Αποικιοκράτης του 21ου αιώνα: Απειλή για την παγκόσμια ειρήνη ο τουρκικός επεκτατισμός

Ο ισλαμιστής πρόεδρος της Τουρκίας, Ταγιπ Ερντογάν στο Ντιγιάρκιαπίρ του Κουρδιστάν. Φωτογραφία Τουρκική Προεδρία

Του ΠΑΝΙΚΟΥ ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ

Η Ουάσιγκτον και οι Βρυξέλλες επιμένουν να δελεάζουν την Τουρκία με «δώρα», ευελπιστώντας ότι θα την κρατήσουν στο δυτικό στρατόπεδο. Ανέκαθεν, ήταν ιμπεριαλιστική χώρα, αλλά η Τουρκία του Ερντογάν άλλαξε κατεύθυνση και θεωρείται πια επικίνδυνη για την Ευρώπη και τις Ηνωμένες Πολιτείες. «Η Τουρκία είναι ένας αποικιοκράτης του 21ου αιώνα και αποτελεί μια αυξανόμενη απειλή για την παγκόσμια ειρήνη» αναφέρθηκε ενδεικτικά σε άρθρο στο περιοδικό «Newsweek».

Μερίδα του πολιτικοστρατιωτικού κατεστημένου των ΗΠΑ φαίνεται ότι αρνείται ακόμη να ομολογήσει την πραγματικότητα. Οι περισσότεροι αναλυτές όμως υποστηρίζουν ότι η Τουρκία δεν είναι πλέον σύμμαχος και δεν θα γίνει ποτέ ξανά, υποστηρίζοντας ότι θα πρέπει να αντιμετωπιστεί η τουρκική επιθετικότητα. Σύμφωνα με τις τελευταίες εξελίξεις, η κυβέρνηση Μπάιντεν εμφανίζεται αποφασισμένη να κάνει αρχή με τη στήριξη που προσφέρει στους Κούρδους της Συρίας για την ανακοπή της τουρκικής επέλασης στην περιοχή.

Τον τελευταίο καιρό, δεξαμενές σκέψης και ιδρύματα αμυντικής και εξωτερικής πολιτικής σε ΗΠΑ και Ευρώπη, αλλά και σε κράτη της περιοχής (Ισραήλ και Αίγυπτο) καταγράφουν τα «νέα δεδομένα» που δημιουργεί ο νεο-οθωμανισμός της Άγκυρας, υπογραμμίζοντας μάλιστα το γεγονός ότι δεν είναι μόνο η Ελλάδα και η Κύπρος που απειλούνται διαρκώς από την Τουρκία και ότι οι επεκτατικές φιλοδοξίες της επεκτείνονται και πέραν των «περιφερειακών ορίων» της.

Το καθεστώς Ερντογάν αμφισβητεί τη νομιμότητα της Συνθήκης της Λωζάνης του 1923, που είχε καθορίσει τα σύνορα της Τουρκίας. Αξιωματούχοι του καθεστώτος και τουρκικά ΜΜΕ προβάλλουν χάρτες που ενσωματώνουν εδάφη γειτονικών χωρών στην τουρκική επικράτεια. Οι παράνομες τουρκικές διεκδικήσεις από την Ανατολική Μεσόγειο έως τη Μαύρη Θάλασσα, από τη Μέση Ανατολή έως τον Καύκασο και από τη Βόρεια Αφρική έως την Κεντρική Ασία, φαίνεται ότι, έστω και αργοπορημένα, έχουν προκαλέσει έντονες ανησυχίες γιατί υπονομεύεται η σταθερότητα και απειλείται η εδαφική ακεραιότητα αρκετών χωρών, με ό,τι μπορεί να συνεπάγεται για τα συμφέροντα Μεγάλων Δυνάμεων.

Προτάσσοντας τα δόγματα της «μεγάλης Τουρκίας» και της «γαλάζιας πατρίδας» και μέσα από εκβιασμούς και ανατολίτικα παζάρια, ο Ταγίπ Ερντογάν επιχειρεί την τελευταία δεκαετία να αναγεννήσει την Οθωμανική Αυτοκρατορία και δεν κρύβει τους στόχους του, προωθώντας συστηματικά τη δημιουργία μιας νέας παγκόσμιας τάξης, με την Τουρκία να έχει ρόλο υπερδύναμης. Ο Βλαντιμίρ Πούτιν όταν διαπίστωσε ότι θα μπορούσε να εκμεταλλευτεί προς όφελος της Ρωσίας τα παιχνίδια της Άγκυρας με τις ΗΠΑ, άδραξε την ευκαιρία και «άνοιξε τις αγκάλες» του στον Ερντογάν. Η Μόσχα αποκομίζει τεράστια κέρδη από την οικοδόμηση πυρηνικών σταθμών στην Τουρκία και από τις πωλήσεις του αντιπυραυλικού συστήματος S-400, ενώ η Ρωσία είναι ο δεύτερος μεγαλύτερος εμπορικός εταίρος της Τουρκίας, η οποία είναι ο τρίτος μεγαλύτερος αγοραστής ρωσικού φυσικού αερίου.

Παρά τις συνεχείς δοκιμασίες στις ρωσοτουρκικές σχέσεις, το χρήμα κατάφερε μέχρι στιγμής να κρατήσει την εύθραυστη συμμαχία μεταξύ των δύο χωρών. Επειδή όμως ο Ερντογάν έχει αποδείξει επανειλημμένως ότι είναι αλαζόνας και δεν σέβεται τις συμμαχίες, όπως προκάλεσε με τις επιλογές του τη Δύση, φαίνεται ότι τώρα προκαλεί και τη Ρωσία, κυρίως στα ζητήματα της Συρίας και της Ουκρανίας.

Πριν την πρόσφατη συνάντησή του με τον Πούτιν στο Σότσι, έδειξε ότι είναι αποφασισμένος να δημιουργήσει περαιτέρω κρίση στις αμερικανοτουρκικές σχέσεις, κάνοντας λόγο για «έλλειψη χημείας» με τον Αμερικανό πρόεδρο, Τζο Μπάιντεν, και δίνοντας την εντύπωση ότι οι ρωσοτουρκικές σχέσεις θα ενισχυθούν ακόμη περισσότερο σε όλους τους τομείς. Το αποτέλεσμα όμως μάλλον ήταν διαφορετικό. Όπως επισημάνθηκε σε αρκετά αμερικανικά και ευρωπαϊκά ΜΜΕ, ο Ερντογάν δεν έλαβε καμία συγκεκριμένη απάντηση γι’ αυτά που ζήτησε από τον Πούτιν (Συρία, τιμές φυσικού αερίου κ.ά.) και αναφέρθηκε ότι «έφυγε σαν τον κλέφτη από το Σότσι».

Μετά απ’ αυτή την εξέλιξη, ο νεοσουλτάνος στράφηκε ξανά προς τις ΗΠΑ και «ξέχασε» την «έλλειψη χημείας» με τον Μπάιντεν, ζητώντας να αγοράσει 40 νέα μαχητικά F-16 και να αναβαθμίσει άλλα 80 μεταχειρισμένα. Κατά διαστήματα, ο νυν ένοικος του Λευκού Οίκου έδειξε ότι δεν έχει σταθερή θέση σε σχέση με την Τουρκία, επειδή, όπως και οι προκάτοχοί του, για στρατηγικούς και οικονομικούς λόγους δεν θέλουν να τη χαρίσουν στη Ρωσία ή την Κίνα.

Στις ΗΠΑ όμως, παρά τα όποια συμφέροντα και τις αδυναμίες του πολιτικού συστήματος, λειτουργούν σε μεγάλο βαθμό οι θεσμοί και εφαρμόζονται οι νόμοι. Η απόφαση δεν εναπόκειται μόνο στον εκάστοτε Πρόεδρο. Σημαντικό και πολλές φορές καθοριστικό ρόλο διαδραματίζει το Κογκρέσο και, σύμφωνα με όλες τις ενδείξεις και τις εκτιμήσεις αναλυτών, είναι πολλοί πλέον οι Αμερικανοί πολιτικοί και στα δύο κόμματα που παρουσιάζονται αποφασισμένοι να μην ανεχθούν άλλο τη διπλοπροσωπία και την αλαζονεία του Ερντογάν.

Οι Τουρκοκύπριοι και η κατοχή

Όποια και εάν είναι η έκβαση της κατάστασης στις σχέσεις και στα «αδιέξοδα» της Άγκυρας με Ουάσιγκτον και Μόσχα, ένα είναι σίγουρο: η Τουρκία δεν πρόκειται να εγκαταλείψει την επεκτατική πολιτική της στην περιοχή και ειδικότερα σε Κύπρο και Αιγαίο. Αντιθέτως, ένα αυταρχικό καθεστώς καταφεύγει σε φιλοπόλεμες πολιτικές και κυρίως όταν η τουρκική λίρα διολισθαίνει συνεχώς και μαζί της η δημοτικότητα του δικτάτορα. Η προοπτική για μία σωστή, λειτουργική, βιώσιμη και δημοκρατική λύση του Κυπριακού μοιάζει με άπιαστο όνειρο.

Για να μπουν φραγμοί στην τουρκική παραβατικότητα, το καθεστώς Ερντογάν είτε θα πρέπει να ξέρει πολύ καλά ποιο θα είναι το κόστος για τη χώρα του εάν συνεχιστεί η διαιώνιση της ντε φάκτο διαίρεσης του νησιού, καθώς και των επιθετικών ενεργειών του στην Ανατολική Μεσόγειο, είτε να αναγκαστεί εκ των έσω ή από τη διεθνή κοινότητα να σεβαστεί τα κυριαρχικά δικαιώματα των γειτονικών χωρών. Η τουρκοποίηση και η ισλαμοποίηση των κατεχομένων εδαφών αφορά και επηρεάζει άμεσα τους Τουρκοκύπριους. Πέρα από τις όποιες αναγκαίες πρωτοβουλίες και κινητοποιήσεις από πλευράς των Ελληνοκυπρίων σε τοπικό και διεθνές επίπεδο, χωρίς συγκροτημένη αντίσταση φορέων και μεγάλου ποσοστού της τουρκοκυπριακής κοινότητας κατά του τουρκικού επεκτατισμού και των τετελεσμένων της κατοχής, οι ελπίδες για απελευθέρωση και επανένωση της Κύπρου θα παραμένουν ανύπαρκτες.

 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *