Δεκαοκτώ χρόνια από την ένταξη της Κύπρου στην Ε.Ε.:  Τα θετικά, τα αρνητικά και οι ξεροκέφαλοι της Λευκωσίας

FILE PHOTO. Η Κύπρος από την 1η Μαΐου 2004 είναι επίσημα μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης.  Στιγμιότυπο από την έπαρση της σημαίας της ΕΕ στους εορτασμούς που έγιναν το 2004 για την ένταξη της Κύπρου στην ευρωπαϊκή οικογένεια. ΚΥΠΕ/ Γιώργος Κωνσταντίνου

Του ΚΩΣΤΑ ΒΕΝΙΖΕΛΟΥ

Την πρωτομαγιά του 2004, μια εβδομάδα μετά το δημοψήφισμα για το σχέδιο Ανάν, η Κυπριακή Δημοκρατία εντάχθηκε στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Πέρασαν 18 χρόνια από τότε. Η πορεία προς την ένταξη ήταν ανηφορική και γεμάτη ακανθώδη μονοπάτια. Αρχικά υπήρξε διασύνδεση της ένταξης με τη λύση του Κυπριακού. Καθιστούσε την πορεία αυτή πλήρως εξαρτώμενη από τις διαθέσεις της κατοχικής Τουρκίας. Αυτό βαθμηδόν άλλαξε, κυρίως όταν στη σύνοδο κορυφής της Κοπεγχάγης, το Δεκέμβριο του 2002, το έντονο παρασκήνιο για  να υπάρξει έστω και μια καταρχήν συμφωνία στο Κυπριακό προσέκρουσε στην τουρκική αδιαλλαξία. Σε εκείνο το κομβικό σημείο αποσυνδέθηκε η ένταξη από τη λύση.  

Η ένταξη της Κύπρου στην Ε.Ε. οφείλεται, κατά κύριο λόγο, στη βοήθεια της Ελλάδος, που σήκωσε το βάρος της διπλωματικής προσπάθειας. Ενδεχομένως, κάποιοι στην Αθήνα, από την πολιτική ελίτ να θεωρούσαν πως με την πορεία αυτή θα απαλλάσσονταν και από τον «πονοκέφαλο» του Κυπριακού. Η ένταξη οφείλεται πρωτίστως σε ένα μεγάλο οραματιστή, ιδεολόγο, τον Γιάννο Κρανιδιώτη, που πίστεψε σε αυτό τον μεγάλο στόχο, όταν στην ιδιαίτερη του πατρίδα, την Κύπρο, λίγοι υποστήριζαν αυτή την προοπτική. Σιγά-σιγά, με τις συχνές καθόδους του στο νησί και τη συστηματική ενημέρωση που γινόταν από μέρους του, τελικά κατάφερε να αποτελέσει αυτή η στρατηγική επιλογή κυρίαρχη.

Η Κυπριακή Δημοκρατία επέλεξε αυτή την πορεία θεωρώντας πως η συμμετοχή στην Ευρωπαϊκή Ένωση, θα διασφάλιζε την ασφάλεια και θα επηρέαζε δραστικά  το περιεχόμενο μιας συμφωνίας στο Κυπριακό . Σε ό,τι αφορά το πρώτο, το θέμα της ασφάλειας, η Ένωση δεν έχει καταφέρει να διαμορφώσει μια πολιτική άμυνας και ασφάλειας και εξαρτάται στο πεδίο αυτό  από το ΝΑΤΟ, του οποίου η Κύπρος δεν είναι μέλος. Σε ό,τι αφορά το Κυπριακό, για να μπορούν να διασφαλισθούν βασικές αρχές της Ε.Ε., για να μην είναι στην ατζέντα η νομιμοποίηση των αποτελεσμάτων της εισβολής και συνεχιζόμενης κατοχής, θα πρέπει να υπάρξει από πλευράς της Λευκωσίας αλλαγή στρατηγικής στο Κυπριακό.

Δεν μπορεί, για παράδειγμα, να συμμετέχει η Κύπρος σε έναν Οργανισμό, στον οποίο να υπάρχουν κανόνες λειτουργίας, να διασφαλίζονται βασικές αρχές και η Λευκωσία να συζητά ως πλαίσιο συμφωνίας, ρυθμίσεις που αντιβαίνουν στα όσα ισχύουν στα άλλα κράτη-μέλη της Ένωσης. Δεν μπορεί η Κυπριακή Δημοκρατία να συζητά μια συμφωνία στο Κυπριακό, και μια σειρά βασικές ρυθμίσεις, να ζητούνται παρεκκλίσεις από το κοινοτικό κεκτημένο.

Η ένταξη της Κύπρου στην Ε.Ε., στις συνθήκες ημικατοχής που  βιώνει, ήταν ένα μεγάλο επίτευγμα. Το ζητούμενο είναι να μπορεί να αξιοποιήσει στο έπακρο αυτή τη συμμετοχή και να μην επιλέγει να γίνει δεύτερης και τρίτης κατηγορίας κράτος-μέλος. Ούτε, βέβαια, να δέχεται να γίνεται πειραματόζωο, όπως το 2013, με το κούρεμα καταθέσεων. Ούτε να παραδοθεί, όπως έγινε, στους τροϊκανούς όταν σύρθηκε πίσω από μνημόνια.

Η Κυπριακή Δημοκρατία εντάχθηκε στην Ε.Ε., κι όταν ακόμη η κατοχική Τουρκία απειλούσε ότι θα αντιδρούσε «χωρίς όρια». Δεκαοκτώ χρόνια μετά, εκείνο που προέχει είναι να καταστεί μια κανονική χώρα, να ισχύουν ό,τι και σε άλλες χώρες και όχι να είναι το… όραμα της ηγεσίας της, μια συμφωνία στο Κυπριακό διαχωριστική, ρατσιστική και αντιδημοκρατική.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.