Είναι απορίας άξιο πώς δεν αντιλαμβάνονται  κάποιοι ότι έχουμε οδηγηθεί να διαπραγματευόμαστε ποια από τα κατοχικά δεδομένα θα νομιμοποιήσουμε με την υπογραφή μας

Ο πρόεδρος της Τουρκίας Ταγίπ Ερντογάν λίγο πριν χαιρετίσει τον πρόεδρο της Κυπριακής Δημοκρατίας Νίκο Αναστασιάδη. Φωτογραφία ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΠΑΝΑΓΟΣ

Του ΣΤΕΦΑΝΟΥ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΙΔΗ

Το αφήγημα με τα δύο κράτη είναι στην ημερήσια διάταξη των πολιτικών συζητήσεων στη Λευκωσία αλλά ο απόηχος του φτάνει ώς την Αθήνα. Σε επίπεδο σημειολογίας το αφήγημα δεν έχει την ίδια έννοια για όλους. Ξεκινώντας από την Τουρκία, η αναφορά σε δύο κράτη εξυπακούει δύο κρατίδια με συνομοσπονδιακό δεσμό, κάτι που θα της επιτρέπει τον έλεγχο ολόκληρης της Κύπρου.

Η Τουρκία αυτό επιδιώκει μετά το 1974 και η Διζωνική Δικοινοτική Ομοσπονδία με όσες παραχωρήσεις έχουν γίνει από  ελληνικής πλευράς, της χρησίμευσε ως όχημα προώθησης αυτών των σχεδιασμών της. Όσοι υποστηρίζουν ότι η ΔΔΟ δεν οδηγεί σε ένα διχοτομικό φυλετικό μόρφωμα με τουρκικό έλεγχο αλλά και εξυπηρέτηση των βρετανικών, αμερικανικών και ΝΑΤΟϊκών συμφερόντων, είτε στερούνται της στοιχειώδους πολιτικής λογικής και έχουν αυταπάτες, είτε το πιο πιθανό χρησιμοποιούν το επιχείρημα της διχοτόμησης ως εκφοβισμό για την επιβολή της όποιας λύσης. Το νέο που προστέθηκε στο αφήγημα αυτό είναι η αφελής προσέγγιση Αναστασιάδη να προτείνει ανοιχτά τη λύση δύο κρατών, πάντα με συνομοσπονδιακό δεσμό, την οποία παρουσιάζει και ως χαλαρή ομοσπονδία. Αλλά και αυτή η πρόταση οδηγεί στο ίδιο αποτέλεσμα όπως και η ΔΔΟ. Απλώς αδυνατίζει ακόμη περισσότερο την όποια διαπραγματευτική δυνατότητα διέθετε η ελληνική πλευρά. Είναι παράδοση άνευ όρων!

Θα πρέπει να γίνει κατανοητό ότι γίνεται κατάχρηση του όρου κράτος σε αυτό το αφήγημα. Λύση δύο κρατών θα υπήρχε μόνο με πλήρη διαχωρισμό μεταξύ τους και την αναγνώριση ξεχωριστής διεθνούς προσωπικότητας του καθενός από τη διεθνή κοινότητα. Κάτι τέτοιο είχαν προτείνει στο παρελθόν ο πρώην υφυπουργός Εξωτερικών στην κυβέρνηση Κώστα Καραμανλή, Γιάννης Βαληνάκης και ο δημοσιογράφος Σταύρος Λυγερός. Είναι η λύση του βελούδινου διαζυγίου. Και οι δύο είχαν συνείδηση ότι επρόκειτο για διχοτόμηση αλλά με αντάλλαγμα την επιστροφή μέρους των κατεχομένων εδαφών και με την άποψη ότι αυτή η λύση εξασφάλιζε καλύτερα την επιβίωση του ελληνικού στοιχείου απ’ ό,τι ένα φυλετικό μόρφωμα με τουρκική επικυριαρχία.

Η Τουρκία όμως ουδέποτε θα δεχτεί διχοτόμηση που θα επέτρεπε σε ένα ελεύθερο κράτος να απειλεί με συμμαχίες το μαλακό υπογάστριο της και να ανατρέπει τους σχεδιασμούς της στην Ανατολική Μεσόγειο. Άρα όταν ομιλεί για δύο κράτη δεν τα εννοεί με ξεχωριστή διεθνή προσωπικότητα, αναγνωρισμένα από τη διεθνή κοινότητα, αλλά στο πλαίσιο ενός συνομοσπονδιακού μορφώματος, μέσα από το οποίο θα της δίνεται δυνατότητα ελέγχου ολόκληρης της Κύπρου. Και το οποίο μόρφωμα θα οδηγήσει σε διάλυση της Κυπριακής Δημοκρατίας, του νόμιμου κράτους που αποτελεί εμπόδιο και τροχοπέδη στα σχέδιά της.

Επομένως η αναφορά σε δύο κράτη στην παρούσα συζήτηση είναι εννοιολογικά ψευδεπίγραφη! Και η αναφορά σε διχοτόμηση έχει νόημα σε σχέση με τη λύση που προωθείται είτε μέσω χαλαρής ομοσπονδίας -πατέντα Αναστασιάδη- είτε μέσω ΔΔΟ.

Είναι απορίας άξιο πως δεν αντιλαμβάνονται κάποιοι ότι έχουμε οδηγηθεί να διαπραγματευόμαστε ποια από τα κατοχικά δεδομένα θα νομιμοποιήσουμε με την υπογραφή μας, είτε με διζωνική, είτε με χαλαρή ομοσπονδία. Και ότι από μια τέτοια λύση θα προκύψει ένα μη βιώσιμο συνταγματικό και πολιτικό τερατούργημα και η Κύπρος στο σύνολο της θα μετατραπεί σε νεο-οθωμανικό προτεκτοράτο. Θα είναι ένα είδος παλαιστινοποίησης. Το θέμα όμως είναι μέσα από μια λύση να προκύψει ένα κανονικό κράτος και όχι δύο κοινότητες με τουρκική επικυριαρχία. Και δεν έχει μεγάλη σημασία αν αυτό το κράτος θα είναι ενιαίο ή ομοσπονδιακό. Σίγουρα σε έναν τόπο που πληθυσμιακά δεν ξεπερνά τη γειτονιά μιας μεγαλούπολης δεν χρειάζεται να είναι κανείς δεινός συνταγματολόγος για να καταλάβει ότι το ομοσπονδιακό μοντέλο είναι αχρείαστο.

Σε κάθε περίπτωση η όποια λύση δεν μπορεί να δομηθεί σε φυλετικά κριτήρια που θα παραβιάζουν στοιχειώδεις δημοκρατικούς κανόνες και ανθρώπινα δικαιώματα και επιπλέον θα είναι το εφαλτήριο του νεο-οθωμανικού ελέγχου του νησιού με προοπτική αλεξανδρετοποίησης. Υπάρχουν χίλιοι και ένας τρόποι να προστατευτούν τα όποια δικαιώματα των Τουρκοκυπρίων χωρίς να καταπατηθούν αυτά της πλειοψηφίας.

Σε ένα κανονικό κράτος τα δικαιώματα όλων διασφαλίζονται μέσα από τις δημοκρατικές πολιτικές ισορροπίες που δημιουργούνται, τα κοινά κόμματα, τους κοινούς θεσμούς κ.λπ. που θα έχουν πολιτικο-ιδεολογική και όχι φυλετική δομή. Είναι αυτό που συμβαίνει σε χώρες όπως ο Καναδάς, οι ΗΠΑ και αλλού. Και δεν υπάρχει λόγος να μη συμβεί και στην Κύπρο από τη στιγμή που δεν θα υπάρχει η τουρκική κηδεμονία. Δεν θα εκλέγεται για παράδειγμα Πρόεδρος με φυλετικά κριτήρια αλλά με πολιτικά. Τα κόμματα δεν θα είναι φυλετικά αλλά πολιτικο-ιδεολογικά. Και αυτός που θα εκλέγεται θα είναι πολίτης Κύπριος που θα εκπροσωπεί μια πολιτική τάση. Δεν θα γίνουν όλα αυτά φυσικά σε μια μέρα. Θα ήταν ακόμη δυνατό να προβλεφθεί και μεταβατική περίοδος. Και υπάρχει και το ευρωπαϊκό πλαίσιο που θα διευκολύνει τη δημοκρατική λύση.

Τίποτε όμως από όλα αυτά δεν μπορούν να γίνουν όσο δεν τοποθετείται το θέμα στη σωστή του βάση και διαπραγματευόμαστε για τη νομιμοποίηση των κατοχικών δεδομένων. Μέχρι και η νομιμοποίηση του παράνομου αεροδρομίου της Τύμπου λέγεται ότι θα είναι στο τραπέζι της Πενταμερούς. Ένα κανονικό κράτος όμως σημαίνει απαλλαγή από την Τουρκία ως εγγυήτρια δύναμη και απόσυρση του τουρκικού στρατού κατοχής. Αυτός είναι ο δρόμος. Είναι αυτό που υποστηρίζει ο Σενέρ Λεβέντ και γι’ αυτό καταδιώκεται από την Τουρκία. Εξάλλου, κάποτε θα πρέπει να το κατανοήσουμε ότι η Τουρκία δεν βρίσκεται στην Κύπρο για να προστατεύσει τους Τουρκοκυπρίους αλλά τα δικά της συμφέροντα. Και υπάρχουν Τουρκοκύπριοι που το αντιλαμβάνονται αυτό και με αυτούς θα πρέπει να οικοδομηθεί μια κοινή πολιτική πλεύση.

Εξυπακούεται βεβαίως ότι ένα κανονικό κράτος θα έχει κανονικές σχέσεις και με την ίδια την Τουρκία. Και κανονικές σχέσεις σημαίνει και την εξυπηρέτηση των αμοιβαίων συμφερόντων στο πλαίσιο της διεθνούς νομιμότητας.

*Πανεπιστημιακός, συγγραφέας της μυθιστορηματικής τριλογίας ΝΟΜΑΔΑΣ, Αθήνα, Εκδόσεις Βακχικόν, 2017-2019

stephanos.constantinides@gmail.com

 

 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *