Από τον Κεμαλισμό στον Νεο-οθωμανισμό

Φωτογραφία που δόθηκε στη δημοσιότητα την Κυριακή 18 Οκτωβρίου 2020 και εικονίζει την περίκλειστη πόλη της Αμμοχώστου, Δευτέρα 12 Οκτωβρίου 2020. Η περίκλειστη πόλη της Αμμοχώστου το Βαρώσι, λεηλατημένη κλειστή και ερημωμένη μετά την κατάληψή της από τα κατοχικά στρατεύματα εδώ και 46 χρόνια. ΑΠΕ-ΜΠΕ/ ΚΥΠΕ/ΚΑΤΙΑ ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ

Του ΙΑΚΩΒΟΥ ΜΕΝΕΛΑΟΥ

Το 1956 κατόπιν εντολής του πρωθυπουργού Αντνάν Μεντερές, ο διακεκριμένος συνταγματολόγος και ακαδημαϊκός Νιχάτ Ερίμ συντάσσει την έκθεση που θα τον καθιστούσε αρχιτέκτονα της τουρκικής πολιτικής στο κυπριακό ζήτημα. Σε γενικές γραμμές οι βασικοί παράμετροι της έκθεσης Ερίμ ήταν: Ο φυσικός διαχωρισμός των δύο κοινοτήτων, εδαφικές προσαρμογές-τροποποιήσεις για την δημιουργία ενός συστήματος καντονίων (με αναφορές που θυμίζουν την ύστερη χρονικά διζωνικότητα), ανταλλαγές πληθυσμού για την δημιουργία ομοιογενών ζωνών, και νομικό δικαίωμα στην Άγκυρα να επεμβαίνει στα εσωτερικά θέματα της Κύπρου—τόσο στην τουρκική ζώνη όσο και στην ελληνική ζώνη.

Το 2001 ο ακαδημαϊκός (και πολιτικός) Νταβούτογλου εκδίδει στην τουρκική το βιβλίο του Στρατηγικό Βάθος, το οποίο τα επόμενα χρόνια θα μεταφραστεί και σε άλλες γλώσσες—συμπεριλαμβανομένης και της ελληνικής. Κάποιες από τις βασικές θέσεις του βιβλίου είναι: Το δικαίωμα της Τουρκίας να επεμβαίνει σε defacto καταστάσεις εκτός των συνόρων της (όπως στην περίπτωση της Κύπρου το 1974), η αναγκαιότητα η Τουρκία να μπορεί να ασκεί επιρροή σε εδάφη της πρώην Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, και η προοπτική η Τουρκία να καταστεί περιφερειακή και παγκόσμια (υπερ)δύναμη που θα μπορεί να λειτουργεί εκτός του ΝΑΤΟϊκού πλαισίου—ακόμη κι αν αυτό σημαίνει σφυρηλάτηση των δεσμών με το διαχρονικά αντίπαλο δέος των ΗΠΑ: τη Ρωσία. Εκ των πραγμάτων, ο Νταβούτογλου μέσα από την πραγματεία του χτίζει πολιτική στη βάση του Lebensraum: δηλαδή τη θεωρία του ζωτικού χώρου. Μία πολιτική με καθαρά επεκτατικές βλέψεις που υιοθετήθηκε από τη Γερμανία πριν από το δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο και έφερε τα γνωστά αποτελέσματα.

Στην πράξη και συγκεκριμένα όσον αφορά την περίπτωση της Κύπρου, φαίνεται πως η σημερινή Νεο-οθωμανική τάση της Άγκυρας δεν διαφέρει ουσιαστικά από τον Κεμαλισμό των προηγούμενων κυβερνήσεων. Η Άγκυρα δεν επιδιώκει απλά το «γκριζάρισμα» περιοχών-διαχρονική της τάση εξάλλου, αλλά και τον πλήρη έλεγχο των περιοχών αυτών. Η πολιτική του εποικισμού ή αλλοίωσης του δημογραφικού χαρακτήρα περιοχών γενικότερα χρησιμοποιήθηκε και παλαιότερα από την Τουρκία και της έφερε το επιθυμητό αποτέλεσμα.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η περίπτωση της Αλεξανδρέττας. Το 1939 διεξάγεται δημοψήφισμα για το μέλλον της επαρχίας Hatay (Αλεξανδρέττας) την οποία διεκδικούσαν η Τουρκία και η Συρία. Λόγω του ότι η πλειοψηφία ήταν Σύριοι, η Άγκυρα αποφασίζει τη μεταφορά πληθυσμού που στο τέλος θα καθορίσει και την πορεία του δημοψηφίσματος, με την επαρχία να προσαρτάται τελικά από την Τουρκία. Το ερώτημα είναι μέχρι που είναι διατεθειμένη να φτάσει στην περίπτωση της Κύπρου.

Στις τελευταίες «εκλογές» στα κατεχόμενα, που κάποιοι πρόλαβαν να τους δώσουν (μάλλον ορθώς) χαρακτήρα δημοψηφίσματος, φαίνεται ότι οι έποικοι και φυσικά οι ενέργειες της Άγκυρας καθόρισαν το αποτέλεσμα σε ένα πολύ σημαντικό βαθμό. Με την «εκλογή» Τατάρ φαινομενικά το κυπριακό μπαίνει σε μία νέα πορεία, μακριά από τη διζωνική λύση και πάνω στη βάση δύο κρατών. Το κατά πόσον αυτού του είδους η λύση είναι συμφέρουσα για την Άγκυρα και τον κατεχόμενο βορρά (ή απλά παιχνίδι εντυπώσεων) χρήζει διεξοδικής ανάλυσης και δεν είναι της παρούσης. Αυτό που δεν πρέπει να υποτιμηθεί, είναι το ενδεχόμενο η τουρκική διπλωματία να ποντάρει σε επαναφορά σχεδίου τύπου Ανάν, σαν ύστατή της υποχώρηση και αποδοχή (εκ νέου) της διζωνικής ομοσπονδίας.

Σε ποιο βαθμό το Σχέδιο Ανάν έδωσε το σωστό πλαίσιο μιας διζωνικής ομοσπονδίας έχει σχολιαστεί επανειλημμένως. Με αφορμή τον επικείμενο εποικισμό των Βαρωσίων κάποιοι σχολίασαν πως με το Σχέδιο Ανάν οι Ελληνοκύπριοι θα έπαιρναν πίσω τμήμα των κατεχόμενων εδαφών της Κυπριακής Δημοκρατίας, κάτι που τώρα μοιάζει δύσκολο. Αυτό που δεν επισημάνθηκε όμως είναι ότι με λύση τύπου Ανάν η Ελληνοκυπριακή κοινότητα έπαιρνε μεν πίσω μέρος των εδαφών που απώλεσε το 1974, αλλά ολόκληρο το νησί θα δινόταν ενέχυρο ούτως ώστε να διασφαλιστούν οι επεκτατικές βλέψεις της Άγκυρας.

*Διδάκτωρ Νεοελληνικών Σπουδών   

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *