Διάσκεψη για το μέλλον της Ευρώπης – Το αφήγημα και η πραγματικότητα

Η αίθουσα όπου συνεδριάζουν υπό κανονικές συνθήκες οι ηγέτες των χωρών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Copyright: European Union

Του ΣΤΑΥΡΟΥ ΛΥΓΕΡΟΥ

Η Διάσκεψη για το μέλλον της Ευρώπης μπορεί να έχει αναθερμάνει τις ελπίδες πολλών ευρωπαϊστών (κυρίως φεντεραλιστών) για μία αναβάπτιση του ενοποιητικού εγχειρήματος στο νομιμοποιητικό μηχανισμό της “λαϊκής συμμετοχής”, αλλά στην πραγματικότητα οι συσσωρευμένες αντιφάσεις και κυρίως ο προσανατολισμός των ευρωπαϊκών πολιτικών ελίτ δεν αφήνει  πολλά περιθώρια σε όσους τουλάχιστον επιμένουν να μην βολεύονται με αβάσιμες προσδοκίες.

Ηχηρά ονόματα του ευρωιερατείου είχαν από το 2016-17 υποχρεωθεί να ομολογήσουν ότι “κάτι σάπιο υπάρχει στο βασίλειο της Δανιμαρκίας”. Οι τότε πρόεδρος της Κομισιόν Γιούνκερ, πρόεδρος του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου Τουσκ και επικεφαλής της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας Ντράγκι (ακόμα και η Λαγκάρντ του ΔΝΤ) είχαν μιλήσει με τον έναν ή τον άλλο τρόπο για την ανάγκη μίας νέας πορείας. Όπως σωστά, άλλωστε, είχε πει ο Τουσκ για το ευρωπαϊκό οικοδόμημα «δεν μπορούμε να ξεκινήσουμε τις συζητήσεις με μία μακάρια πεποίθηση ότι τίποτα δεν είναι λάθος, ότι τα πάντα είναι εντάξει».

Η Διάσκεψη για το μέλλον της Ευρώπης, που θα διαρκέσει έναν ολόκληρο χρόνο, δίνει την ευκαιρία για να ανοίξει ένας διάλογος και στην Ελλάδα για ένα ζήτημα που καθορίζει πολλές πτυχές του εθνικού μας βίου και παρόλα αυτά θεωρείται δεδομένο, ως κάτι για το οποίο ο ελληνικός λαός δεν μπορεί να έχει λόγο. Το SLpress.gr θα προσπαθήσεi να ανοίξει μία συζήτηση και στο πλαίσιο αυτό προσωπικά θα δημοσιεύσω σταδιακά σειρά άρθρων για το ευρωπαϊκό ενοποιητικό εγχείρημα και τον ρόλο της Ελλάδας σ’ αυτό.

Ιστορία κρίσεων και υπερβάσεων

Η ιστορία της ΕΕ είναι ιστορία αντιθέσεων και συνθέσεων, κρίσεων και υπερβάσεων. Δεν θα μπορούσε, άλλωστε, να συμβεί διαφορετικά σ’ ένα τόσο πρωτόγνωρο εγχείρημα. Η Γηραιά Ήπειρος ήταν για αιώνες πεδίο αιματηρών πολέμων. Σ’ αυτόν τον χώρο αναπτύχθηκε η έννοια του εθνικού κράτους. Σύμφωνα με την κυρίαρχη ρητορική, είναι αυτή η συσσωρευμένη ιστορική πείρα που λειτουργεί ως θεμέλιο για την αργόσυρτη διαδικασία της ευρωπαϊκής ενοποίησης.

Στην πραγματικότητα, το ενοποιητικό εγχείρημα κατέστη δυνατό, επειδή η Ευρώπη έπαψε να είναι ο μεγάλος πρωταγωνιστής της διεθνούς σκακιέρας. Τα μεγάλα ευρωπαϊκά κράτη δεν είναι πια οι μεγάλες δυνάμεις του πλανήτη. Διατηρούν ένα σημαντικό μέρος της οικονομικής, στρατιωτικής και πολιτικής ισχύος τους, αλλά μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο υποβαθμίστηκαν οριστικά σε δεύτερο ρόλο. Οι χώρες της Ανατολικής Ευρώπης περιέπεσαν σε κατάσταση ιδιότυπης ημικατοχής, ενώ οι χώρες της Δυτικής Ευρώπης αποδέχθηκαν την κηδεμονία της Ουάσιγκτον για αμυντικούς και οικονομικούς λόγους.

Η κατάσταση δεν άλλαξε ποιοτικά μετά τη λήξη του Ψυχρού Πολέμου. Εκτός από τις ΗΠΑ, η Ρωσία ξαναστάθηκε στα πόδια της και η Κίνα είναι ήδη ανερχόμενη υπερδύναμη. Πίσω της και σε απόσταση ακολουθεί η Ινδία και ακόμα πιο πίσω η Βραζιλία. Είναι η ποιοτική υποβάθμιση των ευρωπαϊκών πρώην μεγάλων δυνάμεων που κατέστησε σχεδόν χωρίς νόημα τον μέχρι τότε ανταγωνισμό τους για ηγεμονία.

Καμία απ’ αυτές τις δυνάμεις δεν έχει τις προϋποθέσεις να παίξει αυτόνομο πρωταγωνιστικό ρόλο σε πλανητικό επίπεδο. Μόνο ενωμένη η Ευρώπη μπορεί προοπτικά να διεκδικήσει έναν τέτοιο ρόλο. Για μία περίοδο έκανε τα πρώτα βήματα προς αυτή την κατεύθυνση, και μάλιστα όχι με τις παραδοσιακές ιμπεριαλιστικές μεθόδους, αλλά ως φορέας ήπιας ισχύος. Ήταν ακριβώς η έγκαιρη συνειδητοποίηση αυτής της ανομολόγητης πραγματικότητας που λειτούργησε ως κινητήρια δύναμη και αποτέλεσε τη βάση για το πείραμα της ευρωπαϊκής ενοποίησης. Το λουτρό αίματος του Β΄ Παγκόσμιου Πολέμου ήταν απλώς ο αποτελεσματικός καταλύτης για να εκδηλωθεί η πρωτοβουλία και το σχετικό αφήγημα να βρει ανταπόκριση στους ευρωπαϊκούς λαούς.

Το μέλλον της Ευρώπης

Ακόμα και πριν την κρίση του ευρώ ήταν κοινός τόπος ότι η ΕΕ χρειάζεται να διανύσει πολύ δρόμο για να φτάσει στον βαθμό ολοκλήρωσης που θα της επιτρέψει να κατακτήσει την πολιτική αυτονομία της και τη διεθνή επιρροή, η οποία αντιστοιχεί στο μέγεθος και στο ειδικό βάρος της. Με εξαιρέσεις, τα κράτη-μέλη αναγνωρίζουν την ανάγκη της ολοκλήρωσης. Δεν την αντιλαμβάνονται, όμως, όλα με τον ίδιο τρόπο. Αυτό έχει ως συνέπεια η προώθησή της να προσκρούει στις ποικίλες εσωτερικές αντιθέσεις. Αυτές αφορούν όχι μόνο τον βαθμό συνοχής της ΕΕ, αλλά και τη χειραφέτησή της στο πολιτικό και αμυντικό επίπεδο.

Παρά τις διαφορές που παραμένουν έντονες σε όλα τα επίπεδα, στη Γηραιά Ήπειρο υπάρχει ένα κοινό πολιτισμικό υπόβαθρο. Η κοινή πορεία και το ενοποιητικό όραμα στις μεταπολεμικές δεκαετίες σφυρηλάτησε ένα πρόπλασμα κοινής ταυτότητας, τη συνείδηση μιας κοινής προοπτικής. Έστω και στο ρητορικό επίπεδο επικράτησαν ως κοινές αξίες η δημοκρατία, το κοινωνικό κράτος, η ποιότητα ζωής, η προστασία του περιβάλλοντος και τουλάχιστον η ρητορική ότι κατά το δυνατόν πρέπει να αποφεύγεται η χρήση στρατιωτικών μέσων για την επίτευξη πολιτικών στόχων.

Ήταν ακριβώς αυτό το κεκτημένο που λειτούργησε ως κεντρομόλος δύναμη παρά τις κατά καιρούς παλινδρομήσεις. Αυτό σημαίνει ότι το ενοποιητικό εγχείρημα είχε αποκτήσει έναν βαθμό σταθερότητας, αλλά επ’ ουδενί δεν αποκλειόταν το ενδεχόμενο πισωγυρίσματος. Η κρίση χρέους προσγείωσε ανωμάλως όσους έβλεπαν πορεία μόνο προς τα εμπρός, έστω και με ζιγκ-ζαγκ.

Από τη φύση της η EΕ δεν μπορεί να ολοκληρωθεί παρά μόνο με συναινετικό τρόπο. Αυτό πρακτικά σημαίνει χρονοβόρες διαδικασίες και διαδοχικές προσεγγίσεις. Επειδή αυτός ο μηχανισμός λήψης αποφάσεων εδράζεται στην αρχή των συγκλίσεων και της πολιτικής συναίνεσης, απαιτεί αλλεπάλληλες διαπραγματεύσεις και συμβιβασμούς, οι οποίοι κατά κανόνα πραγματοποιούνται στον κοινό παρονομαστή. Η διαδικασία αυτή δεν είναι εντυπωσιακή και δεν ικανοποιεί όσους επιδιώκουν γρήγορα αποτελέσματα. Από την άλλη πλευρά, όμως, η συναίνεση διαμορφώνει όρους σχετικής σταθερότητας. Αυτή είναι η θετική όψη.

Κουλτούρα τακτικισμών

Η αρνητική όψη της ισχύουσας διαδικασίας είναι ότι έχει καλλιεργήσει μια κουλτούρα τακτικισμών, χωρίς στρατηγικό ορίζοντα. Ορισμένες φορές, μάλιστα, το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο αντί να λύνει ένα πρόβλημα το ανακυκλώνει. Κι αυτό, παρότι και πριν την κρίση ήταν σαφές πως για να προχωρήσει η ευρωπαϊκή ολοκλήρωση πρέπει να κοπούν κάποιοι γόρδιοι δεσμοί. Με άλλα λόγια, ναι μεν η Ευρώπη χρειάζεται χρόνο, αλλά κυρίως χρειάζεται πιο καθαρή πολιτική βούληση εκ μέρους των αρχουσών ελίτ.

Εμπόδιο δεν είναι μόνο η ύπαρξη των επιμέρους εθνικών συμφερόντων. Αυτά υπήρχαν πάντα και αποτελούν εγγενές στοιχείο της ευρωπαϊκής ενοποίησης. Κατά συνέπεια, το συμφέρον κάθε κράτους-μέλους είναι συστατικό στοιχείο της εποικοδομητικής διαπραγμάτευσης. Προφανώς, κάθε ηγέτης κάνει ό,τι μπορεί για να αποσπάσει τα μεγαλύτερα δυνατά οφέλη για τη χώρα του. Αυτό είναι θεμιτό.

Όταν, όμως, περιχαρακώνεται υπέρ το δέον σε μια αντίληψη στενού εθνικού συμφέροντος, το αποτέλεσμα είναι υπονομευτικό για την ευρωπαϊκή υπόθεση. Το ζητούμενο, λοιπόν, δεν είναι ένας καθηλωτικός συμβιβασμός, αλλά μια σύνθεση η οποία, έστω και με μικρά βήματα, να ωθεί την Ευρώπη μπροστά. Δηλαδή κάθε φορά οι αντιθέσεις να επιλύονται κατά τρόπο που να προωθεί την ενοποιητική διαδικασία.

Από τη φύση της η ΕΕ είναι και θα παραμείνει χώρος εποικοδομητικής διαπραγμάτευσης. Αποτελούμενη από εθνικά κράτη και με μηχανισμό λήψης αποφάσεων ο οποίος σε μεγάλο βαθμό στηρίζεται στη διακυβερνητική συμφωνία, δεν μπορεί να λειτουργήσει διαφορετικά. Το σκληρό παζάρι είναι κατεξοχήν συστατικό στοιχείο της κοινοτικής διαδικασίας. Και σ’ αυτό, όμως, υπάρχουν κάποια όρια. Διαφορετικά, το ενοποιητικό εγχείρημα θα είχε προ πολλού τιναχτεί στον αέρα.

Περίοδος ισχνών αγελάδων

Η παραβίαση αυτών των ορίων είναι ένας κίνδυνος που μεγαλώνει πολύ σε περίοδο ισχνών αγελάδων, όπως η τωρινή. Κι αυτό, επειδή η κατανομή των πόρων, που είναι κεντρικός παράγοντας στην ΕΕ, γίνεται πολύ πιο δύσκολη. Το αποτέλεσμα είναι οι αντιθέσεις να οξύνονται, οι τριβές να μετατρέπονται σε συγκρούσεις και τελικώς να επανέρχεται στην επιφάνεια το σύνδρομο “ο σώζων εαυτόν σωθήτω”.

Για να αποτραπούν τέτοιες εκφυλιστικές τάσεις δεν αρκούν οι συμβιβασμοί στο χαμηλότερο επίπεδο. Απαιτούνται προωθητικές τομές, οι οποίες να ενισχύσουν στις κοινωνίες των κρατών-μελών τη συνείδηση της κοινής ευρωπαϊκής προοπτικής. Αυτό, όμως, δεν είναι επικοινωνιακό πρόβλημα. Είναι κατ’ εξοχήν πολιτικό. Με άλλα λόγια, πρέπει κάθε κράτος-μέλος να διαπιστώνει στην πράξη πως οι εθνικές ανησυχίες του καθίστανται –σε κάποιο βαθμό έστω– και ανησυχίες της ΕΕ. Διαφορετικά, όταν θα έλθει η σειρά του να συμμερισθεί τις ανησυχίες άλλων κρατών-μελών δεν θα το πράξει.

Γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο η έννοια της αλληλεγγύης είναι ο ακρογωνιαίος λίθος του ευρωπαϊκού οικοδομήματος. Χωρίς αυτήν, ή όταν αυτή εκφυλίζεται σε ρητορική χωρίς αντίκρισμα, όπως συμβαίνει τώρα σε πολλές περιπτώσεις, διογκώνεται η εσωτερική αμφισβήτηση, με αποτέλεσμα η ΕΕ να διολισθαίνει σε υπαρξιακή κρίση. Δυστυχώς, η ανάγκη για συμβιβασμούς έχει εθίσει τις ελίτ σε μια γραφειοκρατική και σχεδόν απολίτικη προσέγγιση αναφορικά με το ζήτημα της αλληλεγγύης. Προσέγγιση που συχνά κρύβει υποκρισία και εθνική ιδιοτέλεια.

Κατά τα άλλα, στην ΕΕ κυριαρχεί η νοοτροπία να μην αγγίζονται τα ζητήματα για τα οποία υπάρχουν αντίθετες θέσεις, προκειμένου να αποφευχθούν αδιέξοδα. Ορισμένες φορές, εντούτοις, είναι πολύ πιο παραγωγικό να τίθενται επί τάπητος τα προβλήματα και να καταγράφονται οι αντιτιθέμενες απόψεις από το να κρύβονται κάτω από το χαλί, ή να παρακάμπτονται με γραφειοκρατικούς συμβιβασμούς, που ουσιαστικά αναπαράγουν την ακινησία.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *