Από το πεδίο της μάχης στα πολεμικά ανακοινωθέντα: Ιστορικές μαρτυρίες, μέσα από τη δημοσιογραφική δράση του Κωστή Μ. Χατζηκωστή, που καταγράφηκαν στο βιβλίο του «εδιώξάν με δωρεάν»

Του ΚΩΣΤΑ ΒΕΝΙΖΕΛΟΥ

Ο δημοσιογράφος Κωστής Μ. Χατζηκωστής με τη χαρακτηριστική φωνή, που ταυτίστηκε για χρόνια με το ΡΙΚ κάνει τη δική του κατάθεση, μαρτυρία. Η δημοσιογραφία καταγράφει ιστορία και ο Κωστής Χατζηκωστής ήταν μάρτυρας πολλών και σημαντικών γεγονότων, που σημάδεψαν την Κύπρο. Ο Κ. Χατζηκωστής από τον Άγιο Μάμα της Λεμεσού, γιος παπά, με εμπλοκή στον εθνικοαπελευθερωτικό αγώνα της ΕΟΚΑ, καταγράφει ιστορίες από τα παιδικά του χρόνια μέχρι και την… εξορία του στον Καναδά, όπου έζησε χρόνια -σε δυο φάσεις- πρώτα ως εκδότης της ομογενειακής εφημερίδας ΕΛΛΗΝΟΚΑΝΑΔΙΚΑ ΧΡΟΝΙΚΑ και στη συνέχεια ως Λειτουργός Τύπου στην πρεσβεία μας.

Το βιβλίο του με τίτλο «εδιώξάν με δωρεάν», που κυκλοφόρησε πρόσφατα, αρχίζει με την αναχώρηση του δημοσιογράφου και της οικογένειας του για τον Καναδά, 30 Ιανουαρίου 1980. Η αφήγησή του αρχίζει βλέποντας την Κύπρο από ψηλά. Μπορούσε να διακρίνει τα πάντα, το χωριό του, τους ανθρώπους κι αυτή η ματιά του τον πήρε πίσω, στο παρελθόν, στα παιδικά του χρόνια. Και η αφήγηση ξεκινά… Κάθε αφήγηση και μια ιστορία ταυτισμένη με την πορεία της Κύπρου. Η σύλληψη του πατέρα του και η κράτησή του στα κρατητήρια της Κοκκινοτριμιθιάς, η δική του εμπλοκή στον αγώνα, μέχρι και την εργοδότησή του στο ΡΙΚ, τις μεταδόσεις δελτίων ειδήσεων, ποδοσφαιρικών αγώνων. Στο βιβλίο περιγράφεται και η σχέση του με τον τότε Γενικό Διευθυντή, Ανδρέα Χριστοφίδη, διακρινόταν από αλληλοεκτίμηση και αλληλοσεβασμό. Ο αείμνηστος Ανδρέας Χριστοφίδης τον προστάτευσε μια τουλάχιστον φορά από «κατσάδιασμα» του Μακάριου. Για τους παλαιότερους, η φωνή του Κωστή Χατζηκωστή ήταν για χρόνια ταυτισμένη με την ενημέρωση. Ταυτίστηκε και με τα πολεμικά ανακοινωθέντα στη διάρκεια της τουρκικής εισβολής.

Ο Κωστής Χατζηκωστής είχε επιστρατευθεί με απειλή των όπλων στο πραξικόπημα, αν και απουσίαζε με άδεια, για να διαβάζει ανακοινωθέντα, τα οποία του έδινε ο χουντικός πραξικοπηματίας ταγματάρχης Λασκώνης.

«Την 20ή Ιουλίου, ξύπνησα στο σπίτι μου από τις εκρήξεις και τον βόμβο των αεροπλάνων. Δεν χρειάστηκε πολύ να αντιληφθώ ότι γινόταν εισβολή. Έτρεξα στα μαγνητόφωνά μου και άρχισα πάλι να ηχογραφώ. Το ΡΙΚ μετέδιδε το κανονικό του πρόγραμμα, προσευχή και εορτολόγιο της ημέρας. Σε άλλα μαγνητόφωνα άρχισα να ηχογραφώ ξένους ραδιοσταθμούς και τον τουρκοκυπριακό Μπαϋράκ. Άκουσα σε λίγο από το ΡΙΚ την ανακοίνωση για γενική επιστράτευση. Φόρεσα τη στολή μου, του Λοχία, είπα στη γυναίκα μου να σβήσει τα ραδιόφωνα, φίλησα τα παιδιά μου και με ένα γείτoνά μου, πήγαμε για κατάταξη στο διπλανό στρατόπεδο του 45 Τάγματος Διαβιβάσεων. Εκεί μας χώρισαν σε διμοιρίες και μας έδωσαν εντολή να μπούμε σε κάποια λεωφορεία. Εσείς μέχρις εδώ, είπε κάποιος Αξιωματικός, σ’ αυτά τα λεωφορεία και έδειξε εμένα που σαν Λοχίας βρισκόμουν στην πρώτη γραμμή. Από δω και πέρα σε κείνα. Σε εκείνα τα λεωφορεία μπήκε και ο γείτονάς μου, ο Κουμπαρίδης. Εκείνοι έφυγαν για την Κερύνεια κι εμείς για τη Μια Μηλιά. Ο Κουμπαρίδης είναι ανάμεσα στους αγνοούμενους. Περάσαμε από το στρατόπεδο του ΒΜΗ και πήραμε όπλα. Εγώ πήρα ένα Μπρεν, όπλο που δούλεψα πολύ, το ήξερα και το αγαπούσα. Είπα να το δοκιμάσω εκεί, καθώς έκαναν σχεδόν όλοι με τα όπλα τους, μα ένας Αξιωματικός μού το απαγόρευσε. Γυρίζοντας να φύγω, είδα μπροστά μου, τον συνάδελφο στο ΡΙΚ, ποιητή Κυριάκο Χαραλαμπίδη. Κρατούσε ένα Στεν. Κυριάκο μου, του λέω, μ’ αυτό τι θα κάνεις. Πάρε ένα ντουφέκι να ταιριάζουν και τα πυρομαχικά μας. Έτσι και έκανε. Όταν ανεβήκαμε στα αυτοκίνητα χαθήκαμε. Δεν ξέρω κατά πού πήγε. Συναντηθήκαμε αργότερα στο ΡΙΚ. Από εκεί μάς έδειξαν ένα φορτηγό. Φορτωμένος εγώ με το Μπρεν και ένα κιβώτιο σφαίρες ανέβηκα από τους τελευταίους. Στο δρόμο πέρασε χαμηλά από πάνω μας ένα αεροπλάνο που έριχνε αλεξιπτωτιστές. Όλοι άρχισαν, ενώ έτρεχε το φορτηγό, να του ρίχνουν. Έριξα κι εγώ κι εκεί διαπίστωσα πως το όπλο μου ήταν ελαττωματικό. Ο εξωλκέας δεν λειτουργούσε και ο κάλυκας έμενε στην κάννη του όπλου. Στον δρόμο μάς σταμάτησε κάποιος Αξιωματικός. Ανέβηκε στο πλάι, δίπλα στην πόρτα του οδηγού, κάτι του είπε και το φορτηγό ξεκίνησε απότομα. Με το τράνταγμα πέσαμε αρκετοί στο πάτωμα. Εγώ από κάτω, στο δεξί μου γόνατο το Μπρεν και από πάνω άλλοι πεντέξι οπλισμένοι. Έπαθα μια ζημιά στο γόνατο. Όταν φτάσαμε στο χωριό Μια Μηλιά, μου το περιποιήθηκε, με τα ειδικά που έχουν για ποδοσφαιριστές, κάποιος του Ολυμπιακού Λευκωσίας που με ήξερε. Στη Μιά Μηλιά μάς παρέλαβε ο αείμνηστος, Ταγματάρχης τότε, Τάσος Μάρκου. Μόλις με είδε -με ήξερε- με φώναξε κοντά του και μού εδωσε την εντολή:

-Χατζηκωστή. Πάρε το πολυβόλο σου και τρεις άνδρες και φτιάξετε μια θέση μάχης στο σημείο εκεί. Και μου έδειξε το ακριβές σημείο.

-Μα, κύριε Ταγματάρχα, είπα. Το πολυβόλο μου δεν λειτουργεί.

-Τότε γιατί το πήρες με ρωτά.

-Δεν με άφησαν να το δοκιμάσω πριν το πάρω.

Αφού συζητήσαμε για λίγο διάφορους τρόπους για επιδιόρθωση, που ήσαν ανέφικτοι εκείνες τις ώρες, μού έδωσε εντολή να το αφήσω, να πάρω ένα ντουφέκι και να πάμε για το σημείο που πιο πριν μου έδειξε.

Πήγαμε, φτιάξαμε τη θέση όπως – όπως και ζήτησα από τα παιδιά εκεί να πούμε τα ονόματά μας, να γνωριστούμε και αν τυχόν επιζήσει κάποιος, να ξέρει να πει τι απογίναμε. Δώσαμε τα χέρια και πήραμε θέσεις».

Στο ΡΙΚ τον έψαχναν. Έστειλαν σήμα στη μονάδα του για να προσέλθουν στο Ίδρυμα όλοι οι υπάλληλοι. Ο Τάσος Μάρκου τους βρήκε αυτοκίνητο και πήγαν στο ΡΙΚ μέσα από χωράφια για να μην εντοπιστούν.

Στο ΡΙΚ τους… υποδέχθηκε ο Λιασκώνης. «Εκφωνητής;», τον ρώτησε. Ξεκίνησε να διαβάζει πολεμικά ανακοινωθέντα.

«Στη δική μου βάρδια, τα διάβαζα εγώ στα Ελληνικά, ο αείμνηστος Γιώργος Μητσίδης στα Αγγλικά και ο επίσης αείμνηστος, καλός μου φίλος, εξαίρετος άνθρωπος, Ιάκωβος Τενεδιός στα Τουρκικά. Ένα βράδυ θυμάμαι, γύρω στις έντεκα, έντεκα και μισή, ενώ καθόμουν στο στούντιο μπροστά στο μικρόφωνο περιμένοντας, μπήκε βιαστικός ο Λιασκώνης. Έχουμε να αναγγείλουμε κάτι ευχάριστο κύριε Συνταγματάρχα; τον ρώτησα. Αναμένοντας από το ύφος των προηγούμενων ανακοινωθέντων ότι κάτι σημαντικό θα ακολουθούσε, υποψιαζόμενος ότι η Ελλάδα θα έσπευδε σε βοήθεια της Κύπρου.

– Άσε με κι εσύ ρε πολεμοχαρή, μού λέει. Αρπάζει το τηλέφωνο που ήταν συνδεδεμένο με το ΓΕΕΦ, πάει στη γωνία του στούντιο και μιλά, μάλλον εκνευρισμένος, για πολλή ώρα. Ξαφνικά σταματά, πετάει το τηλέφωνο μπροστά μου στο τραπέζι του μικροφώνου, και τον ακούω να ψιθυρίζει… «Μας πούλησαν οι πού……..ς . Και έφυγε τραβώντας δυνατά μαζί του την πόρτα. Στο τέλος του μηνός, μού δόθηκε εντολή από τους προϊσταμένους μου να πάω και να παραμείνω μόνιμα εκεί, σε ένα εφεδρικό σταθμό του ΡΙΚ σε προάστειο της Λευκωσίας για κάθε ενδεχόμενο. Πήγα. Επιθεώρησα τα μηχανήματα, που ήσαν από τα πιο παλιά που διέθετε το ΡΙΚ, είδα ότι εργάζονταν, έβαλα στο μαγνητόφωνο μια μαγνητοταινία που ήταν εκεί και περιείχε εμβατήρια και κάθισα στην αυλή καπνίζοντας…». Αυτό κράτησε μέχρι τις 14 Αυγούστου που άρχισε η δεύτερη εισβολή.

«Αι ημέτεραι δυνάμεις αμύνονται του πατρίου εδάφους»

Το πρωί της 14ης Αυγούστου, ο βόμβος ενός αεροπλάνου που πέρασε σχεδόν ξυστά πάνω από το σπίτι που βρισκόταν τον σήκωσε στο πόδι. Σχεδόν σήκωσε τα κεραμίδια και στη συνέχεια ακούστηκαν οι εκρήξεις από τις βόμβες που άφησε πιο κάτω. Επικοινώνησε με το ΡΙΚ και ρώτησε τι γίνεται. Του είπαν να είναι συνεχώς έτοιμος σε περίπτωση βομβαρδισμού του σταθμού να ξεκινήσει τον εφεδρικό. Δεν πέρασε πολλή ώρα και η εκπομπή από τα κεντρικά στούντιο του ΡΙΚ παρουσίασε διακοπές. Άρχισε ο σταθμός να βάλλεται με όλμους και υπήρξαν ζημιές. Κτύπησε το τηλέφωνο και του είπαν να βάλει μπρος τον εφεδρικό πομπό. «Έτρεξα στον πομπό, τον έβαλα μπρος και άρχισα να μεταδίδω μουσική – εμβατήρια. Θυμάμαι ότι το πρώτο εμβατήριο στην ταινία ήταν εκείνο της αεροπορίας. Αφού πέρασαν μερικά λεπτά, πήρα τηλέφωνο και ρώτησα αν είναι κάποιος εκεί να μου πει τι θα πούμε στον κόσμο; Περίμενα αρκετά και η απάντηση ήταν «δεν βρίσκω κανένα». Επέμενα. «Ο κόσμος περιμένει να ακούσει από μας, δεν μπορεί να μεταδίδουμε συνέχεια μουσική. Ψάξε σε παρακαλώ, καταλαβαίνεις ότι είναι ανάγκη». Πέρασε λίγος χρόνος που μου φάνηκε αιώνας και πήρα την εξής απάντηση. «Ένας Αξιωματικός μού είπε να σου πω, πες κάτι από μόνος σου». Έκλεισα το τηλέφωνο, πήρα ένα μολυβάκι που είχα φυλαγμένο κάπου και πάνω σε ένα κομμάτι τσαλακωμένο χαρτί έγραψα ένα δικό μου ανακοινωθέν το οποίο και διάβασα: «Έλληνες. Από τις 4.45 πρωινής η Τουρκική Αεροπορία βάλλει κατά των ημετέρων θέσεων. Αι ημέτεραι δυνάμεις αμύνονται του πατρίου εδάφους. Ζήτω το Έθνος». Αυτό το δικό μου «πολεμικό ανακοινωθέν» αναγνωρίστηκε αργότερα από το ΓΕΕΦ ως επίσημο. Καταγράφηκε μάλιστα και στην ετήσια έκθεση του ΡΙΚ το γεγονός. Μετά από αρκετή ώρα πήρα εντολή να σβήσω τον πομπό μου γιατί επιδιορθώθηκε η βλάβη και η εκπομπή θα συνεχιζόταν από το κέντρο. Λίγο μετά τις 8 το πρωί η περιοχή του ΡΙΚ άρχισε να βάλλεται από το τουρκικό πυροβολικό. Αποφασίστηκε η εκπομπή να συνεχισθεί από τον εφεδρικό σταθμό, οπότε πήρα εντολή και ξανάβαλα μπρος».

 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *