Χρυσόστομος ΙΙ και γιατί η Κύπρος χρειάζεται ακόμα ένα μαχητή και πατριώτη Αρχιεπίσκοπο

ΤΟΥ ΣΑΒΒΑ ΙΑΚΩΒΙΔΗ

Η Εκκλησία της Κύπρου ήταν και είναι ο στυλοβάτης και το πανίσχυρο θεμελίωμα της Ορθόδοξης πίστης των Ελλήνων της Κύπρου και ο εθνικός θώρακάς τους.

Ναι, μεν, η Εκκλησία, ως θεσμός, έχει ορθά διαχωριστεί από την εκάστοτε πολιτική και άλλες εξουσίες, αλλά στον Ελληνισμό, και ειδικά στην κατεχόμενη Κύπρο, έχει και πιστεύουμε ότι οφείλει να αρθρώνει λόγο και να διαδραματίζει ρόλο στους εθνικούς προσανατολισμούς του κυπριακού Ελληνισμού. Έστω και αν αυτό δεν αρέσει σε σεσημασμένους εθνομηδενιστές και τουρκοπροσκυνημένους.

Στα 300 και πλέον χρόνια τουρκικής δουλείας όπως και σε προηγούμενες ξένες κατοχές, η Εκκλησία της Κύπρου ήταν το ισχυρό ανάχωμα, πάνω στο οποίο συνετρίβησαν προσπάθειες αφελληνισμού και αλλαγής θρησκείας των Ελλήνων. Όμως, σε διάφορες εποχές Ιεράρχες υπέπεσαν σε ασυγχώρητα λάθη ή δεν διέγνωσαν εξελίξεις και γεγονότα.

Όμως είχαμε και ήρωες Ιεράρχες και ιερωμένους και, προπάντων, πατριώτες, οι οποίοι στήθηκαν όρθιοι, υπερασπίστηκαν ή και θυσιάστηκαν για την Ορθοδοξία και τις ελληνικές αξίες και καταβολές μας και την εθνική και βιολογική επιβίωσή μας.

Επισημαίνουμε αυτά αδρομερώς με αφορμή την εκδημία του μακαριστού Αρχιεπισκόπου Νέας Ιουστινιανής και Πάσης Κύπρου, Χρυσόστομου Β΄. Ο γράφων είχε την τιμή να τον συναντήσει μετά την εκλογή του στο αρχιεπισκοπικό αξίωμα. Κατά τη διάρκεια δύο ωρών συνομιλίας μας, εξιστόρησε πώς υλοποιήθηκε η γνωστή δήλωσή του, προεκλογικά: «Χρυσόστομος θα είναι ο νέος Αρχιεπίσκοπος» και κανείς δεν τον πίστευε.

Δεν είναι του παρόντος να αναφερθώ τι διημείφθη μεταξύ μας και πώς και με ποιες βυζαντινορραφίες, από χαμένος βγήκε κερδισμένος.

Δεν θα υπενθυμίσω την οργίλη αντίδραση του Κύκκου Νικηφόρου που, όταν είδε ότι η πλάστιγγα έγερνε προς τον Πάφου Χρυσόστομο, είπε το ανεκδιήγητο: «Θα τους ψήσω το ψάρι στα χείλη».

Η συνάντηση μαζί του έγινε με τη μεσολάβηση κοινού φίλου, στον οποίο είχα υποδείξει ότι ο Μακαριότατος μιλούσε πολύ και συχνά ενώ, κατά την άποψή μου, όφειλε να επιλέγει τι θα πει, πότε και γιατί και όσα θα έλεγε, να αντανακλούν τη θέση της Εκκλησίας και να αποτελούν σημείο πολιτικής ή άλλης αναφοράς. Αυτή ήταν η αφορμή ο κοινός φίλος να μου εισηγηθεί να τον συναντήσω, επειδή, μου είπε, «διαβάζει τα άρθρα σου και σε εκτιμά».

Ο μακαριστός Αρχιεπίσκοπος, όπως τον είδα τότε και όπως εκδηλωνόταν στη συνέχεια, ήταν ντόμπρος και ξεκάθαρος σε αυτά που πίστευε και συχνά απόλυτος μέχρι προκλήσεως σε αυτά που επιδίωκε να υλοποιήσει. Ήταν ευθύς, έστω και αν αρεσκόταν σε «ατάκες».

Να επιτραπεί να παρατηρήσω ότι συχνά δηλώσεις του ήταν άκαιρες ή και έκδηλα ενοχλητικές σε σημείο να εκθέτουν τον ίδιο και την Εκκλησία. Ο Χρυσόστομος Β΄ κατηγορήθηκε ότι ήταν ο CEO της Εκκλησίας επειδή επιδιδόταν σε επιχειρηματικές δραστηριότητες (ξενοδοχεία, μετοχές, επενδύσεις), οι οποίες, όμως, απέδιδαν χρήματα για το φιλανθρωπικό και άλλο έργο της Εκκλησίας.

Συχνά ήταν επικριτικός ή και απαξιωτικός προς Συνοδικούς ή και πολιτικούς, είρων ή και χλευαστικός μέχρι σχεδόν υβριστικός. Ήρθε σε ρήξη και αντιπαράθεση με πολλούς. Αρκετές φορές επικρίθηκε από Προέδρους της Δημοκρατίας, αρχηγούς κομμάτων, βουλευτές και, φυσικά, από ΜΜΕ για ανεπίτρεπτες συμπεριφορές, απαράδεκτες δηλώσεις ή εμπλοκή του σε θέματα ως μη όφειλε. Όπως π.χ., στα «χρυσά διαβατήρια».

Όμως, ο μακαριστός Αρχιεπίσκοπος πέτυχε να υλοποιήσει μερικά σημαντικά έργα, όπως την ανέγερση του καθεδρικού ναού του Αποστόλου Βαρνάβα, που προκάλεσε τις αντιδράσεις μερίδας πολιτών και οργανώσεων. Ίδρυσε τη Θεολογική Σχολή. Πέτυχε τη μισθοδοσία των ιερέων.

Η σημαντικότερη ενέργειά του ήταν ο εκσυγχρονισμός του Καταστατικού της Εκκλησίας της Κύπρου και, προπάντων, διεύρυνε την Ιερά Σύνοδο για να είναι περισσότερο λειτουργική, με την ανασύσταση, μετά από 800 χρόνια, παλαιών επισκοπών (Κωνσταντίας, Ταμασσού, Τριμυθούντος, Καρπασίας, Λήδρας, Χύτρων, Αμαθούντος, Νεαπόλεως), που είχαν καταργηθεί κατά τη διάρκεια της Φραγκοκρατίας από τους Λατίνους, το 1222. Έκτισε επίσης φοιτητικές εστίες και παραχώρησε πολλές υποτροφίες σε φοιτητές.

Πέρα από το φιλανθρωπικό έργο του, ο Χρυσόστομος Β΄ αναμείχθηκε ενεργά και είχε ξεκάθαρο λόγο στο Κυπριακό. Τάχθηκε ευθέως κατά του σχεδίου Ανάν και ενίσχυσε κινήσεις και άτομα που μαχητικά και ανένδοτα αγωνίστηκαν κατά της επιβολή του επειδή θα επανέφερε την τουρκοκρατία στην Κύπρο.

Άπειρες φορές είχε αναφερθεί στα σχέδια της Τουρκίας για πλήρη κατάκτηση και τουρκοποίηση του νησιού. Επιθυμούσε ειρηνική λύση μεν αλλά λειτουργική, δημοκρατική και χωρίς τουρκικές εγγυήσεις, στρατεύματα και εποίκους.

Ο μακαριστός Αρχιεπίσκοπος, παρά τα ελαττώματα, τις εξάψεις ή ατέλειές του, ήταν ένας γνήσιος και ανένδοτος πατριώτης και αγωνιστής για την ελευθερία της Κύπρου και την απαλλαγή της από τον τουρκικό ζυγό.

Ο Ελληνισμός της Κύπρου σήμερα επιθυμεί έναν Ιεράρχη όχι μόνο θρησκευτικό, πνευματικό αλλά και εθνικό ηγέτη. Και αυτό με την έννοια όχι της εμπλοκής στην πολιτική αλλά του αταλάντευτου αγώνα για τα χριστιανικά και ελληνικά ιδεώδη, την Ιστορία, τις ρίζες και τους αγώνες, τις θυσίες και τους ήρωές μας, πέραν και υπεράνω κομματικών, πολιτικών, ιδεολογικών ή άλλων σκοπιμοτήτων.

Η πολιτική και οι πολιτικοί στην Κύπρο έχουν σχεδόν πλήρως απαξιωθεί. Δεν υπάρχουν πια πολιτικά αναστήματα, επειδή έχουν επιβληθεί πολιτικάντικα αποστήματα, που η μόνη έγνοια τους είναι το ρουσφέτι, η διαφθορά, η λεηλασία του κρατικού πλούτου και η αρπαγή θέσεων από τους άριστους των αχρήστων.

Ο τόπος διαθέτει λαμπρά μυαλά αλλά… επικρατούν κάθε λογής ανάξια κομματόσκυλα επειδή στηρίζονται και σιτίζονται από την άθλια νοοτροπία «το κόμμαν τζιαι τα μμάθκια σας».

Ο νέος Αρχιεπίσκοπος θα κληθεί αμέσως να αντιταχθεί στην τουρκοποίηση της Κύπρου επειδή,

Πρώτον, το απορριφθέν σχέδιο Ανάν επιχειρείται να επιβληθεί στη χειρότερη εκδοχή του.

Δεύτερον, οι εφτά από τους εννιά υποψηφίους για την προεδρία της Δημοκρατίας είναι τουρκοδιζωνικοί, όπως είναι και μερικοί Συνοδικοί.

Τρίτον, ο Πρόεδρος Αναστασιάδης και ο ΥπΕξ, Κασουλίδης, επίσημα, πλέον, υποβίβασαν το Κυπριακό, από διεθνές πρόβλημα τουρκικής εισβολής, κατοχής, εποικισμού, ισλαμοποίησης, εθνοκάθαρσης, εγκλημάτων κατά της ανθρωπότητας, σε τουρκοφρενή ΜΟΕ, ενώ η Τουρκία απαιτεί λύση δύο κρατών.

Ως πνευματικός, θρησκευτικός και εθνικός ηγέτης, ο νέος Αρχιεπίσκοπος καλείται, πρώτον, να πηδαλιουχήσει στιβαρά την Αυτοκέφαλη Εκκλησία της Κύπρου ώστε ακόμα πιο έντονα να ενισχύσει το θρησκευτικό και να τονώσει το εθνικό φρόνημα του κυπριακού Ελληνισμού.

Δεύτερον, να ηγηθεί ανένδοτου αγώνα για την απελευθέρωση της Κύπρου από τον τουρκικό ζυγό. Δηλαδή, εξαρχής, ξεκάθαρα να αντιταχθεί σε οποιαδήποτε λύση που προάγεται μέσω της τουρκοδιζωνικής τερατουργίας.

 

 

 

 

 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *