Χάθηκε η μπάλα στην εντυπωσιοθηρία: Κυπριακές μεταρρυθμίσεις και παλιές κακές εποχές

ΣΚΙΤΣΟ ΤΟΥ ΚΥΡΙΑΚΟΥ ΓΚΟΥΜΑ

Του ΚΩΣΤΑ ΒΕΝΙΖΕΛΟΥ Η κρίση στην παιδεία επιβεβαιώνει την αδυναμία διαχείρισης σοβαρών ζητημάτων από μέρους των κυβερνώντων.

Μετά από δυο μήνες, οι πολίτες βρίσκονται σε πλήρη σύγχυση για το ποιο είναι –στο τέλος– το ζητούμενο σε αυτή την αντιπαράθεση. Η Κυβέρνηση επιχείρησε να προχωρήσει σε αλλαγές, πολλές από τις οποίες χρόνιζαν και έπρεπε προ πολλού να γίνουν. Διάλεξε, ωστόσο, λάθος μεθοδολογία γι’ αυτό και προκλήθηκαν αναταράξεις. Οι εκπαιδευτικοί αντέδρασαν πρωτίστως για τη συμπεριφορά του υπουργείου Παιδείας και τα όσα αφήνονταν να εννοηθούν για την ομάδα αυτή των εργαζομένων. Την ίδια ώρα, μέρος της ηγεσίας τους, αντέδρασε στο ενδεχόμενο να χάσει κάποια προνόμια.

Το θέμα δεν είναι διαδικαστικό αλλά ουσιαστικό. Το ζητούμενο δεν είναι μόνο, για παράδειγμα, η ανακατανομή του χρόνου των εκπαιδευτικών αλλά είναι η νοοτροπία. Είναι η μεθοδολογία που ακολουθείται και οι λογικές του ετσιθελισμού.

Η Κυβέρνηση, από την πλευρά της, επικαλείται δυο ζητήματα για τη στάση που έχει τηρήσει.

  • Πρώτο, το γεγονός ότι είναι νωπή η λαϊκή εντολή που έλαβε ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας. Το περιεχόμενο της εντολής και των δεσμεύσεων έναντι των πολιτών δεν καλύπτει όλες τις αποφάσεις, ιδιαίτερα όσες δεν είχαν εξαγγελθεί προεκλογικά. Και η λαϊκή εντολή καλύπτει όλη την πενταετία. Αυτό δεν σημαίνει πως ό,τι αποφασίζεται θα γίνεται αποδεκτό.
  • Δεύτερο, γίνεται λόγος ότι η Κυβέρνηση πήρε εντολή για μεταρρυθμίσεις. Σωστό. Οι αλλαγές και οι μεταρρυθμίσεις δεν επιβάλλονται αλλά συνδιαμορφώνονται για να μπορούν και να εφαρμοστούν.

Έχει ειπωθεί πως υπάρχει «λίπος» στην εκπαίδευση που πρέπει να κοπεί. Αυτό ισχύει και έπρεπε προ πολλού να γίνει. Δεν μπορεί, ωστόσο, να… κοπεί το «λίπος» με τις ακολουθούμενες πρακτικές.

  • Και όπως διαμορφώθηκε το σκηνικό, ένα σκηνικό ρήξης, δύσκολα μπορούν να γίνει στη συνέχεια αλλαγές.

Αυτό που θα επιχειρηθεί προφανώς να γίνει από όλους τους εμπλεκομένους είναι να «σωθεί» η σχολική χρονιά. Φτάνει αυτό να γίνει σωστά και όχι μπαλωματικά. Το Κράτος επενδύει στην παιδεία. Τα αποτελέσματα, όμως, δείχνουν πως τα κονδύλια δίνονται χωρίς να αποδίδουν. Δηλαδή, εκ του αποτελέσματος προκύπτει ότι το επίπεδο της παρεχόμενης παιδείας δεν είναι το αναμενόμενο. Ποιος φταίει; Ποιοι έχουν την ευθύνη; Συλλογική είναι η ευθύνη κι αυτό δεν μπορούν να το αμφισβητήσει κανένας.

Την ίδια ώρα, επιβεβαιώθηκε και σε αυτή την περίπτωση πως το πολιτικό σύστημα αρέσκεται στη δημιουργία εντυπώσεων. Ασκείται σε αυτό το πεδίο, της εντυπωσιοθηρίας, χάνοντας την ουσία. Από τη μια, μέρος αντιπολίτευσης μπορεί κατά βάθος να θέλει την αποτυχία της Κυβέρνησης, αν και το θέμα αφορά στα παιδιά. Από την άλλη, οι «μεταρρυθμιστές» του κυβερνητικού στρατοπέδου –από το Προεδρικό μέχρι την Πινδάρου– είναι κομμάτι ενός πολιτικού συστήματος που ενώ παραπαίει, επιμένει στο παλιό κομματικό ριάλιτι, που αποπνέει μούχλα και παραπέμπει στις παλιές καλές μέρες της δεξιάς. Οι νοοτροπίες και οι πρακτικές που ακολουθούνται δεν αφορούν μόνο στην παιδεία, αλλά ευρύτερα.

Ο ΔΗΣΥ κινείται μεταξύ της λαϊκής δεξιάς και της νεοφιλελεύθερης. Αυτή η ενδοπαραταξιακή ισορροπία μεταξύ των δυο πόλων διαμορφώνει μια ιδιάζουσα κατάσταση και εκφράζεται στην πολιτική που εφαρμόζει. Μια στο καρφί (στην ιδιωτικοποίηση των πάντων υπέρ του κεφαλαίου) και η άλλη στο πέταλο (δημόσιο σχολείο, δημόσιος τομέας). Οι μεταρρυθμίσεις συνδέονται με μια σειρά ζητήματα που πρέπει να υιοθετούνται, όπως είναι, για παράδειγμα, η αξιοκρατία και η καταπολέμηση του ρουσφετιού. Αυτά, όμως, παραμένουν το οξυγόνο του πολιτικού συστήματος. Έτσι διατηρούνται στη ζωή.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *