Αυτός ο παράδεισος, αυτή η κόλαση μας ανήκει

Ο τάφος του Μακάριου στον Κύκκο. Πηγή: http://monikykkou.org.cy

Του ΣΕΝΕΡ ΛΕΒΕΝΤ

Από την αγάπη γεννιέται ο έρωτας και από τον έρωτα η αγάπη. Αυτό σκέφτηκα καθώς κοιτούσα το μοναδικό φυσικό τοπίο που απλωνόταν μπροστά μου.

Η χώρα μου έχει μια ειδική θέση, ανάμεσα στα πράγματα, με τα οποία είμαι ερωτευμένος. Ιδού κορυφές σαν βουνά. Και βουνά σαν κορυφές. Κέδροι. Πεύκα. Ένας μανδύας που μοιάζει με μεταξωτό πράσινο χαλί. Το χώμα δεν φαίνεται από τα δέντρα. Αυτό πρέπει να είναι ένα από τα μέρη που πρέπει να δει κανείς πριν πεθάνει. Αλλά κανείς δεν υπάρχει σε αυτό τον δρόμο που προχωράει γεμάτος στροφές σαν φίδι. Δεν περνούν καθόλου απ’ εδώ εκείνοι που πάνε σε μακρινές χώρες και μοιράζονται φωτογραφίες. Σκαρφαλώνουμε συνεχώς ψηλά. Είναι η πρώτη φορά που έρχομαι σε τούτα εδώ τα μέρη.

  • Γνωρίστηκα με τον Γιώργο και τη σύζυγό του σε ένα εστιατόριο στο οποίο φάγαμε κοντά στο Μοναστήρι του Κύκκου. «Πού θα πάτε», ρώτησα. «Να δούμε τον τάφο του Μακαρίου». «Δούλεψα με τον Μακάριο, ήμουν σωματοφύλακάς του τέσσερα χρόνια».

Ο Γιώργος είναι πολύ εγκάρδιος και αξιαγάπητος άνθρωπος. Χωρίς να τον ρωτήσω μου είπε ότι στις εκλογές ψήφισε το ΑΚΕΛ και όχι εμένα. Όμως, εκτιμά πολύ τον αγώνα μας και παρακολουθεί από κοντά, λέει, τις επιθέσεις κατά της εφημερίδας μας. Όταν τον ρώτησα «τότε γιατί δεν μας δώσατε την ευκαιρία να μεταφέρουμε πιο πέρα αυτό τον αγώνα μας», δεν μπόρεσε να πει τίποτα. «Αυτή ήταν η απόφαση του κόμματος», είπε μονάχα και πρόσθεσε: «Την επόμενη φορά εσένα θα ψηφίσω».

Το επιβεβαίωσε αυτό και η σύζυγός του λέγοντας «ναι, ναι». «Άσε», είπα, «δεν θα υπάρξει επόμενη φορά, δεν είναι εύκολο το έργο μας σε αυτό το νησί». Το 1974 τον είχαν συλλάβει οι πραξικοπηματίες, λέει, επειδή ήταν μακαριακός. Όμως, σώθηκε χάρις στην εισβολή της Τουρκίας. Τον άφησε ελεύθερο ο πατέρας του Νίκου Αναστασιάδη.

  • Ο τάφος του Μακαρίου και η διαρρύθμιση του περιβάλλοντα χώρου θυμίζει ένα μεγαλοπρεπές πάρκο. Το άγαλμά του είναι ψηλό σαν βουνό. Πρέπει να είναι το μεγαλύτερο άγαλμα στο νησί.

Η πρώτη ερώτηση του Παντελή, τον οποίο γνώρισα μαζί με τη σύζυγο και την κόρη του, ήταν η εξής: «Κάνεις και εσύ διακοπές Λεβέντ;» «Όχι, δεν κάνω διακοπές, όταν φύγω απ’ εδώ θα επιστρέψω και θα ’βγάλω’ την εφημερίδα», είπα. «Ξόδεψαν πολλά χρήματα γι’ αυτό τον τάφο, έκαναν έξοδα πολυτελείας», είπε. Τον είχαν συλλάβει και αυτόν οι πραξικοπηματίες το 1974 και τον έδειραν.

Ένας άλλος με τον οποίο γνωριστήκαμε ήταν και ο Τάσος. Διαβάζει με ενδιαφέρον τα άρθρα μου, λέει. «Άρα διαβάζεις ’Πολίτη’», του είπα. «Όχι, δεν διαβάζω τον ’Πολίτη’, εσένα διαβάζω», είπε. Η δε ωραία Άντη, η οποία στο μαγαζί της που βρίσκεται κοντά στο μοναστήρι, πουλά τα πάντα, από ελαιόλαδο μέχρι σουτζιούκο, ξηρούς καρπούς, ποτά και χειροποίητα κεντήματα για δώρα, μου είπε: «Εγώ είμαι με την ΕΔΕΚ, δεν μου αρέσει καθόλου το ΑΚΕΛ».

Ο Μακάριος κείτεται σε ένα μέρος σαν σπηλιά. Από πάνω του υπάρχουν δύο σημαίες. Οι σημαίες της Κύπρου και της Ελλάδας. Και οι δύο σημαίες δίπλα σε εκείνο το τεράστιο άγαλμα είναι της Κύπρου και της Ελλάδας. Υπάρχουν προβολείς απέναντι στο άγαλμα. Φαίνεται ότι φωτίζεται τα βράδια. Ο τάφος που βρίσκεται πάνω στην κορυφή του βουνού φαίνεται από μακριά. Όπως είπε και ο Παντελής, ξοδεύτηκαν πολλά χρήματα για το μέρος αυτό, πάρα πολλά.

  • Μετά από τον τάφο περάσαμε από το Μοναστήρι του Κύκκου. Υπάρχει ένας κανόνας για τους επισκέπτες. Δεν επιτρέπεται να μπουν μέσα όσοι είναι άσεμνα ντυμένοι. Απαγορεύονται τα σορτσάκια. Γι’ αυτό, το μοναστήρι ετοίμασε δικές του ειδικές ενδυμασίες.

Ένα φόρεμα μοβ από πάνω μέχρι κάτω. Είναι όπως τον άσπρο μανδύα σαν σεντόνι που φορούν οι χατζήδες στη Μέκκα. Γνωρίστηκα με τον επικεφαλής ιερέα.

«Ποιο είναι το καθήκον σου», τον ρώτησα. «Είμαι ο υπεύθυνος αυτού του μέρους», είπε. Είναι ένα μοναστήρι πολύ ελκυστικό με την αρχιτεκτονική, τις εικόνες και τα πολύτιμα αντικείμενά του. Είχαμε μιαν ενδιαφέρουσα συνομιλία. Εγώ ρωτούσα, εκείνος απαντούσε. Αλλά έκανε και μιαν εισαγωγή πριν την κουβέντα μας. «Σε αυτό το μοναστήρι όλοι υπάρχουν πνευματικώς όχι σωματικώς», είπε. «Είσαι παντρεμένος», τον ρώτησα. «Ναι». «Έχεις παιδιά;» «Έχω φυσικά. Τέσσερα». «Τα παιδιά σου ακολουθούν τον δρόμο του πατέρα τους;». «Σε μια καλή οικογένεια, πάντα έτσι γίνεται». «Έρχονται πολλοί επισκέπτες εδώ;» «Πενήντα-εξήντα την ημέρα». «Έρχονται και Τουρκοκύπριοι;» «Έρχονται φυσικά». «Έχεις Τουρκοκύπριους φίλους;» «Έχω φυσικά». «Πιστεύεις ότι ο Χριστός περπάτησε πάνω στο νερό;» «Δεν άκουσα κάτι τέτοιο.

Ο Μωυσής ήταν αυτός που περπάτησε πάνω στο νερό». «Μα περπάτησε ο Μωυσής πάνω στο νερό; Εγώ ξέρω ότι αυτός έκοψε στα δύο τη θάλασσα και πέρασε από τη μέση. Έρχονται σε εσένα για να τους εξομολογήσεις;» «Έρχονται». «Πιστεύεις στην άλλη ζωή μετά τον θάνατο; Δηλαδή, υπάρχει παράδεισος και κόλαση κατά τη γνώμη σου;» Σιώπησε. Δεν είπε τίποτα. «Πες μου και δεν θα το γράψω», του είπα. «Εγώ πιστεύω στην ειρήνη, την αδελφοσύνη και την αγάπη», είπε. «Σε αυτό το μοναστήρι προσεύχεστε και για την ψυχή του Μακαρίου», τον ρώτησα. «Ο Μακάριος δεν ήταν άγιος. Δεν χρειάζεται αυτό. Κοίτα, μήπως βλέπεις φωτογραφία του Μακαρίου σε αυτό το μοναστήρι;» «Οι ιμάμηδες εκεί σε εμάς μνημονεύουν τον Ντενκτάς. Γι’ αυτό τον ρώτησα».
Επιστρέψαμε στη Λευκωσία από τις γεμάτο στροφές δρόμους. Ο ήλιος έδυε πίσω από τις βουνοκορφές όπως στις καρτ-ποστάλ.

ΠΗΓΗ: ΑΦΡΙΚΑ, ΠΟΛΙΤΗΣ

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *