Από το νεοοθωμανικό ρεύμα στο προσωποπαγές καθεστώς Ερντογάν

Turkish President Recep Tayyip Erdogan speaks to supporters after the close of voting for the Turkish presidential and parliamentary elections in Ankara, Turkey, 24 June 2018. Some 56.3 million registered citizens voted in snap presidential and parliamentary elections to elect 600 lawmakers and the country's president, the first election since a referendum in April 2017 voted to change the country's system from a parliamentary to a presidential republic. EPA/ERDEM SAHIN

Του Σταύρου Λυγερού

Τον Απρίλιο του 2017, η ίδια συμμαχία του Ερντογάν με τους Γκρίζους Λύκους είχε αποσπάσει οριακή νίκη στο δημοψήφισμα για την έγκριση του νέου Συντάγματος που μετέτρεψε την Τουρκία σε προεδρική δημοκρατία με υπερεξουσίες στον ανώτατο άρχοντα. Αν ληφθεί υπόψη και το γεγονός ότι είχε πραγματοποιηθεί νοθεία ειδικά στις κουρδικές περιοχές, είναι σαφές πως η πολιτική φθορά του Τούρκου προέδρου ήταν υπαρκτή. 

Από τότε κύλησε αρκετό νερό στο αυλάκι. Ο Ερντογάν επανεξελέγη από τον πρώτο γύρο και η συμμαχία με τον Μπαχτσελί εξασφάλισε την απόλυτη πλειοψηφία στην Εθνοσυνέλευση. Κι αυτό παρότι το (φιλο)κουρδικό HDP, με την ηγέτη του Ντεμιρτάς στη φυλακή, υπερέβη με άνεση το όριο του 10% και εδραιώνεται ως παράγοντας στο τουρκικό πολιτικό σύστημα.

Η εκλογική νίκη του Ερντογάν οφείλει πολλά στη στρατιωτική κατάληψη του κουρδικού Αφρίν. Εισέπραξε πολιτικά-εκλογικά την εθνικιστική ευφορία που έχει προκαλέσει στην τουρκική κοινή γνώμη το γεγονός ότι ο τουρκικός στρατός έχει θέσει υπό τον έλεγχό του τη βορειοδυτική Συρία και δεν δείχνει καμία πρόθεση να αποσυρθεί. Στην πραγματικότητα, η Άγκυρα δημιουργεί τις προϋποθέσεις για μελλοντική προσάρτηση, εάν, βεβαίως, της το επιτρέψουν οι συνθήκες.

Προς το παρόν, πάντως διορίζει δημάρχους και νομάρχες και δημιουργεί τουρκικές κρατικές δομές στις κατεχόμενες συριακές περιοχές. Θέλει να επαναλάβει το προηγούμενο της δεκαετίας του 1930, όταν είχε προσαρτήσει τη συριακή επαρχία της Αλεξανδρέττας. Ο Ερντογάν κλείνει το μάτι στον μέσο Τούρκο ψηφοφόρο για να του πει χωρίς λόγια ότι επί των ημερών του η Τουρκία θα κερδίσει εδάφη.

Ο νεοσουλτάνος παραμένει πιστός στο σχέδιό του το 2023 η Τουρκία να έχει εδραιωθεί ως μεγάλη δύναμη. Για να αναδειχθεί, μάλιστα ο ίδιος σε εθνικό ηγέτη δεν αρκούν η εκτεταμένη καταστολή και οι μαζικές εκκαθαρίσεις των κρατικών μηχανισμών από το κίνημα Γκιουλέν, επί της ουσίας από τα δυτικά δίκτυα επιρροής. Χρειάζεται και ένα ιδεολογικό όχημα.

Για να συσπειρώσει γύρω του την κρατική γραφειοκρατία και κυρίως τους στρατιωτικούς, οι οποίοι έχουν δεχθεί ισχυρό πλήγμα, ο Τούρκος πρόεδρος παίζει δυνατά το χαρτί του εθνικισμού-επεκτατισμού. Αυτό, άλλωστε, είναι ο πυρήνας της τουρκικής κρατικής ιδεολογίας και ως εκ τούτου ο κοινός παρονομαστής του τουρκικού πολιτικού συστήματος.

Αντιδυτικό πρόσημο

Στο σημείο αυτό είναι κρίσιμο να σημειωθεί ότι στη δεκαετία 2002-12 η σύγκρουση ήταν ανάμεσα στο νεοοθωμανικό ρεύμα (έλεγχε την κυβέρνηση και υποστηριζόταν εκλογικά από την πλειοψηφία) και στο κεμαλικό “βαθύ κράτος”. Όταν η σύγκρουση αυτή έληξε με την επικράτηση των νεοοθωμανών, ο Ερντογάν εκδήλωσε τάσεις αυτονόμησης από τη Δύση. Η Ουάσιγκτον, μέσω των δικτύων επιρροής που διέθετε στην Τουρκία αντέδρασε, δρομολογώντας έρευνες για διαφθορά.

Ο Τούρκος ηγέτης αντέδρασε με τη σειρά του, στρεφόμενος δυναμικά εναντίον του μέχρι τότε συμμάχου του Γκιουλέν, γεγονός που οδήγησε στην εκδήλωση εμφυλίου πολέμου εντός του νεοοθωμανικού ρεύματος. Όσα στελέχη του Κόμματος Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης δεν είχαν αναφορά προσωπικά σ’ αυτόν περιθωριοποιήθηκαν ή και διώχθηκαν. Ιστορικά και κορυφαία στελέχη του νεοοθωμανικού ρεύματος, όπως ο Γκιούλ, ο Αρίντς, ο Σενέρ και ο πρώην πρωθυπουργός Νταβούτογλου, είναι εκτός γηπέδου. Στην πραγματικότητα έχουμε μία μετάλλαξη του νεοοθωμανικού Κόμματος Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης σε πρωσοποπαγές καθεστώς Ερντογάν.

Ενώ το νεοοθωμανικό ρεύμα ως τέτοιο είχε οικοδομήσει ειδική σχέση με τη Δύση, από ένα χρονικό σημείο και πέρα, λόγω των προσωπικών επιλογών του Ερντογάν και της τάσης του να αυτονομηθεί, η σχέση αυτή τραυματίσθηκε. Ειδικά μετά το αποτυχημένο πραξικόπημα του 2016 διερράγη, με αποτέλεσμα να επιταχυνθεί και να ολοκληρωθεί η μετάλλαξη του νεοοθωμανικού ρεύματος σε προσωποπαγές καθεστώς και μάλιστα με αντιδυτικό πρόσημο. Το αντιδυτικό πρόσημο δεν προκύπτει τόσο από ιδεολογικούς-πολιτικούς λόγους όσο από την ανάγκη προσωπικής πολιτικής επιβίωσης του νεοσουλτάνου, ο οποίος είναι πεπεισμένος πως οι Αμερικανοί επιδιώκουν την ανατροπή του.

Ο εμφύλιος και η μετάλλαξη

Η ανάγκη του Ερντογάν να επιβιώσει τον έχει οδηγήσει σε άλλους δρόμους. Στο εξωτερικό επέλεξε τον γεωπολιτικό εναγκαλισμό με τον Πούτιν για να εξισορροπήσει την αμερικανική κεκαλυμμένη εχθρότητα και κατ’ επέκτασιν την προσέγγιση με το Ιράν. Στο δε εσωτερικό συμμάχησε με τους Γκρίζους Λύκους του Μπαχτσελί και προσέλκυσε πρώην κεμαλικούς εθνικιστές.

Συνοψίζοντας, από το 2002, όταν σχηματίσθηκε η πρώτη κυβέρνηση του Κόμματος Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης, μέχρι περίπου το 2012, διεξήχθη ο ακήρυχτος εσωτερικός πόλεμος ανάμεσα στο μετακεμαλικό καθεστώς, που ήλεγχε το “βαθύ κράτος” και στο νεοοθωμανικό ρεύμα, το οποίο βρισκόταν στην κυβέρνηση και υποστηριζόταν εκλογικά από την πλειονότητα του λαού και από τη Δύση.

Όταν οι νεοοθωμανοί κέρδισαν τον πόλεμο και αποδόμησαν το μετακεμαλικό καθεστώς, εκδηλώθηκε ο εμφύλιος πόλεμος στους κόλπους τους. Ως αρχηγός της εκτελεστικής εξουσίας, ο Ερντογάν κέρδισε κι αυτόν τον πόλεμο, με αποτέλεσμα η πολιτική ηγεμονία του νεοοθωμανικού ρεύματος να μεταλλαχθεί-εκφυλισθεί σε προσωποπαγές καθεστώς.

Πηγή:slpress.gr

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *