Αποδοχή δυο αυτόνομων περιοχών: Η κοινή διακήρυξη των εγγυητριών δυνάμεων, 30 Ιουλίου 1974, αναγνώριζε τα τετελεσμένα

Από τη Διάσκεψη της Γενεύης για το Κυπριακό, Ιούλιος 1974. Φωτογραφία αρχείο ΕΡΤ

Του ΚΩΣΤΑ ΒΕΝΙΖΕΛΟΥ

Η συμφωνία της 30ής Ιουλίου 1974 μεταξύ των λεγόμενων εγγυητριών δυνάμεων, που επιτεύχθηκε στη Γενεύη, αποσκοπούσε να τεθεί ένα τέρμα στις συγκρούσεις στην Κύπρο και να αρχίσουν συνομιλίες. Μετά από συζητήσεις που άρχισαν στις 25 Ιουλίου και ολοκληρώθηκαν πέντε ημέρες μετά, ενώ επί του εδάφους συνεχιζόταν η προέλαση του Αττίλα, κατέληξαν σε μια διακήρυξη, στην οποία προτασσόταν η ανάγκη να παγώσει η κατάσταση στο έδαφος και εγκαινιασθούν συζητήσεις τόσο στο επίπεδο των εγγυητριών δυνάμεων, Ελλάδος, Τουρκίας και Βρετανίας όσο και σε αυτό των δυο κοινοτήτων, Ελληνοκυπρίων και Τουρκοκυπρίων.

  • Ήταν ένα βήμα για τον τερματισμό των εχθροπραξιών με στόχο, όπως ειπώθηκε, να δοθεί χρόνος για πολιτική συνεννόηση.

Παρά το γεγονός ότι στη διακήρυξη γίνεται αναφορά στο Σύνταγμα του 1960, στη Δημοκρατία της Κύπρου, μια παράγραφος, που προστέθηκε προφανώς μετά από επιμονή των Τούρκων, σε συνεννόηση με τους Βρετανούς και εκ του αποτελέσματος με την ανοχή, αποδοχή των Ελλαδιτών, αναγνώριζε εν πολλοίς τα τετελεσμένα επί του εδάφους. Έθετε το πλαίσιο για τη μορφή μιας μελλοντικής λύσης. Στο κείμενο της διακήρυξης, λοιπόν, σημειωνόταν πως:

  • «…οι υπουργοί εσημείωσαν την ύπαρξιν εν τη πράξει δύο αυτόνομων διοικήσεων εις την Κύπρο, δηλών ότι εκείνη της ελληνοκυπριακής κοινότητος και εκείνη της τουρκοκυπριακής κοινότητος».  Προστίθεται, όμως, ότι «οι υπουργοί συνεφώνησαν να μελετήσουν κατά την προσεχή των συνάντηση τα ανακύπτοντα εκ της υπάρξεως των αυτονόμων διοικήσεων προβλήματα, χωρίς τούτο να προδικάζη τα μέλλοντα να εξαχθούν εκ της καταστάσεως ταύτης συμπεράσματα…». ( Αρχείο Κωνσταντίνου Καραμανλή, Γεγονότα και Κείμενα, Όγδοος τόμος σελ. 44).

Είναι πρόδηλο πως η συμφωνία αυτή των υπουργών Εξωτερικών Ελλάδος, Τουρκίας και Βρετανίας και ειδικότερα η αποδοχή από μέρους της Αθήνας της ύπαρξης δύο διοικήσεων, πριν ακόμη εκδηλωθεί η δεύτερη φάση της εισβολής, συνιστούσε εν πολλοίς την αναγνώριση των επικείμενων τότε αποτελεσμάτων των τουρκικών σχεδιασμών. Βαθμηδόν και μέσα από πολλές υποχωρήσεις στις διαπραγματεύσεις, με τουρκική επιμονή και ελληνική υποχωρητικότητα, αυτό συζητείται σήμερα. Προδιαγράφηκε, όμως, πριν ακόμη ολοκληρωθεί επί του εδάφους ο Αττίλας 2, που δεν είχε ακόμη ξεκινήσει.

Μια τέτοια αναφορά, «στριμωγμένη» εν πολλοίς μέσα σε ένα εκτενές ανακοινωθέν, πέρασε σχεδόν απαρατήρητη. Κι όμως, καθόριζε, τα επόμενα βήματα στο Κυπριακό.

Στο ίδιο κείμενο, αναφερόταν και το εξής:

«Εν συνειδήσει των ευθυνών των, όσον αφορά εις τη διατήρησιν της ανεξαρτησίας, εδαφικής ακεραιότητας και ασφάλειας της Δημοκρατίας της Κύπρου, οι τρεις υπουργοί (σ.σ. Ελλάδος, Τουρκίας, Βρετανίας) συμφωνούν ότι διαπραγματεύσεις, ως προβλέπονται υπό της αποφάσεως 353 του Συμβουλίου Ασφαλείας, θα διεξαχθούν το ταχύτερον δυνατόν ίνα εξασφαλισθή:

α) η ειρήνη εν τη περιοχή

β) η επαναφορά συνταγματικής Κυβερνήσεως εν Κύπρω».

Προς τούτο συμφωνούν όπως περαιτέρω συνομιλίες αρχίσουν την 8ην Αυγούστου στην Γενεύη. Επίσης, συμφωνούν, όπως αντιπρόσωποι της ελληνοκυπριακής κοινότητας και της τουρκοκυπριακής παραστούν συντόμως σε διαπραγματεύσεις περί του συντάγματος. «Μεταξύ των συνταγματικών προβλημάτων που θα συζητηθούν είναι και η άμεσος επιστροφή εις την συνταγματική νομιμότητα, του αντιπροέδρου αναλαμβάνοντος τα καθήκοντα του συμφώνως προς το σύνταγμα του 1960…»

Ως υποσημείωση αναφέρεται πως η διακήρυξη δεν δεσμεύει τις τρεις χώρες ως προς το πώς ερμηνεύουν τη Συνθήκη Εγγυήσεων του 1960. Ήταν σαφές με την αναφορά αυτή πως υπήρχαν διαφορετικές προσεγγίσεις ως προς πως αντιλαμβάνονταν τις εγγυήσεις και πρωτίστως στο ρόλο των εγγυητριών δυνάμεων.

Ο Μακάριος από το Λονδίνο σε δήλωση του σχολίασε τη συμφωνία της 30ής Ιουλίου. Ήταν πολύ διστακτικός με το αποτέλεσμα, δεν μπορούσε, ωστόσο να διαφωνήσει με την Αθήνα.

«Είμαι ικανοποιημένος, διότι οι συνομιλίες της Γενεύης κατέληξαν σε συμφωνία για την κατάπαυση του πυρός στην Κύπρο, πράγμα που θα θέσει τέρμα στην τρομακτική απώλεια ανθρώπινων υπάρξεων και στα τόσα δεινά. Πάντως δεν δύναμαι να ειπώ πως είμαι ικανοποιημένος από το σύνολο του περιεχομένου της συμφωνίας. Εις το κυριώτερον αυτής τμήμα, που είναι εκείνο που αφορά την αποχώρηση των τουρκικών δυνάμεων εκ Κύπρου, η συμφωνία είναι πολύ αόριστος. Ελπίζω εν τούτοις, ότι η συμφωνία θα αποτελέσει το πρώτο βήμα διά την πλήρη εφαρμογή της αποφάσεως του Συμβουλίου Ασφαλείας της 20ής Ιουλίου».

Ο Μακάριος, αν και σαφώς δεν ήταν ικανοποιημένος από τη συμφωνία, στάθηκε μόνο στο θέμα των στρατευμάτων και της αποχώρησής τους. Βεβαίως, όπως αποδείχθηκε στη συνέχεια, για την Τουρκία η διακήρυξη δεν είχε καμία σημασία. Πήρε αυτά που θεωρούσε ό,τι την εξυπηρετούσαν, όπως η αναφορά σε «δύο αυτόνομες περιοχές» και 14 ημέρες μετά προέλασε για να ολοκληρώσει τη γραμμή Αττίλα.

Μαύρος: Η φιλοτουρκική στάση Κίσιγκερ

και οι απαθείς Βρετανοί

Ο τότε υπουργός Εξωτερικών κ. Γ. Μαύρος σε σημείωμα του, ημερομηνίας 2.7.87, προς την Επιτροπή της Ελληνικής Βουλής για τον Φάκελο της Κύπρου, αναφέρει (σελ. 4, παρ. 2): «Οι σημαντικώτεροι, κατά τη γνώμη μου, λόγοι που οδήγησαν τη Διάσκεψη της Γενεύης σε αποτυχία και άνοιξαν το δρόμο για τον ΑΤΤΙΛΑ II υπήρξαν: Η στρατιωτική ανισορροπία στην Κύπρο, η ουδέτερη και απαθής στάση της Μεγάλης Βρετανίας και η φιλοτουρκική στάση του Κίσινγκερ, ο οποίος υπήρξε –την περίοδο εκείνη της κατάρρευσης της Προεδρίας του Νίξον– ο απόλυτος κυρίαρχος της εξωτερικής πολιτικής των ΗΠΑ. Θυμάμαι σχετικά ότι ο Κάλλαχαν, την παραμονή του ΑΤΤΙΛΑ II, μου είπε ότι ο Κίσινγκερ ήτο απρόθυμος να ασκήσει πίεση επί της Τουρκίας προκειμένου να παρεμποδίσει την προέλαση των στρατευμάτων της στην Κύπρο. Η στάση αυτή του Κίσινγκερ έδινε στον Κάλλαχαν, ο οποίος ισχυρίζετο ότι η χώρα του αδυνατούσε να ενεργήσει μονομερώς χωρίς την υποστήριξη των ΗΠΑ ή των Ηνωμένων Εθνών, το αναγκαίο πρόσχημα, για να αποφύγει να αναλάβει τις ευθύνες που απέρρεαν από το γεγονός ότι η Μεγάλη Βρετανία ήταν –και είναι– εγγυήτρια δύναμη της Κυπριακής Δημοκρατίας. Είναι αξιοσημείωτο ότι η Ειδική Επιτροπή του Βρετανικού Κοινοβουλίου που εξήτασε το Κυπριακό, στο πόρισμά της, το 1976, αναφέρει ότι η Μ. Βρεττανία είχε το νομικό δικαίωμα, την ηθική υποχρέωση και τη στρατιωτική δυνατότητα να επέμβει στην Κύπρο τον Ιούλιο και Αύγουστο του 1974 και δεν επενέβη για λόγους που η Βρετανική Κυβέρνηση αρνήθηκε να εξηγήσει».

Ο Καραμανλής αποδίδει ευθύνες στους Βρετανούς

Σε συνεδρίαση της Βουλής των Ελλήνων, στις 10 Φεβρουαρίου 1975, με θέματα την ενημέρωση του Σώματος για ζητήματα εξωτερικής πολιτικής, ο τότε Πρωθυπουργός, Κωνσταντίνος Καραμανλής, αναφέρθηκε στα όσα διαδραματίσθηκαν μεταξύ πρώτης και δεύτερης φάσης της εισβολής στην Κύπρο. Ανέφερε πως «στις 25 Ιουλίου 1974, στη βάση της απόφασης του Συμβουλίου Ασφαλείας, συνήλθε η Διάσκεψη της Γενεύης με τη συμμετοχή της Ελλάδος, της Τουρκίας, της Βρετανίας και εκπροσώπων των δυο κοινοτήτων. Μετά από πολλές συζητήσεις υπογράφηκε στις 30 Ιουλίου κοινή διακήρυξη περί εκεχειρίας και μη επεκτάσεως των κατεχομένων περιοχών. Εκεχειρία την οποία εν τούτοις η Τουρκία συνεχώς παραβίαζε, προκαλούσα καταδικαστικές αποφάσεις του Συμβουλίου Ασφαλείας.

Στις 8 Αυγούστου επαναλήφθηκε η Διάσκεψη της Γενεύης με θέμα την αποκατάσταση της ειρήνης και της συνταγματικής τάξεως στην Κύπρο. Σύμφωνα με τις αναφορές Καραμανλή στις 13 Αυγούστου, η Τουρκία υπέβαλε τελεσιγραφικώς σχέδιον επιλύσεως του Κυπριακού. Το σχέδιο αυτό προέβλεπεν ομοσπονδία γεωγραφική με έξι τουρκικά καντόνια, καλύπτοντα το 34% του κυπριακού εδάφους. Η ελληνική πλευρά, αιφνιαδιασθείσα, εζήτησε προθεσμία 30 ωρών διά να επικοινωνήσει με την Αθήνα και τη Λευκωσία για να δώσει απάντηση. Η Τουρκία «ηρνήθη κατά τρόπον βάναυσο» την διευκόλυνση αυτή, και την αυγή της 14ης Αυγούστου διέτασσε προέλαση των στρατευμάτων της, τα οποία στο μεταξύ είχαν ενισχυθεί και κατέλαβε το 40% περίπου του εδάφους της νήσου».

Στην ομιλία του, ο Καραμανλής, αναφέρθηκε και στο ρόλο των Βρετανών και γιατί έχουν τις ευθύνες τους:

«Διότι η Αγγλία ως εγγυήτρια δύναμης, έχουσα μάλιστα επί τόπου δυνάμεις, είχε εκ των συνθηκών το δικαίωμα αλλά και το καθήκον να επέμβει και να αποτρέψει το πραξικόπημα των Αθηνών και την απόβαση των Τούρκων. Και δεν είχε μόνον το δικαίωμα είχε και την δυνατότητα διότι διατηρεί επί τόπου, εντός της νήσου, τις απαραίτητες στρατιωτικές δυνάμεις».

Ο αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης, Πρόεδρος της Ένωσης Κέντρου- Νέων Δυνάμεων, Γεώργιος Μαύρος, μετά που αναφέρθηκε σε μια πληροφορία που έθεσε ο Καραμανλής ότι ο Ντενκτάς είχε ζητήσει από την Άγκυρα να ανάψει το πράσινο φως για να ανακηρύξει κράτος, ενημέρωσε για προτάσεις του Μακάριου στο Κυπριακό. Σύμφωνα με τον Γεώργιο Μαύρο, ο Μακάριος πρότεινε τα εξής:

  1. Η Κύπρος παραμένει ανεξάρτητον και κυρίαρχο κράτος.
  2. Το σύνταγμα που θα γίνει θα προβλέπει τη συμβίωση των δυο κοινοτήτων, αλλά επί πολυκαντονικής βάσεως. Οι τουρκικές κοινότητες θα είναι καντόνια και όχι δύο, διότι τα δύο καντόνια είναι διχοτόμηση.
  3. Ο αριθμός των τουρκικών περιοχών θα καθοριστεί διά συμφωνίας. Η μεγαλυτέρα θα είναι στο βορρά κατά μήκος της γραμμής άξονας Λευκωσίας- Κερύνειας.
  4. Η ολική έκταση του εδάφους που θα καλύπτουν τα τουρκικά καντόνια, θα είναι αναλόγως του τουρκοκυπριακού πληθυσμού, δηλαδή περίπου περί το 18,2%.
  5. Θα υπάρξει Κεντρική Κυβέρνηση με ουσιαστικές εξουσίες.
  6. Θα ρυθμιστεί η νομική βάση των Ελληνοκυπρίων, οι οποίοι θα ζουν εις τους τουρκοκυπριακούς τομείς και των Τουρκοκυπρίων, οι οποίοι θα ζουν στους ελληνοκυπριακούς τομείς. Θα υπάρχει ελευθερία, απόλυτος, κινήσεων και ελευθερία διατήρησης περιουσιών.
  7. Επιστροφή των προσφύγων στα σπίτια τους.
  8. Η αναζήτηση αποτελεσματικών εγγυήσεων, για μια τέτοια συμφωνία.
Κύπριοι φοιτητές διαδηλώνουν στην Αθήνα, στις 15 Αυγούστου 1974. Αρχείο ΕΡΤ

 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *