Εκείνο που μετράει δεν είναι μια πιθανή αμερικανική διαμεσολάβηση, αλλά η στάση της Ελλάδας

US President Donald J. Trump receives a signed basketball as he welcomes the 2019 NCAA Division I Women's Basketball National Champions, Baylor Lady Bears in the State Dining Room of the White House in Washington, DC, USA, 29 April 2019. EPA, Oliver Contreras / POOL

Του ΠΑΝΙΚΟΥ ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ

Μετά τη συνάντηση του πρωθυπουργού, Κυριάκου Μητσοτάκη, με τον Αμερικανό πρόεδρο, Ντόναλντ Τραμπ, καθώς και τις επαφές που είχε με τον αντιπρόεδρο Μάικ Πενς και τον υπουργό Εξωτερικών, Μάικ Πομπέο, αναφέρθηκε ότι η Ουάσινγκτον θα αναλάβει πρωτοβουλία για την αποκλιμάκωση της έντασης μεταξύ της Ελλάδας και της Τουρκίας.

Παρόμοιες προσπάθειες από αμερικανικής πλευράς καταβλήθηκαν -με πολιτικές παρεμβάσεις ή μέσω διπλωματικών καναλιών- και στο παρελθόν. Αποδείχθηκε όμως ότι στηρίζονταν σε παροτρύνεις προς την Αθήνα για να συγκατανεύσει σε θέσεις που υιοθετούσαν μεγάλο μέρος των τουρκικών διεκδικήσεων και ήταν σε βάρος των ελληνικών κυριαρχικών δικαιωμάτων. Πάγια θέση των ΗΠΑ ήταν η «συνεκμετάλλευση» στο Αιγαίο.

Όταν οι τρίτοι (ΟΗΕ, ΗΠΑ, ΕΕ, Ρωσία) καλούν «όλα τα μέρη να απέχουν από ενέργειες που ενέχουν τον κίνδυνο αύξησης των εντάσεων» και σκοπίμως δεν «βλέπουν» την προκλητική τουρκική παραβατικότητα, τότε όχι μόνο εξισώνουν θύτη και θύμα, αλλά δίνουν τη δυνατότητα στον παραβάτη του διεθνούς δικαίου και στον κατακτητή να αποθρασύνεται ακόμη περισσότερο.

Όλα αυτά τα χρόνια, η αμερικανική πολιτική -και όχι μόνο- ξεκινάει από λάθος αφετηρία, όπως και στο Κυπριακό, με αποτέλεσμα να προωθούνται «τουρκικές λύσεις».

Για την Κύπρο, οι Αμερικανοί αξιωματούχοι προσδιορίζουν το πρόβλημα ως μια σύγκρουση ανάμεσα στις δυο κοινότητες και όχι ως ξένη εισβολή και κατοχή.

Για το Αιγαίο, θεωρούν ότι υπάρχουν διαφορές ανάμεσα στις δυο χώρες και όχι τουρκική επιθετικότητα.

Επομένως, ανέκαθεν σχεδόν οι μεσολαβήσεις, οι παροτρύνεις, ακόμα και οι πιέσεις των τρίτων -ειδικότερα των ΗΠΑ- και στις δυο περιπτώσεις (Αιγαίο – Κυπριακό) στηρίχθηκαν στο πλαίσιο αυτής της πολιτικής αντίληψης και ως επί το πλείστον οι παραινέσεις απευθύνονταν προς την ευάλωτη πλευρά.

Επιπλέον, έχει αποδειχθεί επανειλημμένα ότι οι αμερικανικές παρεμβάσεις για «επίλυση των προβλημάτων» ανάμεσα σε Αθήνα και Άγκυρα είχαν κάποιο όριο ώστε η αντιπαράθεση να παραμένει ζωντανή για να συνεχίζεται η πώληση αμερικανικού οπλισμού και στους δυο συμμάχους.

Δυστυχώς, η Ελλάδα διαχρονικά «σύρεται» σε αυτό το «παιχνίδι» εξαιτίας του τουρκικού επεκτατισμού και των διεθνών κερδοσκοπικών πρακτικών. Άλλωστε, οι πολεμικές βιομηχανίες των μεγάλων δυνάμεων σε πολλές περιπτώσεις όχι μόνο συντηρούν εντάσεις και διενέξεις, αλλά τις δημιουργούν και τις υποθάλπουν.

Το ερώτημα που τίθεται τώρα είναι αν με τη σημερινή κατάσταση (συμμαχία Τουρκίας – Ρωσίας και με τα όσα συμβαίνουν στις αμερικανοτουρκικές σχέσεις) μπορεί να υπάρξει διαφορετική προσέγγιση από πλευράς ΗΠΑ για τον τουρκικό επεκτατισμό.

Λαμβάνοντας υπόψη την πλήρη υποστήριξη που παρέχει ο πρόεδρος Τραμπ στον Ταγίπ Ερντογάν και στις ισλαμοφασιστικές πρακτικές του, μια αμερικανική διαμεσολάβηση στα λεγόμενα ελληνοτουρκικά -σε όποιο επίπεδο και σε όποιο πλαίσιο και να εκδηλωθεί- ενδέχεται να έχει πολύ επικίνδυνες επιπτώσεις.

Την ίδια στιγμή όμως, η Ουάσινγκτον γενικότερα βρίσκεται σε μια διαδικασία είτε διαφοροποίησης είτε μεγάλης αλλαγής στην εξωτερική πολιτική της που αφορά την Τουρκία και όλα τα ζητήματα που σχετίζονται με αυτή τη χώρα.

Από τη μια, στις ΗΠΑ συνεχίζουν να υποστηρίζουν ότι πρόκειται για μια «πολύτιμη σύμμαχο», επιδιώκοντας να την κρατήσουν στη δυτική συμμαχία και από την άλλη, νιώθουν ότι «δεν πάει άλλο» με τις αντιαμερικανικές επιλογές του Ερντογάν (αγορά S-400, εισβολή στη Συρία κλπ).

Μπορεί λοιπόν στην ουσία τίποτα να μην άλλαξε σε σχέση με το υπόβαθρο που αντιλαμβάνονται το ρόλο και τη σημασία της Τουρκίας, αλλά συνάμα και πολλά πράγματα να είναι πλέον πολύ διαφορετικά.

Άρα, μια αμερικανική διαμεσολάβηση είναι πιθανό να κρύβει συνηθισμένους κινδύνους, αλλά και κάποιες εκπλήξεις.

Στο τέλος της ημέρας όμως, εκείνο που μετράει και από το οποίο εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό η συμπεριφορά του κάθε διαμεσολαβητή είναι η στάση της Ελλάδας.

Γι’ αυτό, ανεξάρτητα από τις αμερικανικές προθέσεις και τις ενδεχόμενες πρωτοβουλίες, επιβάλλεται να διαμορφωθεί αρραγές εσωτερικό μέτωπο, με συγκροτημένη εθνική στρατηγική. Η Αθήνα να ξεκαθαρίσει προς πάσα κατεύθυνση ότι δεν διαπραγματεύεται τα κυριαρχικά δικαιώματά της.

 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *