Χρονικότητα, ιστορικότητα και πολιτική δυναμική

Το Πανεπιστήμιο Αθηνών. Φωτογραφία kathimerini.gr

Του ΡΟΥΝΤΙ ΡΙΝΑΛΝΤΙ

Zούμε σε μια εποχή μεταβατική, κυοφορίας. Επομένως εποχή πολυπλοκότητας, δύσκολης ανάγνωσης και κατανόησης. Σε τέτοιες εποχές τα στερεότυπα, οι λύσεις ευκολίας, οι εκτιμήσεις που στηρίζονται σε χθεσινά δεδομένα και σχήματα, δεν βοηθούν. Βεβαίως κανείς δεν έχει την πατέντα της αντικειμενικότητας, αλλά ο ηθελημένος υποκειμενισμός μερικές φορές βλάπτει σοβαρά την ανάλυση.

Το κλασικό: «συγκεκριμένη…»

Η απαίτηση «συγκεκριμένης ανάλυσης της συγκεκριμένης κατάστασης» από μόνη της, χωρίς τον εντοπισμό των βασικών χαρακτηριστικών της εποχής που βιώνουμε, δεν μπορεί να λειτουργήσει ικανοποιητικά και αποτελεσματικά. Για παράδειγμα, η ορθότητά της ισχύει και για την εποχή του προμονοπωλιακού καπιταλισμού, αλλά και στην εποχή του ιμπεριαλισμού – που δεν είναι το ίδιο πράγμα. Συνεπώς σήμερα η εκτίμηση κάθε δύναμης, κάθε τάσης, πρέπει να τοποθετηθεί σε έναν γενικό καμβά. Ένα σχήμα που βλέπει μια αμερικάνικη ηγεμονία σε ολόκληρο τον κόσμο, όσο και να εφαρμόζει το «συγκεκριμένη… κ.λπ.», θα οδηγείται σε λαθεμένα συμπεράσματα και εκτιμήσεις. Στη σημερινή εποχή, με δεδομένη τη μεγάλη υποχώρηση του δυτικού κόσμου και την ανάδυση νέων κέντρων που αμφισβητούν την κυριαρχία του, δημιουργούνται όροι για πιο «χαοτικά» σχήματα και για μια διαφορετική ιεραρχία στο σύστημα δυνάμεων που κυριαρχούν και τα μέσα που χρησιμοποιούν.

Τα προχθεσινά και χθεσινά σχήματα (παντοδυναμία των Αμερικάνων, ακινησία που επέβαλλε η ισορροπία τρόμου ΗΠΑ-ΕΣΣΔ, μετά πάλι Νέα Τάξη Πραγμάτων υπό μία μοναδική υπερδύναμη) έχουν παραχωρήσει τη θέση τους σε πιο πολύπλοκες καταστάσεις. Π.χ. ο Ερντογάν δεν ρωτάει τις ΗΠΑ ή τη Ρωσία για τις κινήσεις του – υπολογίζει και τις δύο δυνάμεις, αλλά χρησιμοποιεί τη δυναμική της πολιτικής του για να καταστήσει την Τουρκία μεγάλη δύναμη, ισότιμη της Γερμανίας και της Βρετανίας. Έχει βαθμούς αυτονομίας και αναπτύσσει τη στρατηγική του. Μπαίνοντας επικεφαλής της τουρκικής άρχουσας τάξης, δίνει νεο-οθωμανικό προφίλ στην επεκτατική πολιτική της Τουρκίας, και την έχει ενδυναμώσει αρκετά. Δηλαδή προχωρά σε μια περιεκτική πολιτική που εγκλείει στοιχεία παραδοσιακά της Τουρκίας και τα αναπτύσσει παραπέρα με βάση τις δυνατότητες, την εποχή, την πολιτική του. Δεν εφάρμοσε ένα «Μανιφέστο», αλλά άνοιξε και ανοίγει έναν δρόμο που δεν ήταν γραμμένος σε κιτάπια. Τον άνοιξε με τη δυναμική της πολιτικής του, εκμεταλλευόμενος τα σπρωξίματα που του έδωσαν αρχικά, αλλά και αντιμετωπίζοντας με εξαιρετική ευελιξία τρικλοποδιές που του έβαλαν.

Είναι ακόμα αξιοθαύμαστη η ανικανότητα του ελληνικού στοιχείου να «διαβάσει» τον Ερντογάν και την πολιτική του. Πόσος κόπος δεν έγινε για να υποβαθμιστεί η επιθετικότητά του, να μην του δίνεται σημασία, να επισημαίνονται τα πολλά προβλήματα που έχει, οικονομικά και άλλα, να τον βλέπουν σαν υποχείριο των ΗΠΑ ή των Ρώσων! Και μάλιστα να είμαστε και κατηγορηματικοί στο αν θα προχωρήσει ή όχι σε κινήσεις ενάντια στη χώρα μας. Λες και λίγα έχει κάνει, ή λες και δείχνει ότι αρχίζει να μας φοβάται… «Απλά γαβγίζει ο Ερντογάν», «οι ΗΠΑ δεν θα τον αφήσουν» κ.ο.κ.: δεν στέκουν όλα αυτά, και μάλιστα όταν υποστηρίζονται με ευκολία. Το γκριζάρισμα εκτεταμένων περιοχών και επικράτειας της χώρας μπορεί και γίνεται χωρίς ανοικτό πολεμικό επεισόδιο. Ποια η κυριαρχία της Ελλάδας νότια της Κρήτης, της Ρόδου και της Καρπάθου; Για να μην μιλήσουμε για το Καστελλόριζο…

Το πολιτικό σύστημα στην Ελλάδα

Λάθη τέτοιας τάξης παρουσιάζονται όμως και στο διάβασμα της ελληνικής άρχουσας τάξης και των πολιτικών εκφραστών της. Για παράδειγμα η υπαρκτή διαφορά ανάμεσα σε δεξιούς κύκλους και στην κορυφή του ΣΥΡΙΖΑ, ειδικά στα εθνικά θέματα, και ο ανοικτά διακηρυγμένος εθνομηδενισμός του τελευταίου, δεν πρέπει να οδηγεί τη σκέψη σε συμπεράσματα που ξεπερνούν την ποιότητα της άρχουσας τάξης και των δεξιών εκφραστών της. Ιστορικά δεν υπάρχει από τον δεξιό χώρο στάση εθνική και με σχεδιασμό που να ξεμπλέκει από τα πλοκάμια της εξάρτησης. Παρά τις μεγάλες κουβέντες για έθνος και πατρίδα, τώρα όλοι οι εκπρόσωποι του πολιτικού κόσμου έχουν εμβαπτισθεί στα νερά της παγκοσμιοποίησης και της κατάργησης ιστορίας, παράδοσης, αγώνων, αντιστάσεων.

Πιο πρόσφατα, έχει δημιουργηθεί η εντύπωση πως ο Μητσοτάκης «ανδρώνεται» και εμφανίζει εθνικό προφίλ, θέτοντας σε κάποια ετοιμότητα τη χώρα (μετά τον Έβρο και όσα έγιναν εκεί). Μάλλον κυριαρχεί μια υποκειμενιστική θεώρηση, που του προσδίδει χαρακτηριστικά τα οποία δεν διαθέτει. Η γραμμή είναι αυτή της «συνεκμετάλλευσης» και συνεννόησης με τη γείτονα χώρα, όχι η υπεράσπιση της εθνικής ακεραιότητας. Η γραμμή είναι αναγνώριση της προτεραιότητας που έχει η Τουρκία λόγω μεγέθους και ισχύος, και η κατανόηση για τη στάση των μεγάλων δυνάμεων απέναντί της. Συνεχίζουμε να υποστηρίζουμε ακόμα και τώρα την ευρωπαϊκή πορεία της Τουρκίας, στο προσφυγικό κάνουμε ό,τι μας λένε, και ήδη ο Μητσοτάκης έχει δημιουργήσει στην ενδοχώρα πολλαπλά κέντρα «φιλοξενίας» χωρίς να αλλάζει η κατάσταση στα νησιά. Η Κύπρος είναι πιο εγκαταλελειμμένη από ποτέ άλλοτε. Οι δηλώσεις του Δένδια απηχούν και την επίσημη πολιτική. Στα της Λιβύης, πλήρης ερασιτεχνισμός…

Αλλά και στα ζητήματα του συσχετισμού ανάμεσα στις δύο παρατάξεις και κόμματα υπάρχει η «δημιουργική σαφήνεια». Πριν παρουσιαζόταν ο ΣΥΡΙΖΑ ως παντοδύναμος και η Ν.Δ. υπό τον Κ. Μητσοτάκη ως δώρο για τον Τσίπρα. Μετά η εκτίμηση αντιστρέφεται: «πανίσχυρος» ο Μητσοτάκης, σχεδόν τελειωμένος ο ΣΥΡΙΖΑ. Λες και η πολιτική έχει σταματήσει και δεν παίζει κανένα ρόλο. Για παράδειγμα, πέρυσι ο Τσίπρας γύρισε το παιχνίδι μέσα σε ένα μήνα, και από τη συντριβή που τον απειλούσε μετά τις ευρωεκλογές, συγκέντρωσε ένα 32%. Ποσοστό αρκετά υψηλό, που ίσως ούτε οι Συριζαίοι να μην περίμεναν. Τώρα ο Μητσοτάκης είναι μπροστά 20 μονάδες, αλλά δεν είναι τόσο ισχυρός όσο νομίζεται. Μπορεί να τα βγάλει πέρα με το τσουνάμι της κρίσης που καταφθάνει; Η πρόωρη προσφυγή σε εκλογές –αν γίνει– θα σημαίνει ότι ο ίδιος κατανοεί πως η φθορά του θα είναι μεγάλη τους επόμενους μήνες, ότι ο δρόμος δεν είναι ρόδινος.

Τα δύο κόμματα της παγκοσμιοποίησης

Δεύτερο μεγάλο λάθος είναι να λησμονιέται η ιστορικότητα του πολιτικού συστήματος και η λειτουργία του: Η μεγαλύτερη απόδοση ερχόταν πάντα μέσα από κεντροαριστερά σχήματα (και αυτός είναι ο ουσιαστικός ρόλος που ο ΣΥΡΙΖΑ δεν τελείωσε και θα απορροφήσει μεγάλο μέρος του ΚΙΝΑΛ) παρά από καθαρόαιμα δεξιά σχήματα.

Αλλά ακόμα: Δεν υπήρχε ποιοτική διαφορά ανάμεσα στην πολιτική των δύο αυτών πολιτικών χώρων όσον αφορά ένα κεφαλαιώδες ζήτημα, την εξάρτηση της χώρας. Δεν υπήρξε, ούτε σαν φράξια μέσα στα κόμματα αυτά, μια «συνιστώσα» που να θέτει με έμφαση το ζήτημα της ανεξαρτησίας και κυριαρχίας της χώρας μέσα από ένα άλλο μοντέλο. Ιδιαίτερα στο χώρο της Δεξιάς, η υποτέλεια και άρρηκτη θέση της ως συμπληρώματος της Δύσης την έκανε να είναι πιο καθαρός εκφραστής του καθεστώτος της υποτέλειας και της αδράνειας. Στην εποχή της παγκοσμιοποίησης (δηλαδή στις μέρες μας) η αριστερά θέλησε να εμφανιστεί ως πιο μοντέρνα, απεμπολώντας στόχους απεξάρτησης και αντιμετώπισης των εχθρών της χώρας. Φθάσαμε έτσι να έχουμε δύο κόμματα της παγκοσμιοποίησης στην Ελλάδα, τον ΣΥΡΙΖΑ και τη Ν.Δ.

Καθοριστικός για τη συμπεριφορά του πολιτικού κόσμου είναι σε μεγάλο βαθμό ο λαϊκός παράγοντας και ο λαϊκός ριζοσπαστισμός. Η ευθεία σύγκρουση μαζί τους σε στιγμή ανόδου τους, οδηγεί π.χ. ταχύτατα το ΠΑΣΟΚ του 44% στο 4%. Το Μακεδονικό πληγώνει τον πανίσχυρο ΣΥΡΙΖΑ και δυναμώνει την αντιπολιτευτική Ν.Δ., η οποία τώρα ψηφίζει υπέρ της ένταξης της «Βόρειας Μακεδονίας» και στην Ε.Ε. μετά το ΝΑΤΟ, με επιχειρηματολογία που θα χρησιμοποιούσε ο Κατρούγκαλος ή ο Κοτζιάς.

Γενικό συμπέρασμα: η συγκεκριμένη ανάλυση της συγκεκριμένης κατάστασης απαιτεί ισχυρές προδιαγραφές. Να συνυπολογίζονται δηλαδή η χρονικότητα, η εποχή, η ιστορικότητα και η δυναμική της πολιτικής.

ΠΗΓΗ: https://edromos.gr/

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *