Αποχαιρετώντας τον Τάκη,  ένα δάσκαλο κι  ένα φίλο: Δίπλα στον Κουνναφή μάθαμε πολλά

Του ΚΩΣΤΑ ΒΕΝΙΖΕΛΟΥ

Τα κακά μαντάτα σε βρίσκουν όπου και να βρίσκεσαι.  Έφυγε ο Τάκης Κουναφής. Ο Τάκης δεν ήταν ο  προϊστάμενος αρχισυντάκτης. Ήταν δάσκαλος και φίλος. Ήταν οικογένεια, καθώς ζούσαμε στην εφημερίδα περισσότερες ώρες παρά στο σπίτι μας. Δούλευε ατέλειωτες ώρες. Δεν παραπονιόταν ποτέ, αλλά έλεγε πάντα στους νεότερους να μην ακολουθήσουν την πορεία του. Να μη μένουν κι αυτοί «κολλημένοι» στο γραφείο, στην εφημερίδα. Δεν μετάνιωνε για τις ώρες που έβαζε καθημερινά για να κυκλοφορήσει το φύλλο. Το έβλεπε κανείς στο κουρασμένο πρόσωπο του, την επόμενη ημέρα, όταν κρατούσε στα χέρια του την εφημερίδα. Στεναχωριόταν όταν χάναμε κάποια είδηση, αλλά πάντοτε στήριζε τους συντάκτες της εφημερίδας, τους οποίους θεωρούσε δικά του παιδιά.

Ο Τάκης ήταν εκφραστής  της… παλιάς δημοσιογραφίας, στην οποία επέμενε γιατί θεωρούσε πως ο ρόλος των ΜΜΕ ήταν και είναι η  πλήρης ενημέρωση. Να δημοσιεύονται, δηλαδή, όλες οι ειδήσεις. Και σε αυτό επέμεινε όσο ήταν στη μάχιμη δημοσιογραφία. Και το τελευταίο μονόστηλο, έλεγε, ενδιαφέρει τον καθένα μας…   Ήταν αυτό που λέμε στη δημοσιογραφία «εφημεριδάς». Δεν προσαρμόσθηκε στη νέα τεχνολογία, αλλά αυτό δεν τον είχε ποτέ σταματήσει να γράφει, να εργάζεται. Έγραφε στο δημοσιογραφικό χαρτί, με μπλε και κόκκινο στυλό (για διορθώσεις, παρατηρήσεις).

Για εμάς στον «Φιλελεύθερο», ο Τάκης ήταν ταυτισμένος με την εφημερίδα, ήταν για δεκαετίες ο άνθρωπος που ξεκινούσε καθημερινά από το πρωί και έφθανε μέχρι τα μεσάνυκτα, σε εκείνο το γραφείο του έβδομου ορόφου, που παρακολουθούσε τα πάντα μέχρι να σταλεί το φύλλο στο τυπογραφείο. Άκουγε δελτία ειδήσεων από το πρωί μέχρι το βράδυ, σημείωνε, μοίραζε τα θέματα. Στο γραφείο του απλωμένα τα πλάνα με τις σελίδες, σημειώσεις, έγγραφα, ενώ το τσιγάρο δεν έσβηνε ποτέ. Την ώρα της δουλειάς είχε ένταση, τη συντηρούσε για να κρατάει όλους στην πρίζα, αλλά αυτή τελείωνε όταν και το τελευταίο μονόστηλο έβρισκε τη θέση του. Διάβαζε ξανά και ξανά τα κείμενα των συντακτών, έκανε παρατηρήσεις ενώ δεν απέφευγε να τους «πειράξει» όταν θα άλλαζε τους τίτλους των κειμένων τους.

Δούλεψα μαζί του αρχικά στα ΝΕΑ, ενώ η πρώτη γνωριμία έγινε όταν έκανα την πτυχιακή μου και του είχα πάρει συνέντευξη. Αργότερα, τη δεκαετία του ΄90,  «συναντηθήκαμε» στο «Φιλελεύθερο». Δίπλα στον Τάκη Κουνναφή μάθαινες πολλά. Στη δουλειά του απόλυτος και αυστηρός, αλλά την ίδια ώρα άκουγε τους συντάκτες, που γνώριζαν τα θέματα. Και τους στήριζε, με κάθε τρόπο.

Μέσα από τη δουλειά του έζησε σημαντικές πτυχές της ιστορίας της Κύπρου. Γνώρισε προσωπικότητες του τόπου και συχνά εξιστορούσε στους νεότερους.  Όταν ο χρόνος το επέτρεπε και τον ρωτούσαμε οι νεότεροι, ξεκινούσε να αναφέρεται σε ιστορικά γεγονότα, που δεν ήταν γνωστά. Έλεγε πολλά και ενδιαφέροντα, τα όσα διαδραματίζονταν πίσω από κλειστές πόρτες.  Αυτή η γενιά των δημοσιογράφων κουβαλούσε πάντα τα πέτρινα χρόνια της πατρίδας, τα οποία και χαρακτήριζαν την πορεία τους.

Ο Τάκης ακόμη κι όταν συνταξιοδοτήθηκε, συνέχισε να γράφει ανελλιπώς στο κυριακάτικο φύλλο. Ερχόταν και έφερνε τα χειρόγραφα του κάθε Παρασκευή πρωί. Περνούσε από τα γραφεία, μιλούσε με τους συντάκτες. Την τελευταία περίοδο, η κατάσταση της υγείας του δεν του επέτρεπε να συνεχίσει να γράφει. Όσο μπορούσε επικοινωνούσε τηλεφωνικά  με τους δημοσιογράφους. Τα τελευταία χρόνια τα έζησε κοντά στην οικογένειά του, την οποία στερήθηκε, απολαμβάνοντας την ευτυχία που του πρόσφεραν τα εγγονάκια του και η ενασχόλησή του με τη γη.

Ήταν χρόνια στο δημοσιογραφικό κουρμπέτι και γνώριζε τη δύναμη των ΜΜΕ. Ήθελε να τη μεταδώσει στους νεότερους, για να αποφεύγουν το λάθος να ταυτίζονται με τις εκάστοτε εξουσίες. Γι΄ αυτό και έλεγε συχνά: «Οι Πρόεδροι, οι υπουργοί, οι βουλευτές, έρχονται και φεύγουν, οι δημοσιογράφοι μένουν. Αυτό να το έχετε υπόψη σας». Καλό ταξίδι Τάκη.

 

 

 

 

 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.