά. Να, τι λέει ο Χαραλαμπίδης:  «το θέμα της επαναπροσέγγισης είναι μεγάλο και αξίζει να το μελετάμε. Ανέκαθεν οι Ελληνοκύπριοι και οι Τουρκοκύπριοι, με εξαίρεση τις ζοφερές ημέρες της εκατέρωθεν μισαλλοδοξίας, ζούσαν ο ένας πλάι στον άλλο ειρηνικά και αδερφικά. Η λεγόμενη «επαναπροσέγγιση» είναι όρος μάλλον εξωτερικός, αφού δεν νιώθουμε οι Κύπριοι να μας χωρίζουν οποιαδήποτε τείχη. Όλα ξεκίνησαν με κείνο το ολέθριο πραξικόπημα, την ΕΟΚΑ Β και –τηρουμένων των αναλογιών– το αντίστοιχο παρακλάδι της, την ΤΜΤ. Αυτά φαρμάκωσαν τη ζωή μας, με επιστέγασμα την τουρκική εισβολή, που έχει απώτερο στόχο την πλήρη υποταγή των δύο κοινοτήτων σε αλλότρια συμφέροντα.
Άμποτε να ερχόταν η στιγμή ν’αποχωρούσαν τα κατοχικά στρατεύματα και θα λυνόταν αμέσως ο κόμπος! Η επαναπροσέγγιση θα εφαρμοζόταν αυτοδίκαια. Καταπώς νομίζω, λοιπόν, η συντομότερη οδός για την ποθούμενη και φυσιολογική επαναπροσέγγιση είναι να λύσουν τους ζυγούς οι εισβολείς, ώστε να πάψει να υφίσταται το καρκίνωμα που μολύνει τις σχέσεις μεταξύ των κατοίκων του πολύπαθου νησιού μας.

Το μήνυμα είναι σαφές: η αληθινή επαναπροσέγγιση θα πραγματωθεί, όταν η αιτία του κακού πάρει τέλος, λυτρώνοντας ουσιαστικά κι ελευθερώνοντας, όχι μονάχα τον σκλαβωμένο τόπο, αλλά και τον ίδιο τον εαυτό της. Περισσότερη πίεση προς αυτή την κατεύθυνση, κυρίως από τους Τουρκοκύπριους συνοίκους, είναι κάτι αναγκαίο και ευκταίο.

Τα λόγια αυτά του ποιητή, συνοδεύουν το ποίημα του «Του Αρχαγγέλου», που έγραψε πέρυσι, ανήμερα της εορτής του Αρχαγγέλου Μιχαήλ, όταν άκουσε τις καμπάνες και συλλογίστηκε ότι στην κατεχόμενη Γιαλούσα η παλιά εκκλησία του ομώνυμου Αγίου θα έμενε αλειτούργητη, με τους στρατιώτες του στρατοπέδου στο διπλανό χωριό να περιπολούν με τ’αδήρητα ντουφέκια τους και ν’ακούνε την καμπάνα.

Αξίζει να σημειώσω ακόμα τον υπότιτλο του ποιήματος: στίχοι για επαναπροσέγγιση.
Με θλίψη όμως μαθαίνω πως το περιοδικό Νέα Εποχή, που είχε ζητήσει από τον Κυριάκο Χαραλαμπίδη ένα ποίημα για το αφιέρωμα που ετοίμαζε για την «επαναπροσέγγιση» τελικά δεν δημοσιεύτηκε.

Ο ποιητής είχε ανταποκριθεί∙ τους έστειλε το ποίημα στο οποίο αναφέρθηκα πιο πάνω, πλην όμως δεν άρεσε. Δεν ταίριαξε στις προδιαγραφές που είχαν θέσει για το αφιέρωμα. Δεν ήταν στίχοι αυτοί για την επαναπροσέγγιση που εννοούν αυτοί: στη λογική της υποταγής και της απόκρυψης της αλήθειας.

Το ποίημα, λοιπόν, δεν δημοσιεύτηκε στο αφιέρωμα. Δημοσιεύτηκε στο επόμενο τεύχος του περιοδικού χωρίς όμως τον υπότιτλο (στίχοι για επαναπροσέγγιση) και χωρίς, φυσικά, το σχόλιο. Ο Κυριάκος Χαραλαμπίδης δεν έγραψε μόνο τούτο το ποίημα «Του Αρχαγγέλου» για τις σχέσεις Ελληνοκυπρίων και Τουρκοκυπρίων. Έχει γράψει σε συλλογές του μια δωδεκάδα ποιήματα και άλλα ακόμα για την ευρύτερη ανθρωπιστική προσέγγιση.

Ποιος όμως, ακούει τους ποιητές;

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *