Είναι η συμφωνία για τον EastMed εθνική επιτυχία;

Από την παρουσίαση του τουρκικού ΥΠΕΞ για τα ενεργειακά. Τα θέλουν όλα δικά τους οι Τούρκοι

Του ΔΡ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ΑΠΟΣΤΟΛΟΥ-ΚΑΤΣΑΡΟΥ

Τις τελευταίες ημέρες επικρατεί ένας διπλωματικός πυρετός σχετικά με το ζήτημα του αγωγού φυσικού αερίου EastMed. Δεν θα ήταν υπερβολή αν λέγαμε ότι η κωλυσιεργία των τελευταίων έξι μηνών, ξεπεράστηκε με τις έντονες διεργασίες μιας μόνο εβδομάδας. Ακόμη και η χλιαρή –αρχικά αρνητική– στάση της Ιταλίας έναντι του EastMed ξεπεράστηκε. Aποφάσισε τελικά να συνδράμει, επιτρέποντας την διέλευσή του από την επικράτειά της.

Με διαδικασίες fast track, στις 2 Ιανουαρίου 2020 αναμένεται να υπογραφεί η Διακρατική Συμφωνία από τον Έλληνα πρωθυπουργό, τον πρωθυπουργό του Ισραήλ, Μπέντζαμιν Νετανιάχου, και τον πρόεδρο της Κυπριακής Δημοκρατίας Νίκο Αναστασιάδη. «Η Συμφωνία θα ολοκληρωθεί και με την υπογραφή της από την Ιταλία», σύμφωνα με το Μαξίμου.

Εν τω μεταξύ σχεδόν ταυτοχρόνως, υπερψηφίστηκε το EastMed Act από την Ολομέλεια της Γερουσίας και υπογράφηκε από τον Πρόεδρο Τραμπ στις 20 Δεκεμβρίου 2019. Σύμφωνα με το νέο αυτό νόμο, τις επόμενες 90 ημέρες θα υποβληθούν στις αρμόδιες επιτροπές του Κογκρέσου στρατηγικές για τη βελτίωση της ασφάλειας και συνεργασίας των ΗΠΑ με το Ισραήλ, την Κυπριακή Δημοκρατία και την Ελλάδα.

Όλος αυτός ο οργασμός διπλωματικών και νομοθετικών διεργασιών πυροδοτήθηκε ως απάντηση στο μνημόνιο Τουρκίας-Λιβύης. Παρότι οι εξελίξεις σχετικά με τον EastMed φαίνονται εκ πρώτης όψεως θετικές, οφείλουν να αναλυθούν. Ποιόν διασφαλίζει τελικά το EastMed Act και γιατί προωθείται ο αγωγός, o οποίος αποτελεί ένα γεωπολιτικό-γεωστρατηγικό εργαλείο για την επίτευξη συγκεκριμένων στόχων και όχι μια αποκλειστικά εμπορικής φύσεως επένδυση; Μπορεί ο αγωγός να αναχαιτίσει την τουρκική επεκτατικότητα;

Begin-Sadat και το EastMed Act 

Στις αρχές του 2019 δημοσιεύτηκε μια βαρυσήμαντη ανάλυση από το ισραηλινό Κέντρο Στρατηγικών Μελετών Begin-Sadat υπό τον τίτλο “Δημιουργώντας μια περιφερειακή πολιτική για τον περιορισμό του Ερντογάν”. Αυτή αποτέλεσε το προοίμιο της πολιτικής που ακολούθησε το Ισραήλ και εν συνεχεία υποστηρίχτηκε από τις ΗΠΑ με το EastMed Act.

Η εν λόγω ανάλυση, που πραγματεύεται τους τρόπους περιορισμού της τουρκικής επεκτατικότητας, αναφέρει: «Η Τουρκία αποτελεί μακροπρόθεσμη απειλή για την ασφάλεια στη Μέση Ανατολή. Ο νεοθωμανισμός απαιτεί μια αμυντική πολιτική που ενσωματώνει την Ελλάδα, την Κύπρο, το Ισραήλ και τους Κούρδους σε μια περιφερειακή συμμαχία».

Οι προτάσεις του ισραηλινού Κέντρου Στρατηγικών Μελετών αφορούν συγκεκριμένα στην αποπομπή της Τουρκίας από το πρόγραμμα των F-35, την επιβολή κυρώσεων για τους S-400, αλλά και την παρακολούθηση της τουρκικής παραβατικότητας στο FIR της Αθήνας. Αναφέρει, μάλιστα, ότι «Η Ελλάδα οικοδομεί ένα κοινό σύστημα ραντάρ στην Κρήτη με τους Ισραηλινούς, το οποίο ενδεχομένως αποσκοπεί στην παρακολούθηση της τουρκικής επιθετικότητας».

Οι προτάσεις του Begin-Sadat συμπίπτουν με την εξωτερική πολιτική του Ισραήλ εν γένει, ενώ παράλληλα εναρμονίζονται και με το EastMed Act που εισηγήθηκαν οι γερουσιαστές Ρούμπιο-Μενέντεζ. Αυτό καταδεικνύει την βαρύτητα της ανάλυσης. Είναι σημαντικό, λοιπόν, να διευκρινιστεί ότι δεν είναι τυχαία η προτεινόμενη στρατηγική έναντι της τουρκικής επεκτατικότητας.

Δημιουργία ενιαίου τόξου

Τόξο Κρήτης – Κύπρου – Κουρδιστάν (Πηγή: iEpikaira).

Η στρατηγική που προβλέπει την ενσωμάτωση της Ελλάδας, της Κυπριακής Δημοκρατίας, του Ισραήλ και των Κούρδων σε μια περιφερειακή συμμαχία στο μαλακό υπογάστριο της Τουρκίας αποσκοπεί στην δημιουργία ενός ενιαίου τόξου μεταξύ Κρήτης-Κύπρου-Κουρδιστάν, που θα λειτουργήσει ως “κυκλωτικό ανάχωμα” και buffer zone μεταξύ Ισραήλ και Τουρκίας. Συγκεκριμένα, στην Κρήτη προτείνεται η εγκατάσταση ισραηλινού ραντάρ πλαισιωμένου με συστήματα αντιπυραυλικής και αντιαεροπορικής άμυνας.

Στην Κυπριακή Δημοκρατία προτείνεται να ασκηθεί πίεση στη Βρετανία για την εγκατάσταση συστημάτων Patriot και THAAD στις βάσεις του Ακρωτηρίου και της Δεκέλειας. Το EastMed Act προβλέπει την άρση του εμπάργκο όπλων στην Κυπριακή Δημοκρατία ακριβώς γι’ αυτόν τον λόγο, αν και η εκλογή του δηλωμένου φιλότουρκου Βρετανού πρωθυπουργού Μπορίς Τζόνσον, μπορεί να μην ευνοήσει μια τέτοια εξέλιξη.

Η ίδρυση του Μεγάλου Κουρδιστάν παραμένει στρατηγική επιλογή του Ισραήλ, με την ισραηλοκουρδική συνεργασία να σφυρηλατείται από το 1960 και εντεύθεν. Οι φιλοτουρκικές διαθέσεις του Τραμπ επιβράδυναν την δημιουργία του με την αποχώρηση των ΗΠΑ από την Βόρεια Συρία και την συνακόλουθη εισβολή των Τούρκων.

Στην ανάλυση του Begin-Sadat σημειώνεται επίσης: «Μπορούν να γίνουν περισσότερα για την ένταξη των Κούρδων και των Ισραηλινών στο μεγαλύτερο ενεργειακό σύστημα στην Ανατολική Μεσόγειο». Διευκρινίζεται ότι «το Κυπριακό φυσικό αέριο είναι κρίσιμο για τα οικονομικά και διπλωματικά συμφέροντα του Ισραήλ τις επόμενες δεκαετίες και πρέπει να προστατεύεται με κάθε κόστος».

Το Μεγάλο Κουρδιστάν

Ο EastMed εργαλείο έναντι του νεοθωμανικού μαξιμαλισμού 

Είναι πρόδηλο, λοιπόν, ότι ο EastMed αποτελεί ένα ισχυρό γεωστρατηγικό-γεωοικονομικό εργαλείο για την επίτευξη των ως άνω στόχων. Το Ισραήλ και οι συμβαλλόμενες χώρες αποτρέπουν την πιθανότητα διέλευσης ενός αγωγού φυσικού αερίου από την Τουρκία –με ό,τι αυτό συνεπάγεται– και λαμβάνουν επικυρίαρχο ρόλο στο γεωπολιτικό παίγνιο της Ανατολικής Μεσογείου.

Διευκρινίζεται ότι, το υψηλό κόστος κατασκευής του αγωγού δεν τον κατατάσσει σε μια εμπορικής φύσεως επένδυση γεγονός που από μόνο του αποδεικνύει ότι η αξία του είναι κυρίως γεωπολιτική. Κι αυτό, γιατί παγιοποιεί το έννομο δικαίωμα προστασίας του από τα εμπλεκόμενα κράτη, τα οποία καθίστανται επιτηρητές και διαχειριστές της ευρύτερης περιοχής, ενώ ταυτόχρονα χαλιναγωγεί την επεκτατική βουλιμία του νεοσουλτάνου.

Υπό την απειλή λοιπόν της απομόνωσης και περικύκλωσης, η αναθεωρητική Τουρκία αναβάθμισε την προκλητικότητά της με την υπογραφή του μνημονίου με την Λιβύη και προχώρησε σε δηλώσεις πρόθεσης διενέργειας σεισμογραφικών ερευνών και γεωτρήσεων εντός της ελληνικής υφαλοκρηπίδας. Ο υπουργός Ενέργειας Ντονμέζ ξεκαθάρισε ότι «θα αδειοδοτήσουμε στα πεδία δικής μας θαλάσσιας δικαιοδοσίας και σε άλλες περιοχές θα ξεκινήσουν εργασίες έρευνας και παραγωγής», ενώ ο Τσαβούσογλου διεμήνυσε ότι «στην υφαλοκρηπίδα μας κανείς δεν μπορεί να δραστηριοποιηθεί χωρίς την άδειά μας».

Ενώ ο Ερντογάν δήλωσε: «Η Ελλάδα και οι σύμμαχοί της προσπαθούν να μπλοκάρουν την πρόσβαση της Τουρκίας σε όλες τις θάλασσες, αλλά η Τουρκία θα συνεχίσει να έχει πρόσβαση στον EastMed, μέσω πρωτοβουλιών όπως η Συμφωνία για τις θαλάσσιες ζώνες με τη Λιβύη και την ΤΔΒΚ». Με άλλα λόγια, η Τουρκία φαίνεται να είναι αποφασισμένη να αποτρέψει την κατασκευή του αγωγού, ή να δημιουργήσει τις κατάλληλες συνθήκες ώστε στανικά να συμμετέχει στον σχεδιασμό του, όπως άλλωστε ήταν αναμενόμενο.

Πόσο είμαστε διατεθειμένοι;

Το ζήτημα επομένως είναι εάν και κατά πόσο είμαστε διατεθειμένοι να αντιμετωπίσουμε την τουρκική προκλητικότητα, την οποία ο Ελληνισμός καλείται να αναχαιτίσει μόνος του. Το Ισραήλ δια στόματος του Πρέσβη του στην Αθήνα Yossi Amrani δήλωσε με νόημα: «Σύμφωνα με την ισραηλινή εμπειρία δεν πρέπει να αναθέτεις σε κανέναν άλλον τα εθνικά συμφέροντα ή την εθνική άμυνα σου… Η φιλία και συμμαχία είναι φυσική. Δεν μπορώ να μιλήσω για άλλες χώρες. Μπορώ απλά να μοιραστώ την ισραηλινή εμπειρία. Μεριμνούμε για τα δικά μας συμφέροντα».

Ούτε η στάση της Ιταλίας εμπνέει ασφάλεια. Ούτως ή άλλως ήταν επιφυλακτική έως αρνητική έναντι του EastMed και ενδοτική έναντι της τουρκικής προκλητικότητας και όταν θίγεται η ιταλική ENI. Παράλληλα το ΝΑΤΟ και ο Γενικός Γραμματέας Γενς Στόλτενμπεργκ έχει επίσης διευκρινίσει ότι τα ελληνοτουρκικά ζητήματα αποτελούν διμερείς διαφορές που δεν αφορούν την Συμμαχία. Επομένως είναι ξεκάθαρο ότι η Ελλάς καλείται για άλλη μια φορά να βγάλει το φίδι από την τρύπα.

Έχει λοιπόν ο EastMed από μόνος του αποτρεπτική ισχύ, ή απαιτείται στέρεη πολιτική βούληση για την υπεράσπισή του; Η επιτάχυνση των διαδικασιών για την κατασκευή του αποτελεί θετική εξέλιξη, γιατί είναι προτιμότερο τα εμπλεκόμενα κράτη να έχουν κοινά γεωστρατηγικά και γεωοικονομικά συμφέροντα με τον Ελληνισμό, παρά αντικρουόμενα. Ταυτόχρονα, όμως, σημαίνει ότι σηκώνουμε το γάντι έναντι της Τουρκίας και κατά τη γνώμη μας καλώς το πράττουμε, διότι ο νεοθωμανικός επεκτατισμός μόνο έτσι ανταπαντάται.

Καιρός για σοβαρές αποφάσεις

Πόσο, όμως, η πολιτική μας ηγεσία είναι προετοιμασμένη για ένα τέτοιο ενδεχόμενο; Θα επιτρέψει στις Ένοπλες Δυνάμεις να κάνουν αυτό για το οποίο είναι προετοιμασμένες; Ο ψοφοδεϊσμός με τις δηλώσεις κατευνασμού και τα μισόλογα περί συνεκμετάλλευσης, σίγουρα δεν εμπνέουν εμπιστοσύνη. Είναι καιρός να ληφθούν σοβαρές εθνικές αποφάσεις στο κομβικό-ιστορικό σημείο που βρισκόμαστε.

Ο σερ Χάλφορντ Μακίντερ, πατέρας της αγγλοσαξωνικής σχολής γεωπολιτικής, έλεγε στις αρχές του 20ου αιώνα ότι η Ελλάδα δεν πρέπει ποτέ να περάσει στη σφαίρα επιρροής μιας μεγάλης ευρασιατικής δύναμης (σ.σ. Ρωσία). Αυτό ας μην το ξεχνάμε, διότι ακριβώς αυτό το χαρτί μεταχειρίζεται απροκάλυπτα η Τουρκία και ραδιουργεί, απειλώντας ανοιχτά να διαρρήξει τις υφιστάμενες δομές της δυτικής αρχιτεκτονικής ασφαλείας.

Και επειδή η Ελλάδα επιδεικνύει μία φοβική υποχωρητικότητα, ενδέχεται οι δυτικοί σύμμαχοί μας να επιλέξουν να θυσιάσουν τα κυριαρχικά δικαιώματά μας για να μείνει η Τουρκία στο δυτικό “μαντρί”. Επομένως, εύλογα τίθεται το ερώτημα εάν η συμφωνία για τον EastMed αποτελεί όντως μια γεωπολιτική επιτυχία, εάν και εφόσον δεν είμαστε διατεθειμένοι να τον προστατέψουμε εμπράκτως ακόμη και υπό την απειλή μίας στρατιωτικής διένεξης.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *