Μπορούμε με πρόγραμμα, σχέδιο και σκληρή δουλειά να ανοίξουμε έναν καινούργιο και σωτήριο δρόμο

FILE PHOTO. Πληθαίνουν οι φωνές ότι έφτασε η ώρα για αλλαγή στρατηγικής στο Κυπριακό. ΚΥΠΕ/ΓΤΠ/Χ. Αβρααμίδης

Του Γιαννάκη Λ. Ομήρου
Καθώς πλησιάζουμε στη συμπλήρωση 43 χρόνων από το δίδυμο έγκλημα του 1974 και την επιβολή τουρκικής κατοχής στο 37% των εδαφών της Κυπριακής Δημοκρατίας, προβάλλει η ανάγκη, παραδόξως, να επανατοποθετηθεί το Κυπριακό στις διάφορες ορθές διαστάσεις και παραμέτρους του. Και είναι πράγματι παράδοξη αυτή η ανάγκη, πλην όμως υπαρκτή και επιβαλλόμενη, δεδομένης της εθνικής παταγώδους αποτυχίας να χαραχθεί και να ακολουθηθεί ένας ενιαίος εθνικός σχεδιασμός, με συνέπεια και συνέχεια.

Όσο προβλεπτή ήταν η τουρκική αδιαλλαξία, άλλο τόσο θα έπρεπε να υπάρχει μια συντεταγμένη πορεία Κύπρου – Ελλάδας που να θωρακίζει τις προοπτικές μιας λύσης, θα τερματίζει τα δεινά του λαού μας και θα αποτελεί αφετηρία ενός νέου ιστορικού κύκλου προοπτικής και ελπίδας για το μέλλον. 

Το τελευταίο «επεισόδιο» με τη διαδικαστική και ουσιαστική εμπλοκή στις διαπραγματεύσεις είναι εξόχως χαρακτηριστικό της απουσίας προνοητικότητας, σταθερότητας και συνεπούς τακτικής και στρατηγικής.

Όπως και της μόνιμης απουσίας εναλλακτικών στρατηγικών ή των περίφημων Σχεδίων Β. Κάτι που πληρώσαμε ακριβά στη Νέα Υόρκη και στη συνέχεια με την επιδιαιτησία και τα Δημοψηφίσματα του Απριλίου του 2004.

Όταν, ενώ υπήρχε απόφαση του Εθνικού Συμβουλίου ότι δεν θα αποδεχόμασταν χρονοδιαγράμματα, επιδιαιτησία και δημοψηφίσματα, χωρίς να υπάρχει προηγούμενη συμφωνία των δύο πλευρών, συρθήκαμε «εκόντες, άκοντες» με πλήρη αμηχανία, στην αποδοχή τους.

Να υπενθυμίσουμε ακόμα ότι ενώ η συμφωνία της 8ης Ιουλίου 2006 και η συμφωνημένη επιστολή Γκαμπάρι, προέβλεπαν επαρκή διαπραγματευτική βάση και γεφύρωση επί των ουσιωδών πτυχών του Κυπριακού, προ της έναρξης των διαπραγματεύσεων προχωρήσαμε και επί Προέδρου Χριστόφια και επί Προέδρου Αναστασιάδη, σε συμμετοχή σε διαπραγματεύσεις με αμφίσημου και ατελούς περιεχομένου συμφωνίες με την τουρκική πλευρά. Χωρίς καμιά γεφύρωση επί των ουσιωδών πτυχών του Κυπριακού.

Αποτέλεσμα, όχι μόνο η αποτυχία κατάληξης σε λύση, αλλά να επικρέμαται ο κίνδυνος επίρριψης ευθυνών στην ελληνική κυπριακή πλευρά για το αδιέξοδο. Οι παλινδρομήσεις, η ασυνέπεια στη διαπραγματευτική τακτική και οι αμήχανες και ερασιτεχνικές κινήσεις και πρωτοβουλίες, οδηγούν σε εκφυλισμό τις προσπάθειες  λύσης και ναρκοθετούν την πολιτική αξιοπιστία της πλευράς μας.

Απορίας άξιον είναι επίσης, σε ό,τι αφορά τις τελευταίες διαπραγματεύσεις, ότι δεν απαιτήσαμε την άμεση και ταυτόχρονη συζήτηση και των άλλων ζωτικών πτυχών του Κυπριακού, δηλαδή της ασφάλειας και των εγγυήσεων, παρά το γεγονός ότι αυτό προνοούσε η συμφωνία της 11ης Φεβρουαρίου του 2014.

Είναι παντελώς αδιανόητο η ημερήσια διάταξη των διαπραγματεύσεων να καθορίζεται από τη μια πλευρά, δηλαδή την τουρκική. Η τελευταία κίνηση του Προέδρου Αναστασιάδη, παρ’ όλο που χαρακτηρίζεται λογική, εν τούτοις είναι φανερό ότι ήλθε πολύ καθυστερημένα.

Η διεθνής πτυχή του Κυπριακού θα έπρεπε να είχε συζητηθεί κατά τη διάρκεια των διαπραγματεύσεων των τελευταίων δύο χρόνων, προτού τα κεφάλαια της ασφάλειας και των εγγυήσεων συζητηθούν στην παρουσία των εγγυητριών δυνάμεων. Κυρίως της Τουρκίας η οποία, ως η αδικοπραγούσα, θα πρέπει να αποδεχθεί την αποχώρηση των στρατευμάτων και τον τερματισμό του αναχρονισμού των εγγυήσεων.

Και κάτι τελευταίο. Είναι δυνατόν 43 χρόνια μετά τη δημιουργία του κυπριακού προβλήματος, να συνεχίζεται ο τραγέλαφος των συζητήσεων και των αντιπαραθέσεων για τη μορφή της λύσης που επιδιώκουμε; Και δεν είναι αυτό το φαινόμενο ευθεία υπονόμευση της διαπραγματευτικής μας ικανότητας και της πολιτικής μας φερεγγυότητας;

Και όμως το πλαίσιο θα έπρεπε να ήταν δεδομένο και καθολικώς αποδεκτό. Βάση διαπραγμάτευσης πρέπει να αποτελούν τα περί Κύπρου ψηφίσματα του Συμβουλίου Ασφαλείας, η Ευρωπαϊκή Σύμβαση Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, οι αποφάσεις του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου στις ατομικές και διακρατικές προσφυγές εναντίον της Τουρκίας και οι συμφωνίες υψηλού επιπέδου του 1977 και του 1979.

Χωρίς βέβαια τις αυθαίρετες ερμηνείες αυτών των συμφωνιών ως δήθεν προνοούσες εθνοτικό διαχωρισμό. Κάτι που αντίκειται στο ευρωπαϊκό κεκτημένο και τον ευρωπαϊκό νομικό πολιτισμό, που υπερέχει κάθε άλλης συμφωνίας ή ερμηνείας συμφωνίας, μετά την ένταξη της Κύπρου στην Ε.Ε.

Η αποτίμηση των 43 χρόνων που πέρασαν από το 1974, με την τουρκική κατοχή να ακρωτηριάζει το σώμα της πατρίδας μας, με παραδοχή λαθών, ασυνέπειας, δολιχοδρομήσεων και παλινδρομήσεων μπορεί και πρέπει να αποτελέσει την ευκαιρία για ανασύνταξη δυνάμεων και υπέρβαση των αδυναμιών μας.

Μπορούμε με πρόγραμμα, σχέδιο και σκληρή δουλειά να ανοίξουμε έναν καινούργιο και σωτήριο δρόμο, προοπτικής και ελπίδας για το μέλλον. Φτάνει να παραδεχτούμε με αυτοκριτική διάθεση πικρές αλήθειες.

*Τέως Πρόεδρος της Βουλής των Αντιπροσώπων.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.