Είμαι πρόσφυγας. Και “δεν έφυγα”. Ακόμη…

Του ΠΕΤΡΟΥ ΠΑΠΑΠΟΛΥΒΙΟΥ

10 του Γενάρη σήμερα, λίγες μέρες μετά τις γιορτές, πρώτη μέρα των νέων περιοριστικών μέτρων, της κυκλοφορίας με τα τηλεφωνικά μηνύματα και του νέου εικοσαήμερου εγκλεισμού. Προσπαθείς να παραμείνεις ψύχραιμος και ορθολογιστής, μακριά από τους κάθε λογής ψεκασμένους και τις θεωρίες συνωμοσίας που φουντώνουν και – όπως έχεις υποχρέωση και καθήκον – να εμπιστεύεσαι τους αρμόδιους που χειρίζονται για λογαριασμό μας τις τύχες του τόπου.

Ξυπνάς δύσθυμος. “Διατί να το κρύψωμεν άλλωστε”… Η χειμωνιάτικη συνεχιζόμενη καλοκαιρία συντελεί σε αυτό. Θυμάσαι με πικρό χαμόγελο τις “Αλκυονίδες ημέρες” που έγραφες στις εκθέσεις στο Δημοτικό, όταν ακόμη άλλαζαν οι εποχές, και σχεδιάζεις πώς θα περάσει ακόμη μια μέρα με λαμπρό ήλιο στον εγκλεισμό. Μηχανικά, σαν το σκυλάκι του Παβλόφ, ανοίγεις το κινητό και διαβάζεις τις εφημερίδες και τα νέα της μέρας. Αμέσως σου τραβά την προσοχή το κύριο θέμα του πρωτοσέλιδου της κυπριακής έκδοσης της “Καθημερινής”, με τον υπότιτλο που διαφημίζει τη συνέντευξη του Χ. Γεωργιάδη “Οι πρόσφυγες έφυγαν, οι περιουσίες χάθηκαν και η Τουρκία επιδιώκει μόνο μία κοινή κυριαρχία”.

Η πρωινή δυσθυμία εξαφανίζεται. Μετατρέπεται σε απογοήτευση, πίκρα και οργή. Διαβάζεις το κείμενο και βλέπεις ότι ο φέρελπις και φιλόδοξος Κύπριος πολιτικός, επίλεκτο μέλος της ηγεσίας του κυβερνώντος κόμματος, για χρόνια Υπουργός Οικονομικών, και επίδοξος, κατά τις δημοσιογραφικές πηγές, Υπουργός Εξωτερικών, δεν φέρει την απόλυτη ευθύνη για την ολοκληρωτική εξαφάνιση των προσφύγων του πρωτοσέλιδου. Το ακριβές απόσπασμα στη συνέντευξή του αναφέρει ότι “οι περισσότεροι πρόσφυγες έφυγαν και οι περιουσίες χάθηκαν”. “Μικρό λογιστικό λάθος”, δημοσιογραφικής βιασύνης, που “σώζει” τον Χ. Γεωργιάδη: Σαν τα εκατομμύρια του κουρέματος του 2013 ή τη Λαϊκή Τράπεζα ή τις Συνεργατικές Πιστωτικές Εταιρείες, που απλώς “χάθηκαν”. Όχι “οι πρόσφυγες έφυγαν” αλλά “οι περισσότεροι πρόσφυγες έφυγαν”.

Αναρωτιέσαι, ψύχραιμος πια, όσο γίνεται, πού σταματά ο “νέος ρεαλισμός”. Το ποιους εξυπηρετεί, παραμονές της “Πενταμερούς” και της “νέας πρωτοβουλίας” στο Κυπριακό, με ανοικτό το θέμα του εποικισμού της Αμμοχώστου, μια δημόσια συζήτηση – πολωτική αντιπαράθεση με αυτόν τον τρόπο, για τη λύση “δύο κρατών”, στη συγκεκριμένη συγκυρία, στην είσοδο της προεκλογικής περιόδου, με το βάρος των σκανδάλων, και με έναν από τους πιο εκλεκτούς πρώην συνεργάτες του προέδρου της Δημοκρατίας να καταγγέλλει με βιβλίο του τη “Συμμορία που κυβερνά τον τόπο”. Και διερωτάσαι γιατί η πολιτική μας ηγεσία δεν μπορεί να τα συζητήσει όλα αυτά εκεί που πρέπει: στα κομματικά σώματα, στη Βουλή, στο Εθνικό Συμβούλιο. Και διαπιστώνεις ότι για πολλοστή φορά, από το 1974, κατεβάζουμε τον πήχυ της εθνικής αξιοπρέπειας. Από το Ενιαίο κράτος, στην Ομοσπονδία, από την Ομοσπονδία στην “πολυπεριφερειακή” με σεβασμό των τριών ελευθεριών, από εκεί στη Διζωνική με “το σωστό” ή το λάθος περιεχόμενο ή τη “χαλαρότητα” των “συνιστώντων κρατών”, και τώρα στα δύο κράτη. Μια σειρά άτακτων και μη λογικών υποχωρήσεων, με την έννοια ότι με ελάχιστες κομβικές εξαιρέσεις δεν πρόκειται για επιλογές στρατηγικής ή συναίνεσης της πολιτικής ηγεσίας, αλλά για επιλογές ήττας που τρέφουν και γιγαντώνουν τις απαιτήσεις της κατοχικής δύναμης. Μέχρι τον επόμενο “νέο ρεαλισμό”…

Όμως αυτά, δεν είναι καινούρια, ούτε θα μας απασχολήσουν εδώ. Το καινοφανές και αβάστακτα ενοχλητικό είναι ο προκλητικός τίτλος: “Οι πρόσφυγες έφυγαν”. 46 χρόνια μετά. Σκέφτεσαι τους στενούς συγγενείς, τους γείτονες, την ενορία σου, το χωριό σου, το σχολείο σου και κάνεις ένα άτυπο προσκλητήριο μνήμης. Τους προγόνους, τους παππούδες, τους γονείς, τα αδέλφια σου, τους συμμαθητές και τις συμμαθήτριές σου. Ζώντες και κεκοιμημένους. Είτε στην προσφυγιά είτε στα ρημαγμένα κοιμητήρια στην κατεχόμενη γη μας. Θυμάσαι την πανηγυρική αποκαθήλωση του “Δεν ξεχνώ” και των φωτογραφιών των χωριών μας. Εν μέσω αλαλαγμών, όχι για την αποδοχή της Κατοχής, αλλά για την “καταπολέμηση του εθνικισμού” και την “προώθηση της ειρήνης”. Με συγκεκριμένους πρωταγωνιστές, εκατέρωθεν της πολιτικής ζωής της χώρας. Λες και η ζώσα ατομική ή συλλογική ανάμνηση του γενέθλιου τόπου σου είναι θέμα μηχανικής αποστήθισης και με την αλλαγή ενός λογισμικού θα διαγραφούν και θα ισοπεδωθούν οι μνήμες. Με την παράλληλη στρεβλή εντύπωση, που καλλιεργείται εδώ και δεκαετίες, ότι τα πάντα και για όλους στο “προσφυγικό” έχουν να κάνουν με το “περιουσιακό” ή τις αποζημιώσεις και τα προσωρινά “προσφυγικά επιδόματα”. Και έρχεται τώρα, η εσπευσμένη αποστολή των προσφύγων στην αιώνια αποδημία, στο πυρ το εξώτερον ή στις αγκάλες της θείας δικαιοσύνης. Θέμα απλών μαθηματικών κι αυτό, για αυτή την αντίληψη…

Ας μας αφήσουν, λοιπόν, στην ησυχία μας, έστω και “φευγάτους” στον άλλο κόσμο. Ή, ας χαράξουν τον “νέο ρεαλισμό”, χωρίς να επικαλούνται τους ζωντανούς ή τους πεθαμένους μας. Κι ας τον βαφτίσουν όπως θέλουν. Ούτως ή άλλως, κατά τα φαινόμενα, θα κυκλοφορούμε για πολύ καιρό ακόμη με μάσκες…

Μια θερμή παράκληση όμως: Αφού δεν σέβονται ή δεν μπορούν να υπερασπιστούν τα στοιχειώδη δικαιώματά μας, ας σεβαστούν, τουλάχιστον, “τη σκέψη του πρόσφυγα, τη σκέψη του αιχμάλωτου, τη σκέψη του ανθρώπου σαν κατάντησε κι αυτός πραμάτεια”.

 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *