Εγχειρίδιο αποτελεσματικής διαπραγμάτευσης: Αποκαλυπτικά στοιχεία από τις συζητήσεις για καθεστώς και έκταση των βρετανικών βάσεων το 1960

Του ΚΩΣΤΑ ΒΕΝΙΖΕΛΟΥ

Ήταν ένα μακρόσυρτο παιχνίδι σκακιού, που θα μπορούσε να μην τελείωνε ποτέ. Ένα σκληρό πόκερ με παίκτες συνηθισμένους στα δύσκολα. Οι διαπραγματεύσεις για τις Βάσεις, την έκταση και τη λειτουργία τους, πριν από την εφαρμογή των Συμφωνιών, θα μπορούσαν να αποτελέσουν ένα εγχειρίδιο διαπραγμάτευσης και τακτικής. Να διδασκόταν σε νεαρούς διπλωμάτες, αλλά και ανθρώπους γενικά που ασκούνται στη διαπραγμάτευση. Από τη μάχη αυτή νικητές βγήκαν ο Μακάριος και ο Ζήνωνας Ρωσσίδης. Τα εύσημα και στον Κουτσιούκ, ο οποίος στήριξε μέχρι τέλους τις κυπριακές θέσεις και διεκδικήσεις, παρά τις πιέσεις που είχε δεχθεί από την Άγκυρα. Ο καθηγητής και νομικός Αχιλλέας Κ. Αιμιλιανίδης στο βιβλίο του «Ένα μακρόσυρτο παιχνίδι σκακιού – Οι απόρρητες διαπραγματεύσεις για τις βρετανικές βάσεις (1959-1960)», το οποίο κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Hippasus, παρουσιάζει όλο το παρασκήνιο. Αντικείμενο της μονογραφίας είναι η πολιτική διαπραγμάτευση που οδήγησε στις διατάξεις της Συνθήκης Εγκαθίδρυσης, που αφορούν τις Κυρίαρχες Περιοχές των Βάσεων. Ως εκ τούτου η προσέγγιση του βιβλίου άπτεται πρωτίστως των επιστημονικών κλάδων της πολιτικής ιστορίας και της διπλωματίας. Ρίχνει φως σε άγνωστες πτυχές και αναδεικνύει τα παιχνίδια του παρασκηνίου αλλά και τα… υπόγεια πάρε-δώσε.

Το σκηνικό είχε διαμορφωθεί από τη Βρετανία έχοντας τη στήριξη των άλλων δύο εγγυητριών δυνάμεων, Ελλάδος και Τουρκίας, που δεν επιδείκνυαν ιδιαίτερο ενδιαφέρον για το ζήτημα. Απέναντι σε αυτό το σκηνικό, ήταν ο «ξεροκέφαλος» Μακάριος, ο οποίος είχε δίπλα του έναν δεινό διαπραγματευτή, τον μετέπειτα για χρόνια Μόνιμο Αντιπρόσωπο της Κυπριακής Δημοκρατίας στα Ηνωμένα Εθνη, Ζήνωνα Ρωσίδη. Ο Μακάριος σε εκείνες τις διαπραγματεύσεις έπαιξε με τη φωτιά, έδειξε πως ήταν διατεθειμένος να τορπιλίσει ακόμη και τις συμφωνίες Ζυρίχης και Λονδίνου. Απείλησε ότι θα ανακήρυσσε μονομερή ανεξαρτησία, προκαλώντας πανικό στους Βρετανούς αλλά και σε Αθήνα και Άγκυρα. Ο Μακάριος σταμάτησε κάποια στιγμή να ακούει την ελλαδική πλευρά, τον Ευάγγελο Αβέρωφ στη συγκεκριμένη περίπτωση, θέλοντας να παρακάμψει τις πιέσεις του. Αλλά και ο Κουτσιούκ άντεξε σε μεγάλο βαθμό στις πιέσεις της Άγκυρας, του τότε υπουργού Εξωτερικών, Ζουρλού.

Ο τελευταίος κυβερνήτης της αποικίας της Κύπρου, σερ Χιου Φουτ, χαρακτήρισε τις τελικές διαπραγματεύσεις για τις «Κυρίαρχες» Περιοχές των Βάσεων σαν «μακρόσυρτο παιχνίδι σκακιού», που κινδύνευε να καταστρέψει τα πάντα. Ο Μακάριος γνώριζε ότι το Ηνωμένο Βασίλειο δεν θα μπορούσε να εγκαταλείψει τις Συμφωνίες Ζυρίχης και Λονδίνου, κυρίως όμως το θέμα των Βάσεων και για αυτό πίεζε μέχρι τέλους. Σύμφωνα με τα όσα αναφέρονται στο βιβλίο, ο Φουτ πρόσθεσε πως θαύμαζε τις πολιτικές δεξιότητες, την αυτοπεποίθηση και την ψυχραιμία του Μακάριου, αλλά σκεφτόταν συχνά πως του άρεσε υπερβολικά να διακινδυνεύει, να βαδίζει στην κόψη του ξυραφιού, να θέτει την εξυπνάδα του αντιμέτωπη με άλλους. Γεγονός είναι πως οι Βρετανοί είχαν υποτιμήσει τον Μακάριο και πίστευαν ότι θα υποχωρούσε στις απειλές. Έπεσαν, όμως, έξω όπως φαίνεται και από την πορεία των συζητήσεων.

Όπως συναφώς αναφέρεται στο βιβλίο, «ο Αβέρωφ, όπως και μια μερίδα της ελληνοκυπριακής ελίτ, δεν θεωρούσαν πως το ζήτημα της γεωγραφικής έκτασης του κράτους και του εύρους που θα διατηρούσε το Ηνωμένο Βασίλειο στο έδαφος της νήσου ήταν τόσο ουσιώδες, ώστε να δικαιολογείται αναβολή της ανεξαρτησίας ή και να κινδυνεύσει η εφαρμογή του συμβιβασμού που είχε επιτευχθεί. Ο Αβέρωφ ήταν περισσότερο διατεθειμένος να υποστηρίξει τις θέσεις Μακαρίου ως προς το μελλοντικό καθεστώς των Βάσεων, εφόσον εκεί διέβλεπε τη στρατηγική σημασία της αποφυγής του κινδύνου να παραχωρηθεί στο μέλλον στρατιωτική βάση στην Τουρκία σε περίπτωση αποχώρησης των Βρετανών. Ειδικά μετά την αποτυχία της Διάσκεψης του Λονδίνου τον Ιανουάριο του 1960, ο Αβέρωφ, αλλά και ο Κληρίδης έδιναν πληροφορίες στους Βρετανούς ως προς τους διαπραγματευτικούς στόχους και την τακτική που θα έπρεπε να ακολουθήσουν οι ίδιοι οι Βρετανοί ώστε να επιτευχθεί συμφωνία, με επίκεντρο στους τρόπους άσκησης πιέσεων προς τον Μακάριο».

Πολύ σημαντική υπήρξε η στήριξη που παρείχε προς τον Μακάριο, ο Κουτσιούκ, σε μια απροσδόκητη για τους Βρετανούς, αλλά και για την Τουρκία τροπή των διαπραγματεύσεων. «Η συμμαχία του Μακάριου και του Κουτσιούκ, δείγμα αγαστής συνεργασίας μεταξύ των ηγετών των δύο κοινοτήτων με σκοπό την επίτευξη κοινών συμφερόντων, καθώς και άρνησης του Τουρκοκύπριου ηγέτη να συμμορφωθεί προς τις υποδείξεις της Άγκυρας, υποχρέωσε την τουρκική κυβέρνηση να μεταβάλει την πολιτική της και να πιέσει τους Βρετανούς για περαιτέρω παραχωρήσεις». Ο Υφυπουργός Αποικιών, Έμερυ, που στάλθηκε μεσούσης της διαπραγμάτευσης, από το Λονδίνο, «για να σώσει την παρτίδα» υποχρεώθηκε να ενθαρρύνει την επιστροφή του Ντενκτάς, ο οποίος απουσίαζε από την Κύπρο μετά τη Διάσκεψη του Λονδίνου, τον Ιανουάριο του 1960, ώστε να ασκηθεί περαιτέρω πίεση στον Κουτσιούκ.

Το βιβλίο του Αχιλλέα Κ. Αιμιλιανίδη « Ένα μακρόσυρτο παιχνίδι σκακιού – Οι απόρρητες διαπραγματεύσεις για τις βρετανικές βάσεις ( 1959-1960)» των εκδόσεων Hippasus ρίχνει φως στα παρασκήνια και αναδεικνύει το ρόλο του Μακάριου, του Ρωσσίδη αλλά και του Κουτσιούκ

Σημειώνεται πως «στο τέλος της διαπραγμάτευσης η μείωση της έκτασης των Κυρίαρχων Περιοχών των Βάσεων από 170 τ. μίλια, που ήταν ο αρχικός βρετανικός διαπραγματευτικός στόχος, στα 99 τ. μίλια και ο εξαναγκασμός της Βρετανίας να προβεί στις δηλώσεις των Προσαρτημάτων «O» και «P» (Cmnd 1093 – Cyprus), συνιστούσαν μια αδιαμφισβήτητη επιτυχία του Μακάριου και του Ρωσσίδη». Σε ό,τι αφορά το καθεστώς των Βάσεων έχει ξεκαθαρίσει πως θα είναι στρατιωτικό. Διασφαλίσθηκαν σε μεγάλο βαθμό τα δικαιώματα των Κυπρίων πολιτών, που διαμένουν στις περιοχές αυτές, ενώ καταγράφηκαν οι διευκολύνσεις του κράτους προς τις Βάσεις.

Στη συμφωνία περιλαμβανόταν και οικονομική βοήθεια από τη Βρετανία στην Κυπριακή Δημοκρατία, αποτέλεσμα και τούτου των διαπραγματεύσεων και της επιμονής της Λευκωσίας. Το Λονδίνο συμφώνησε να καταβάλλει στην Κυπριακή Δημοκρατία το ποσό των 12 εκατομμυρίων λιρών κατά τη διάρκεια των πρώτων πέντε χρόνων μετά την Ανεξαρτησία (σε πέντε ετήσιες δόσεις μέχρι τις 31.3.1965). Το Ηνωμένο Βασίλειο είχε συμφωνήσει άλλες χορηγίες ενώ το 1965 θα επανεξέταζε το ζήτημα της χρηματικής βοήθειας για τα επόμενα πέντε χρόνια (μέχρι το 1970) κατόπιν διαβούλευσης με την Κ.Δ. Στην πράξη αυτό δεν έγινε κατ΄ επίκληση της συνταγματικής κρίσης, που ξεκίνησε το 1963. Επιπρόσθετα ειδική χορηγία ύψους 1,5 εκατ. λιρών δόθηκε από τη Βρετανία στην τουρκοκυπριακή κοινότητα, με βάση το Προσάρτημα «U» (Cyprus – Cmdn 1093), ώστε να αξιοποιηθεί για την ανάπτυξη της βακουφικής περιουσίας και για εκπαιδευτικούς και πολιτιστικούς σκοπούς.

Το βιβλίο του Αχιλλέα Κ. Αιμιλιανίδη, με πλούσια βιβλιογραφία και επιστημονική τεκμηρίωση, φωτίζει το παρασκήνιο μιας διαπραγμάτευσης, που δεν είναι ιδιαίτερα γνωστή. Μιας διαπραγμάτευσης, που ανέτρεψε ένα πολιτικό δόγμα, που ανθεί σε Αθήνα και Λευκωσία, ότι ο αδύνατος πρέπει να προσαρμόζεται στους δυνατούς, τους ισχυρούς. Αυτό δεν ίσχυσε στην προκειμένη περίπτωση. Στο βιβλίο αναφέρεται πως ενδεχομένως ο Μακάριος όταν είχε σκληρύνει τη στάση του, επέμεινε να τεντώνει το σχοινί, λάμβανε υπόψη και το εσωτερικό μέτωπο. Τις ενδεχόμενες αντιδράσεις από το ΑΚΕΛ και τον Γρίβα. Με τη στάση, ωστόσο, που υιοθέτησε είχε απέναντί του την ελληνοκυπριακή ελίτ: τα σαλόνια και τους παροικούντες τη βρετανική αυλή. Και σε αυτούς τους τελευταίους, όπως φαίνεται από τις περιγραφές, περιλαμβάνονταν τόσο πολιτικοί όσο και το οικονομικό κατεστημένο, το κεφάλαιο, που λειτουργούσαν συχνά ως υπονομευτές.

Ο Αχιλλέας Κ. Αιμιλιανίδης αφιερώνει το βιβλίο στον διπλωμάτη Ζήνωνα Ρωσσίδη. Η τιμητική επιλογή του δικαιολογείται πλήρως από την πορεία των συζητήσεων και διαπραγματεύσεων, γεγονός που θα το αντιληφθεί ο αναγνώστης του βιβλίου. Δεν είναι τυχαίο, που οι Βρετανοί προσπάθησαν να τον παρακάμψουν, να τον θέσουν εκτός της διαπραγμάτευσης. Ήταν, όμως, μέχρι τέλους δίπλα στον Μακάριο. Το δεξί του χέρι σε αυτή την σκληρή διαπραγμάτευση.

 

Στη διπλωματία τα αδύνατα μπορούν να γίνουν δυνατά

Το βιβλίο του Α. Κ. Αιμιλιανίδη προλογίζει ο πρέσβης Τάσος Τζιωνής. Ένας διπλωμάτης με μακρά πείρα στις διαπραγματεύσεις, τόσο στα θέματα της ΑΟΖ όσο και στα ζητήματα των Βάσεων. Επειδή έχει τη φήμη του δεινού και σκληρού διαπραγματευτή είναι σημαντικό να αναφερθεί εκείνο, που μεταξύ άλλων, σημειώνει στον πρόλογο: «… Βρήκα κρυμμένο στην αφήγηση έναν οδηγό επιτυχούς διπλωματικής διαπραγμάτευσης. Αναφέρομαι στο σύνολο της διαπραγματευτικής διαδικασίας για το θέμα των Βρετανικών Βάσεων την οποία μας παρουσιάζει ο συγγραφέας, εντός και εκτός της Μικτής Επιτροπής Λονδίνου, δηλαδή και εκείνες που διεξήγαγε ο Αρχιεπίσκοπος Μακάριος. Ο Κύπριος ηγέτης υιοθέτησε σε όλη τη διαπραγμάτευση, είτε ως διαπραγματευτής ο ίδιος, είτε δίνοντας οδηγίες στον Ζήνωνα Ρωσσίδη, μια σκληρή διαπραγματευτική τακτική, συχνά κρημνοβατώντας και θριάμβευσε… Σε αμφότερα, δηλαδή της εδαφικής έκτασης των Βρετανικών Βάσεων και του μελλοντικού τους καθεστώτος».

Περαιτέρω ο πρέσβης Τάσος Τζιωνής σημειώνει πως «η μονογραφία αποτελεί επίσης ένα εξαιρετικό μικρό εγχειρίδιο αποτελεσματικής διαπραγμάτευσης για διπλωμάτες και άλλους διαπραγματευτές μικρών κρατών, οι οποίοι εκτός των άλλων, μέσα από το παράδειγμα της αναλυόμενης στο σύγγραμμα διαπραγμάτευσης, μπορούν να αντιληφθούν πως, δεν αρκεί να έχει δίκαιο η χώρα τους (αυτό δεν παράγει αυτόματα διαπραγματευτική ισχύ) οφείλουν κυρίως να κατανοούν στον μέγιστο δυνατό βαθμό τα διακυβευόμενα και να αντλούν διαπραγματευτική ισχύ από το ισχυρό ή ανίσχυρο ένστικτο αυτοσυντήρησης της χώρας και του λαού που εκπροσωπούν, γιατί στη διπλωματία, ναι, τα αδύνατα μπορούν να γίνουν δυνατά».

 

 

 

 

 

 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *