Δύο άγνωστα κείμενα για την Αμμόχωστο (1844 και 1846): Κομίζουν σημαντικές  πληροφορίες τόσο για την περιοχή όσο και  για την κατάσταση  στην Κύπρο τότε

Η κλειστή περιοχή της κατεχόμενης Αμμοχώστου φωτογραφία philenews

Του ΠΕΤΡΟΥ ΠΑΠΑΠΟΛΥΒΙΟΥ*

Αναζητώντας τεκμήρια και πληροφορίες στα μικρασιατικά έντυπα για την Κύπρο του μακρού και άγνωστου 19ου αιώνος, εντόπισα πριν μερικά χρόνια ένα σύντομο «κυπριακό» άρθρο στο περιοδικό «Αποθήκη των ωφελίμων γνώσεων» της Σμύρνης, δημοσιευμένο στο τεύχος του Δεκεμβρίου 1844. Έχει τίτλο «Η πόλις Αμμόχουστος» και το υπογράφει ο Δημήτριος Ν. Φρανγκούδης.

Κατά μια ατυχή συγκυρία, το τεύχος στο οποίο δημοσιεύθηκε η περιγραφή της Αμμοχώστου αποδείχθηκε το τελευταίο για το μηνιαίο πρωτοποριακό μικρασιατικό περιοδικό, καθώς με αυτό διέκοψε οριστικά την έκδοσή του.

Η συνέχεια του άρθρου έμελλε να δημοσιευθεί τον Μάιο του 1846, ύστερα από ενάμιση περίπου χρόνο, με τίτλο «Φιλολογικά. Η πόλις Σαλαμίς», στο εξίσου σπουδαίο περιοδικό της Ερμούπολης «Η Μέλισσα των Κυκλάδων». Αυτή τη φορά η υπογραφή του συντάκτη ήταν πληρέστερη και σωστή: Δημήτριος Νικ. Φραγκούδης.

  • Αυτά τα δύο άρθρα, αθησαύριστα στην κυπριακή γραμματεία και ιστοριογραφία, αναδημοσίευσα στο πρόσφατο τετράτομο τιμητικό έργο για τον καθηγητή Δημήτριο Δ. Τριανταφυλλόπουλο (Λευκωσία: Κυπριακαί Σπουδαί, 2019, επιμέλεια Χ. Χοτζάκογλου), καθώς θεωρώ ότι κομίζουν σημαντικές πληροφορίες τόσο για την περιοχή της Αμμοχώστου όσο, γενικότερα, για την κατάσταση στην Κύπρο στα μέσα της δεκαετίας του 1840.

Παράλληλα αποτελούν, πιθανότατα, την πρώτη περιγραφή της Αμμοχώστου και της Σαλαμίνας μετά την επανάσταση του 1821 από Έλληνα επισκέπτη. Η ενυπόγραφη δημοσίευση των εντυπώσεων του Κύπριου περιηγητή σε δύο περιοδικά, το πρώτο της Σμύρνης και το δεύτερο του ελληνικού βασιλείου, 15 περίπου χρόνια ύστερα από τη δημιουργία του ελεύθερου κράτους, αποκαλύπτει και το εύρος των πνευματικών επαφών της Κύπρου με την πρωτεύουσα της Ιωνίας αλλά και τη Σύρο.

Ο συγγραφέας των άρθρων, Δημήτριος Ν. Φραγκούδης (1826 ή 1827 – 1888), ήταν γόνος μιας μεγάλης οικογένειας της Λεμεσού με επτανησιακές ρίζες. Διετέλεσε καγκελάριος του Προξενείου της Σουηδίας και της Νορβηγίας, ενώ αναφέρεται ότι μέχρι το 1860 είχε (και) την αυστριακή υπηκοότητα. Ασχολήθηκε με το εμπόριο και μέχρι σήμερα δεν ήταν γνωστή κάποια ιδιαίτερη σχέση του με τα γράμματα. Πιθανολογώ ότι θα επισκέφθηκε την Αμμόχωστο συνοδεύοντας κάποιον ξένο περιηγητή που είχε φτάσει στη Λεμεσό.

  • Σημειώνουμε ότι ο Φραγκούδης στα άρθρα του χρησιμοποιεί τον τύπο Αμμόχουστος, όπως ακριβώς και ο αρχιμανδρίτης Κυπριανός στην «Ιστορία» του, το 1788. Δέκα περίπου χρόνια αργότερα (1855), ο φιλόλογος Αθανάσιος Α. Σακελλάριος θα «αποκαταστήσει» στον πρώτο τόμο των «Κυπριακών» του την ιστορική ονομασία της Αμμοχώστου, επισημαίνοντας και το σχετικό χωρίο από τον Πτολεμαίο.

Ως προς τον χρόνο της επίσκεψης του νεαρού Λεμεσιανού περιηγητή στην περιοχή της Σαλαμίνας, τον τοποθετούμε το 1843, χωρίς να αποκλείεται προγενέστερη χρονολογία. Από τα δύο άρθρα αναδημοσιεύουμε εδώ μερικά ενδιαφέροντα αποσπάσματα και τον πικρό και σήμερα επίλογο:

«Εξελθόντες της Λάρνακος την πρωΐαν της 20ής Νοεμβρίου, εφθάσαμεν μετά οκτάωρον οδοιπορίαν εις Αμμόχουστον, πόλιν κειμένην προς το ανατολικόν μέρος της Κύπρου. (…) Έχει οχυρά τείχη, η δε περίμετρός της είναι δύο περίπου ωρών. (…)

Την σήμερον τα μόνα ζωής σημεία, όσα προσβάλλουσι το του περιηγητού έκθαμβον όμμα, είναι προ πάντων ο ναός της Αγίας Σοφίας, άλλοτε καταγώγιον των χριστιανών, νυν δε των Οθωμανών· ο ναός ούτος σύρει και θέλγει τον ευαίσθητον διαβάτην. Έπειτα το σχεδόν κατηδαφισμένον παλάτιον, ερείπιον άξιον τω όντι παρατηρήσεως· η εξαίσιός ποτέ καλλονή του μαρτυρείται από τα διασωζόμενα λείψανα, τουτέστιν από το μεγαλοπρεπές πρόσωπον, το οποίον διατηρείται ακέραιον με τέσσαρας λευκούς στύλους εκ μαρμάρου, άριστα καλλιτεχνημένους.

Εγγύς του παλατίου ευρίσκεται ο ναός του Αγίου Νικολάου, περίφημος διά την κομψότητα της αρχιτεκτονικής του, ήδη όμως χρησιμεύων ως αποθήκη της κυβερνήσεως. Ο αριθμός των λοιπών εκκλησιών εμπορεί να ονομασθή μέγιστος, αλλ’ όλαι κατήντησαν ερειπίων σωρός.

Διήλθομεν επομένως όλας τας ευρυχώρους αγυιάς της πόλεως, αίτινες εισί πλήρεις ερειπίων αρχαίας μεγαλοπρεπείας· δεν δύναμαι να περιγράψω οποία καταπληκτικά αισθήματα διεγείρουσιν εις την ψυχήν του ευαισθήτου περιηγητού. Αι μόναι τέλος πάντων αρχαιότητες, τας οποίας εσεβάσθη ο πανδαμάτωρ χρόνος, είναι η ακρόπολις και η οπλοθήκη. Τοσαύτα και τοιαύτα είναι τα ερείπια της ποτέ υπερηφάνου Αμμοχούστου. (…)

Αλλά ας αφήσωμεν την περιγραφήν της αρχαίας καταστάσεώς της και ας μεταβώμεν εις την της ενεστώσης, η θέα της οποίας επροξένησεν εις την ψυχήν μου τα πλέον καταπληκτικά αισθήματα, συλλογιζόμενος ότι ενταύθα ήκμαζε ποτέ η λαμπροτάτη των εν Κύπρω πόλεων, ότι ενταύθα ήτο πλήρης ζωής και κινήσεως και θέατρον πασών των ηδονών. Πώς ηφανίσθη τόση δόξα! Πώς εματαιώθησαν και εμηδενίσθησαν τόσοι κόποι και προσπάθειαι!»

*Αναπλ. καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Κύπρου/

www.papapolyviou.com

 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.