Εγκλωβισμένη στην «παγίδα Ερντογάν» η τουρκική οικονομία

ΣΚΙΤΣΟ ΤΟΥ ΚΥΡΙΑΚΟΥ ΓΚΟΥΜΑ

Του Κώστα Μελά

Μετά από απώλειες ρεκόρ της τουρκικής λίρας, περίπου 20% μέσα στο έτος, και σοβαρά προβλήματα στην τουρκική οικονομία, η Κεντρική Τράπεζα αύξησε το ύψος του επιτοκίου, του λεγόμενου Late Liquidity Window Facility, κατά 3 ποσοστιαίες μονάδες, από 13,5% στο 16,5%. Πρόκειται για το επιτόκιο με βάση το οποίο, λειτουργώντας η Κεντρική Τράπεζα ως «έσχατος πιστωτής» δανείζει το τραπεζικό σύστημα (αργά το απόγευμα από ώρα 16.00′ μέχρι 17.00′), προκειμένου οι τράπεζες να καλύψουν τις ημερήσιες ανάγκες ρευστότητας στο τέλος της ημέρας με στόχο να αποφευχθούν προβλήματα στο σύστημα πληρωμών. 

Με το ίδιο επιτόκιο οι πλεονασματικές τράπεζες δανείζουν τις ελλειμματικές ημερησίως. Πρόκειται για τη δεύτερη αύξηση των επιτοκίων από τον Απρίλιο, οπότε το βασικό επιτόκιο δανεισμού ήταν 12,75%. Παράλληλα διατήρησε αμετάβλητα τα επιτόκια Overnight, του δανεισμού στο 9,25% και της αποδοχής στο 7,25%. Επίσης διατήρησε σταθερό στο 8% το επιτόκιο του εβδομαδιαίου repo.

Ο στόχος προφανής: να υποστηρίξει το καταρρέον τουρκικό νόμισμα, το οποίο την Τετάρτη 23 Μαΐου 2018 είχε διολισθήσει σε 4,9290 λίρες έναντι ενός δολαρίου και είχε καταγράψει τη χαμηλότερη ισοτιμία έναντι του αμερικανικού νομίσματος από το έτος 2005 όταν καθιερώθηκε η ισοτιμία της νέας τουρκικής λίρας με το δολάριο στην ισοτιμία 1,29:1. Μετά την παρέμβαση, η ισοτιμία διαμορφώθηκε στις 4,6704 λίρες έναντι ενός δολαρίου.

Απομένει να φανεί κατά πόσον η αύξηση του επιτοκίου θα μπορέσει να λειτουργήσει ως αντίδοτο στο λεγόμενο «αποτέλεσμα Ερντογάν», δηλαδή της άρνησης του Τούρκου προέδρου να επιτρέψει στην Κεντρική Τράπεζα να ασκήσει περισσότερο σφιχτή νομισματική πολιτική, προκειμένου να μειωθεί ο πληθωρισμός (αγγίζει το 11%) και να συγκρατηθεί η έντονη διολίσθηση του τουρκικού νομίσματος.

Είναι αρκετοί οι αναλυτές που θεωρούν ότι η ιλιγγιώδης πτώση που έχει σημειώσει η τουρκική λίρα αντανακλά τη δυσπιστία των επενδυτών στη δυνατότητα της Κεντρικής Τράπεζας να περιφρουρήσει το νόμισμα και να χαράξει νομισματική πολιτική ανεξάρτητη από τις επίμονες πολιτικές πιέσεις. Δηλαδή, θεωρούν ότι ουσιαστικά οι αρνητικές εξελίξεις του τουρκικού νομίσματος αποτελούν περισσότερο ένα σύμπτωμα που οφείλεται στη στάση του Τούρκου προέδρου που έχει ως τώρα κωφεύσει στις προειδοποιήσεις των οίκων πιστοληπτικής αξιολόγησης και έχει εμποδίσει την Κεντρική Τράπεζα να προχωρήσει σε μια γενναία αύξηση του κόστους δανεισμού.

Δύσκολη η αποκατάσταση εμπιστοσύνης

Όμως ακόμη και αν δεχθούμε αυτή την ερμηνεία, πόσο εύκολα μπορεί να αποκατασταθεί η εμπιστοσύνη προς την τουρκική οικονομία, όταν, όπως φαίνεται, ο πρόεδρος Ερντογάν θα συνεχίσει να ασκεί την εξουσία και να υποστηρίζει τις γνωστές πρωτοφανείς οικονομικές απόψεις του. Νομίζω ότι δεν θα είναι καθόλου εύκολο. Όμως, θα ήταν λάθος να μην λάβουμε υπόψη μας ορισμένα προβλήματα της τουρκικής οικονομίας που θα μπορούσαν να καταταχθούν περισσότερο στα δομικά παρά στα συγκυριακά.

Στην Τουρκία τα μέτρα δημοσιονομικής και νομισματικής χαλάρωσης που τέθηκαν σε εφαρμογή από το β’ εξάμηνο του 2016 μέχρι και τον Μάιο του 2018, ώθησαν το γενικό επίπεδο τιμών σε ακόμη υψηλότερα επίπεδα και αρκετά μακριά από τον επίσημο στόχο της Κεντρικής Τράπεζας που ήταν 5%. Ο πληθωρισμός στην Τουρκία τον Απρίλιο του 2018 ήταν 10,85% ενώ ο κινητός μέσος των δώδεκα μηνών ανήλθε στο 11,83%. Το γενικό δημοσιονομικό έλλειμμα παρουσιάζει χειροτέρευση (2016: -2%, 2017: -2,2%), ενώ σύμφωνα με τις προβλέψεις, το ίδιο θα συμβεί και τα επόμενα δύο έτη (2018: -3,1% , 2019: -3,3%).

Παρά την αύξηση των εξαγωγών, το εμπορικό ισοζύγιο της Τουρκίας επιδεινώθηκε περαιτέρω (από 7,8% του ΑΕΠ το 2016 σε 8,4% το 2017) λόγω του υψηλότερου ρυθμού αύξησης των εισαγωγών. Επίσης, το ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών παρουσιάζει έλλειμμα της τάξεως του 4% (2017) παρά τη βελτίωση των τουριστικών ροών. Οι τελευταίες εξελίξεις στον εξαγωγικό τομέα της τουρκικής οικονομίας δείχνουν ότι συνεχίζεται η αύξηση του εμπορικού ελλείμματος της τουρκικής οικονομίας και το Α’ τρίμηνο του 2018: το έλλειμμα αυξήθηκε κατά 20,7 δισ. δολάρια.

Η εγχώρια πιστωτική επέκταση

Στην Τουρκία οι ρυθμοί πιστωτικής επέκτασης παρέμειναν σε υψηλά επίπεδα, αγγίζοντας το 23%. Ο δείκτης της κεφαλαιακής επάρκειας του τραπεζικού συστήματος της χώρας βρίσκεται στο 14%, με ελάχιστο όριο το 12%. Προσοχή, η οικονομική μεγέθυνση στην Τουρκία από το 2003 μέχρι και σήμερα (την περίοδο που στην κυβέρνηση είναι το Κόμμα Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης) στηρίχτηκε, εκτός των άλλων, πρωτίστως στην τεράστια εγχώρια πιστωτική επέκταση που χρηματοδοτήθηκε από το τουρκικό τραπεζικό σύστημα.

Συγκεκριμένα, ο λόγος δανείων/καταθέσεων από 40% το 2003 , έφθασε στο 130% το 2016. Ο δείκτης Μη Αποτελεσματικών Δανείων κυμαίνεται γύρω στο 3%. Δηλαδή είναι χαμηλός. Όμως, ο δείκτης αυτός αντανακλά την συγκεκριμένη πραγματικότητα όπως αυτή καθορίζεται σε κατάσταση συνεχούς πιστωτικής επέκτασης και της συνεχούς χορήγησης νέων δανείων, τα οποία χρησιμοποιούνται και για την αποπληρωμή των παλαιών. Είναι εύκολα κατανοητό ότι στην περίπτωση μείωσης του ρυθμού της πιστωτικής επέκτασης ή αναγκαστικής σύσφιξης των πιστωτικών κριτηρίων, το ποσοστό των Μη Αποτελεσματικών Δανείων θα αυξηθεί και μάλιστα κανείς δεν γνωρίζει με ποιο ρυθμό.

Συνεχίζεται η αύξηση του δανεισμού των επιχειρήσεων, σε ξένο νόμισμα, καθιστώντας τις επιχειρήσεις ευάλωτες στις αλλαγές των διεθνών χρηματοπιστωτικών αγορών. Η Τουρκία ετησίως χρειάζεται να αναχρηματοδοτεί υποχρεώσεις σε ξένο νόμισμα περίπου στο 25% του ΑΕΠ, (το ΑΕΠ ανέρχεται περίπου σε 880 δισ. δολάρια), με συνεχώς αυξανόμενο κόστος. Ένα μέρος του αυξανόμενου τραπεζικού δανεισμού χρηματοδοτείται από ξένο δανεισμό, ο οποίος συνεχώς ανακυκλώνεται με μεγαλύτερη διάρκεια ωρίμανσης. Οι τράπεζες έχουν μεταφέρει μέρος του συναλλαγματικού κινδύνου στις επιχειρήσεις και μέρος στους ξένους επενδυτές.

Παράλληλα, η συνεχής υποτίμηση του τουρκικού νομίσματος δυσκολεύει αφάνταστα τις επιχειρήσεις, που λειτουργούν στην εγχώρια αγορά, να αποπληρώσουν τις υποχρεώσεις σε ξένα νομίσματα. Δεν θα πρέπει να λησμονούμε ότι οι τουρκικές επιχειρήσεις έχουν υποχρεώσεις σε ξένο νόμισμα ύψους περίπου 336 δισ. δολαρίων. Αν από αυτές αφαιρεθούν τα στοιχεία του ενεργητικού που αυτές κατέχουν στο εξωτερικό, ύψους 114 δισ. δολαρίων οι καθαρές υποχρεώσεις του επιχειρηματικού τομέα ανέρχονται σε 222 δισ. δολάρια ή 40,0% του τουρκικού ΑΕΠ.

Πηγή: slpress.gr

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *