Από το ενωτικό δημοψήφισμα στα συνιστώντα κράτη: Οι μαξιμαλιστικές τουρκικές θέσεις είναι όροι παράδοσης

O Πρόεδρος της Δημοκρατίας κ. Νίκος Αναστασιάδης συναντήθηκε με την Ύπατη Εκπρόσωπο της ΕΕ για θέματα Εξωτερικής Πολιτικής και Πολιτικής Ασφάλειας κα Φεντερίκα Μογκερίνι στη Γενεύη της Ελβετίας, Παρασκεύη 13 Ιανουαρίου 2017. ΚΥΠΕ, ΚΑΤΙΑ ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ

Του Ανδρέα Θεοφάνους *

Το κείμενο αυτό γράφτηκε ενώ βρίσκονταν σε εξέλιξη οι συνομιλίες στη Γενεύη, με τους πολίτες να παρακολουθούν με αγωνία τα τεκταινόμενα, αναλογιζόμενοι τις προεκτάσεις. Οι μέρες αυτές προσφέρονται για μια πραγματική ενδοσκόπηση της πορείας του Κυπριακού.

Στις 15 Ιανουαρίου του 1950 έλαβε χώρα το δημοψήφισμα για την Ένωση. Το 1960 ιδρύθηκε η Κυπριακή Δημοκρατία στα πλαίσια ενός μοντέλου συναινετικής δημοκρατίας το οποίο στηριζόταν στην αρχή του δικοινοτισμού και της διοικητικής ομοσπονδίας. Η ανεξαρτησία της Κύπρου ήταν περιορισμένη και δεσμευμένη με την ύπαρξη τριών εγγυητριών δυνάμεων, της Βρετανίας, της Ελλάδας και της Τουρκίας.

Το 1963 η συμφωνία αυτή κατέρρευσε ως αποτέλεσμα πολλών παραγόντων: δυσλειτουργικό σύνταγμα, περιορισμένη ανοχή, έλλειψη πολιτικής εμπειρίας, διαφορετικοί εθνικοί στόχοι από τις δύο κοινότητες, έλλειψη κοινών στόχων και οραμάτων και έξωθεν παρεμβάσεις. Η αφορμή δόθηκε με την κατάθεση των δεκατριών σημείων για αναθεώρηση του συντάγματος από τον Πρόεδρο Μακάριο στις 30 Νοεμβρίου 1963. Σημειώνεται ότι οι εισηγήσεις Μακαρίου κατατέθηκαν για συζήτηση. Με το ψήφισμα του Συμβουλίου Ασφαλείας του Μαρτίου 1964 S/186 αναγνωρίστηκε η αποκλειστική αρμοδιότητα της Κυπριακής Δημοκρατίας εντός της κυπριακής επικράτειας, παρά την αποχώρηση των Τουρκοκυπρίων από τις δομές του κράτους. Η Κυπριακή Δημοκρατία λειτουργούσε πλέον με βάση το δίκαιο της ανάγκης κατ’ ουσίαν ως ενιαίο κράτος.

Μετά την άνοδο της Χούντας στην Ελλάδα τον Απρίλιο του 1967 και τα επεισόδια στην Κοφίνου το Φθινόπωρο του ίδιου χρόνου, ο Πρόεδρος Μακάριος έλαβε την ιστορική απόφαση για την πολιτική του εφικτού και όχι του ευκταίου. Στόχος δεν ήταν πλέον η ένωση αλλά το ενιαίο κράτος με στοιχεία τοπικής και κοινοτικής αυτοδιοίκησης σε θέματα χαμηλής πολιτικής.

Η ολοκλήρωση της πολιτικής αυτής κατ’ ουσίαν θα δημιουργούσε ένα δεύτερο ελληνικό κράτος στην Κύπρο. Και όμως ο Μακάριος πολεμήθηκε λυσσαλέα ως ανθέλληνας και ως ανθενωτικός. Μάταια προσπαθούσε να πείσει τους ζηλωτές να συνετισθούν. Και σωστά τους αποκαλούσε ως «νεκροθάφτες της Ενώσεως» όταν αυτοί συνέχιζαν την αποσταθεροποιητική τους δράση. Αποκορύφωμα, το προδοτικό χουντικό πραξικόπημα της 15ης Ιουλίου και η τουρκική εισβολή στις 20 Ιουλίου του 1974. Η Τουρκία προέβαλε τη θέση ότι στόχος της «ειρηνευτικής επέμβασης και επιχείρησης» ήταν «η αποκατάσταση της συνταγματικής τάξης και η προστασία της τουρκοκυπριακής κοινότητας». Η συνέχεια είναι γνωστή. Και όμως σήμερα παρατηρείται μια προσπάθεια αναθεωρητισμού – ιστορικής αλλοίωσης.

Στη σημερινή συγκυρία υπάρχει ένας βασικός στόχος της Τουρκίας ο οποίος δεν έχει υλοποιηθεί: ο τερματισμός της ύπαρξης της Κυπριακής Δημοκρατίας. Η Άγκυρα είναι απροκάλυπτη επί τούτου καθώς σε επίσημα τουρκικά έγραφα η Κυπριακή Δημοκρατία περιγράφεται ως εκλιπούσα/defunct. Και η τουρκοκυπριακή ηγεσία ακολουθεί.

Βασική επιδίωξη της Τουρκίας σήμερα είναι ένας νέος συνεταιρισμός με ιδρυτικούς εταίρους την «ΤΔΒΚ» και την «Ελληνοκυπριακή Διοίκηση». Και για να μην υπάρχει καμιά αμφιβολία ότι θα πρόκειται περί νέου κράτους η τουρκική θέση είναι ότι θα υπάρχει νέα σημαία για το νέο κοινό κράτος, θέση την οποία έχει αποδεχθεί η ελληνοκυπριακή ηγεσία. Πέραν τούτου η εκπεριτροπής προεδρία, οι εγγυήσεις, η νομιμοποίηση των εποίκων συνθέτουν ένα πολύ θλιβερό σκηνικό.

Ο πραγματικός λόγος που δεν θα υπάρξει κατάληξη στη Γενεύη είναι ότι κατ’ ουσίαν οι μαξιμαλιστικές τουρκικές θέσεις συνεπάγονται όρους παράδοσης. Το χειρότερο είναι ότι υπήρξε μια διολίσθηση των ελληνοκυπριακών θέσεων προς τις τουρκικές από το 1974 μέχρι σήμερα. Πρέπει να ξεκαθαρισθεί ότι το περιεχόμενο της λύσης που συζητείται σήμερα απέχει πολύ από τις συμφωνίες υψηλού επιπέδου του 1977 και 1979. Εν ολίγοις δεν θα είναι υπερβολή να λεχθεί ότι τυχόν υλοποίηση του κεκτημένου των συνομιλιών σήμερα θα επιδεινώσει τα δεδομένα.

Έστω και την ύστατη θα πρέπει να αναλογισθούμε την περαιτέρω πορεία μας για να καταλήξουμε σε ένα έντιμο συμβιβασμό. Η υπόθεση του Κυπριακού Ελληνισμού και της Κυπριακής Δημοκρατίας είναι ιερή. Δεν μπορούν να γίνουν ανεκτοί πειραματισμοί. Για μια τέτοια πορεία απαιτείται σωστή πυξίδα, εμπνευσμένη ηγεσία με ψυχικό σθένος, ένα αποτελεσματικό κράτος καθώς και μια συνειδητοποιημένη κοινωνία. Πολύ δύσκολες οι προϋποθέσεις επιβίωσης αλλά είναι στη σφαίρα του εφικτού.

  • Ο Ανδρέας Θεοφάνους είναι Καθηγητής Πολιτικής Οικονομίας και Πρόεδρος του Κέντρου Ευρωπαϊκών και Διεθνών Υποθέσεων του Πανεπιστημίου Λευκωσίας.

One thought on “Από το ενωτικό δημοψήφισμα στα συνιστώντα κράτη: Οι μαξιμαλιστικές τουρκικές θέσεις είναι όροι παράδοσης

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *