Διαδικτυακό ραντεβού στον επόμενο «Κούρδο»

Ένα τεράστιο λάβαρο με την εικόνα του Αμπντουλάχ Οτσαλάν, ηγέτη του Εργατικού Κόμματος του Κουρδιστάν PKK, υψώθηκε στο κέντρο της συριακής πόλης Ράκας από τις κουρδικές δυνάμεις. Φωτογραφία via You Tube

Του ΝΙΚΟΥ ΣΤΑΘΟΠΟΥΛΟΥ*

«Εγώ που ανδραγάθησα στη μάχη για το ομαδικό γούστο / δεν αγωνιώ για τίποτα άλλο τώρα / παρά για την προμήθεια ενός μεταχειρισμένου ντεφιού», γράφει ο Θωμάς Γκόρπας

Κι άντε τώρα εσύ να βρεις τη μυστική σχέση με τους Κούρδους που σφάζονται από τους Τούρκους! Άντε να σπάσεις τα μεγαγκατζετάκια πολτοποίησης των εμπειριών, και να ανασύρεις στο φως αυτή την πολύτιμη ενδότερη σχέση, που, όμως, υπάρχει, αν τοποθετήσεις το επίκεντρο στη συνείδηση των ανθρώπων, εκεί όπου εξατομικεύεται η κονδυλική «ισχύς και απόφαση». Στη συνείδηση και όχι στην εργαστηριακή ανθρωπολογία των «μορφών», δηλαδή των «κατηγοριών» δια των οποίων ταξινομούνται ως «μεγέθη» οι άνθρωποι.

Αφού πέραν της γεωπολιτικής, των ανταγωνισμών, και όλα τα συναφή, υπάρχει πρωτίστως ο τρόπος της εσωτερικής ανάγκης καθενός να επικοινωνεί με τον κόσμο. Το ήθος και η προδιάθεση να βιώνει την «πληροφορία», να την εντάσσει στο ψυχικό και στοχαστικό λογισμικό του. Έχει κεφαλαιώδη σημασία το πώς αισθάνεσαι την τραγωδία στο συριακό Κουρδιστάν! Όχι πόσα «έχεις πληροφορηθεί» για το όλον γεγονός, αλλά ποια σημασιακά και συναισθηματικά βάθη έχεις ανακαλύψει και κερδίσει.

ΟΛΑ ΕΧΟΥΝ ΑΛΛΑΞΕΙ, όλα έχουν γίνει «κάπως αλλιώς» σε σχέση με τα περασμένα μας στερεότυπα. Ο κόσμος, στις βασικές του θεμελιώσεις, παραμένει ίδιος, ίδιος κυνικά στην εγκληματικότητα της εξουσιαστικής αναπαραγωγής του και των πολλαπλών επιπέδων φενακισμού. Εμείς έχουμε μεταλλαχθεί, είτε ηττημένοι είτε κουρασμένοι, πάντως παραχαραγμένοι και εκλογικευμένα ατελείς και ανεπαρκείς μέσα σε «μνημεία» ιδεών και τρόπων να σκιρτάς απέναντι στα εξωτερικά ερεθίσματα. Η επαναστατική προοπτική ναυαγεί, εκεί όπου το «υποκείμενο» χάνει επαφή με τους χρόνους και τις ποιότητες της εσωτερικής του ροής.

Κοιτάξτε το αλλοτριωτικό δίπολο της συλλογικής στάσης απέναντι στο νέο νεοοθωμανικό μακελειό: από τη μια, ο θρήνος, η ελεγειακή απόσταση από τον ματωμένο πόνο ενός λαού, οι φωτογραφίες οι σπαρακτικές και ηρωικές με τα νεκρά παιδάκια, τις αποφασισμένες ένοπλες γυναίκες, κι από την άλλη, η αρθρογραφία, ο «δημόσιος πολιτικός λόγος» με τον εργαστηριακό ορθολογισμό «να καταλάβουμε», λόγος σκόπιμα αδάκρυστος, επιτηδευμένα αντιμελό, κάπως σαν επιστημονικοποιημένη διαχείριση του «συγκινησιακού φορτίου» κατά την κατάστρωση του διαφημιστικού πλάνου.

Και στις δυο περιπτώσεις, σαν μια συνενοχή πέραν πάσης ετυμηγορίας, αυτό που εκριζώνεται είναι η σφαιρική χοϊκότητα. Δηλαδή, οι έσχατες αναγωγές του τραγικού και, ως αποτέλεσμα η αφαιρετικοποίησή του…πλέον είναι ένα ακόμα στοιχείο στη «ροή επικοινωνίας/ενημέρωσης». Ένα αποσπασματικό στοιχείο, που καθένας μπορεί να το επενδύσει με ό,τι βούλεται και φαντασιώνεται: π.χ. να κάνει προκρούστεια επέμβαση, τοποθετώντας στο κάδρο αποκλειστικά τη Ροζάβα!

Λες και ο Ερντογάν, είχε χάσει τον ύπνο του από το υπέροχο και συναρπαστικό αυτοδιαχειριστικό πείραμα εκεί, και όχι από την επεκτατική μονομανία του τουρκικού εθνικισμού και τη στρατηγική υπερδυναμοποίησης στο πλαίσιο αυτού του σμπαραλιασμένου πλανητοκόσμου. Διότι στο «κουρδικό», και σε όλα τα επίπεδα, βρίσκει τη σύνθετη σημειολογία του ο παρών περίπλοκος κόσμος των ανταγωνιστικών σχέσεων στο φόντο του παγκοσμιοποιημένου κεφαλαίου.

Η γεωπολιτική δεν είναι μια μεταφυσική διακρατικών ανταγωνισμών, αλλά ένα «παίγνιο» ρευστών σχέσεων ανάμεσα σε μορφοποιημένες πολιτισμικές οντότητες ρυθμιζόμενες από την ίδια τους την πολιτισμικότητα και την επένδυσή της από κοινωνικά ιδιώματα. Δε μπορείς ούτε καν να εισαχθείς στο σημασιακό της, αν αποθέσεις στο χώμα την έννοια πατρίδα και αίσθηση εθνικού προορισμού, την έννοια ταξικές σχέσεις, την έννοια συμφέρον και ισχύς.

Όπου, λοιπόν, «ομαδικό γούστο» είναι η οργανική πολιτικοποίηση, δηλαδή η σύνδεση της επικαιρότητας με την ιστορία μέσα σε μια ατομική συνείδηση με προδιάθεση συμμετοχής, η κουλτούρα τού «τίποτα δεν πάει χαμένο…»

Και όπου «μεταχειρισμένο ντέφι» είναι η εθελοντική μετουσίωση ενός ενεργητικού πολιτισμού αξιών σε μια προσωπική αντίκα τουριστικής αισθητικής. Εδώ είναι η περιρρέουσα και εντέχνως πριμοδοτούμενη κουλτούρα του «αποσυρμένου ατομικού ηρωισμού», η αποχή από το δημιουργικό πάθος να αντισταθώ ως υπόβαθρο του υπέρτατου πάθους να αλλάξω τον κόσμο.

ΜΕ ΑΥΤΕΣ ΤΙΣ ΧΥΔΑΙΕΣ ΚΑΚΟΠΟΙΗΣΕΙΣ, ο θάνατος ενός Κούρδου στα χώματα όπου ψηλαφεί την εθνική του ολοκλήρωση, ταυτίζεται με τον Αϊλάν, με τον Ζακ, με έναν ποδοπατημένο από ρατσιστές αμερικανόμπατσους μαύρο πολίτη. Μια ταύτιση που ξεσκίζει αλύπητα τη ζωντάνια της συγκεκριμένης αλήθειας και «ολογραμματίζει» ιδεοσκιές σε έναν τεχνητό χώρο εκτός χρόνου. Αυτό σημαίνει αποϊστορικοποίηση, δηλαδή ψευτοζωή ως ανανεούμενο περιστασιακό άθροισμα «υποκειμένων»

«Ο κόσμος είναι εύκολος, ένας απλός παλμός…», λέει κάπου ο Σεφέρης, και δίνει στο τραγικό των κοινωνικών συμφορών, την ειρωνεία μιας αυτοεγκατάλειψης που αυτοανακηρύσσεται «πλους αεροστάτου». Δεν είμαστε πλέον «έθνος ανάδελφον», αλλά τσούρμο αταυτοποίητων αμήχανων «πολιτών»

Τι κάναμε για τους Κούρδους; Τίποτα! Τι κάναμε για τη Μακεδονία; Τίποτα! Τι κάναμε για το ολέθριο «Χίλτον» της αδίστακτης Επικυριαρχίας; Τίποτα! Και γιατί; Δεν καταλάβαμε; δεν εμβαθύναμε; Ούτε κατά διάνοια! «Τον ξέρουμε τον ένοχο, κι είναι γνωστή η αιτία…», λέει ο Φώτης Αγγουλές.

Τότε; Απλά, είμαστε ένα «μεταχειρισμένο ντέφι», εκμοντερνισμένες καρυωτακικές «ξεχαρβαλωμένες κιθάρες», πρώην ανήσυχες συνειδήσεις που τώρα δεν πιστεύουμε πουθενά και δεν ελπίζουμε σε τίποτα. Τώρα εισπράττουμε την ηθική και πνευματική αποσύνθεση των «γοητευτικών» επικλήσεων του μετανεωτερικού ναρκισσιστικού νεομηδενισμού.

Δεν είναι ούτε σοφιστικέ απαισιοδοξία ούτε και κοινότοπος μικροαστικός λίβελλος όλα αυτά. Είναι η επίγνωση μιας μετάλλαξης που ορίζει πια ως «πολιτική» τη διαδικτυακή δημοσιότητα, δίνοντας ακόμα και στα μεγάλα πρωταρχικά θετικά της αστικής ανάπτυξης, μια δυναμική περιστασιακής συνάντησης επί παγιωμένων κλισέ. Το ίδιο το αστικό σύμπαν τροποποιείται βαθιά, αλλά εμείς απλά εφησυχάζουμε στη δομική του συνέχεια, αγνοώντας εξωφρενικά ότι οι απλοϊκότητες περί «βάσης /δομής – εποικοδομήματος / υπερδομών» είναι μια μίζερη αρχαιολογία τού σκέπτεσθαι.

ΖΟΥΜΕ ΣΤΟΝ ΑΟΡΑΤΟ ΚΛΩΒΟ της βαλκάνιας «μαζικής δημοκρατίας», με έναν «αστικό παράγοντα» πλήρως ημιμαθή και εξωνισμένο, με μια «αριστερή κοινωνική αντιπολίτευση» χωρίς οραματικό ορίζοντα και γλωσσικό κώδικα αντισυστημικό, με μια «εξέγερση» πιο ζηλωτικά οργουελική κι από τον Τ. Σόρος. Δε μπορούμε να αλλάξουμε το σύστημα, γιατί είμαστε παρεπόμενα των δικών του αλλαγών.

Σε τούτο το «αναμορφωτήριο», με όλη την ένταση της Μαζικής Κουλτούρας των καιρών να τελειοποιεί το Θέαμα, μόνο ανθρωποεικονικότητες μπορούν να κυοφορηθούν, που θα τα «ζουν» όλα ως διαδικτυακή διεκπεραίωση της αδράνειας.

Πρέπει, όμως, και αυτό το πεδίο σύγχρονης ηγεμονίας του –εσωτερικά, ωστόσο, πολυδιαφοροποιημένου και, από αδήριτη εσωτερική αναγκαιότητα, θυελλωδώς παρασυρμένου σε μια πρωτότυπη αυτοϋπονόμευση– συστήματος, να το αξιοποιήσουμε προς όφελός μας. Το ερώτημα δεν είναι «πώς» αλλά με ποια ερεθισματικά προτάγματα και με ποια παραστασιακά μοντέλα προβολής.

Όταν κροκοδειλίζεις στατικά για τους Κούρδους, όπως ακριβώς μοιρολογείς για έναν «προδομένο έρωτα», σίγουρα δεν έχεις καμιά συνείδηση διαλεκτικής που καθιστά βέβαιο ότι οι Βάρβαροι είναι επί θύραις, ότι ακονίζουν, στην τελική ευθεία, τις πρόστυχες δοντάρες τους για τη Θράκη, το Αιγαίο, την Κύπρο. Δεν είναι απλά θέμα ιδεολογικής χειραγώγησης, αλλά ανάδυσης μιας νέας οντολογίας που προϋποθέτει την κατάρρευση των ιστορικών σταθερών της όποιας κοινωνικής μας πίστης.

Απλά, με την αρρωστιάρικη στωικότητα του ψηφοκρετίνου, περιμένεις και τον ‘Ελληνα «Κούρδο», στην Ορεστειάδα ή στο Καστελλόριζο, για να ξεσκιστείς σε «σπαρακτικές φωτογραφίες»…

*Ο Νίκος Σταθόπουλος είναι φιλόλογος

ΠΗΓΗ: edromos.gr

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *