Εκλογολογία χωρίς αντίκρισμα: Το πολιτικό σκηνικό, ο «Κανένας» και τα αναγκαία συμπεράσματα

Του ΡΟΥΝΤΙ ΡΙΝΑΛΝΤΙ

Έχουμε εισέλθει πλέον κανονικά σε επίσημη προεκλογική περίοδο. Ενενήντα μέρες μένουν για τη διεξαγωγή των ευρωεκλογών και του πρώτου γύρου των αυτοδιοικητικών την ίδια μέρα, στις 26 Μαΐου. Διευκρινίστηκε ακόμα ότι οι ευρωεκλογές θα γίνουν με σταυρό, κι όχι με λίστα. Μένει να δούμε και την ημερομηνία των βουλευτικών, ο Μάρτιος θα το δείξει κι αυτό. Έχουν γίνει πάντως όλες οι προετοιμασίες και εξτρά παραγγελίες για παραβάν, κάλπες, αλλά και διαφορετικού χρώματος χαρτί, ώστε να μην μπερδεύονται οι ψηφοφόροι.

Ήδη, αναγγέλλονται συνδυασμοί και δίνονται στη δημοσιότητα μερίδες υποψηφίων. Είναι φανερό πως πρέπει να φτιαχτεί κλίμα, ώστε να εμπλακεί ένα εκλογικό σώμα, μάλλον αδιάφορο και αρκετά αηδιασμένο με όσα βλέπει κι ακούει. Με τις επαναλήψεις των «Θα» και επιχειρημάτων που έχουν βγει από κωμωδίες του ελληνικού κινηματογράφου του ‘50 και του ’60 του περασμένου αιώνα…

Βολικός και ανάπηρος διπολισμός

Τα δύο μεγάλα κόμματα, η Ν.Δ. κι ο ΣΥΡΙΖΑ, βολεύονται με το στήσιμο ενός επιφανειακού διπολισμού που θα εμφανίζει τις δυο παρατάξεις να μάχονται για ιδεώδη και καθαρές λύσεις, τη στιγμή που είναι δεδομένο το γενικό πλαίσιο της διαχειριστικής πολιτικής. Η χώρα πορεύεται στις συμπληγάδες οικονομικών και γεωπολιτικών προβλημάτων, «θωρακισμένη» στον γύψο ευρωκρατών και νατοϊκών επικυρίαρχων. Το πολιτικό διαχειριστικό προσωπικό, δεν έχει περιθώρια επιλογών ή άλλης πολιτικής σε κανέναν από τους καθοριστικούς τομείς. Αυτό είναι πασίγνωστο. Το γνωρίζουν πολύ καλά κι όσοι στο όνομα της μιας ή της άλλης παράταξης σκίζουν τα ιμάτιά τους περί του αντιθέτου σε κανάλια, ομιλίες και άρθρα.

Αυτός είναι ο κύριος λόγος που η εκλογολογία γίνεται χωρίς κανένα πραγματικό αντίκρισμα για την αντιμετώπιση των βασικών προβλημάτων της χώρας ή της κοινωνίας. Επομένως, ψεύδονται οι δύο πρωταγωνιστές για τη διαμετρικά διαφορετική τάχα πολιτική που αντιπροσωπεύει ο ένας έναντι του άλλου. Η νομή της εξουσίας και το ποιος θα διαχειριστεί προς ίδιον όφελος την πορεία της χώρας, είναι που τους χωρίζει. Αυτό δεν έχει βέβαια καμιά σχέση με τη διέξοδο από τα δεσμά που οι δύο παρατάξεις και ολόκληρο το πολιτικό σύστημα υπηρέτησαν επί 10 χρόνια, δοκιμάζοντας όλες τις δυνατές επιλογές και συνεργασίες.

Τώρα, δεν αποκλείεται αυτό το απονομιμοποιημένο σε μεγάλο μέρος της κοινωνίας πολιτικό σύστημα, να αναγκαστεί να δοκιμάσει λύσεις τύπου «μεγάλου συνασπισμού», όπως έγινε στην Γερμανία. Εκεί, προεκλογικά σοσιαλιστές και δεξιοί ορκίζονταν ότι δεν υπάρχει περίπτωση συνεργασίας. Τους ίδιους όρκους έδιναν κι όταν είδαν το εκλογικό αποτέλεσμα. Μετά από μακρόχρονες διαβουλεύσεις, κι αφού ο σκληρός πυρήνας του γερμανικού κατεστημένου πρόσταξε, ξέχασαν τους όρκους και έφτιαξαν μαζί κυβερνητικό σχήμα. Υπάρχει τέτοια περίπτωση στην Ελλάδα;

Εδώ βέβαια δεν είναι Γερμανία, ούτε κάνει κουμάντο μόνη της μια ισχυρή εγχώρια ελίτ. Σε μια χώρα εγγενώς εξαρτημένη, μια «εμφυλιοπολεμική» και διχαστική κατάσταση, μαζί με το «μπάχαλο» που παράγει, μάλλον εξυπηρετεί περισσότερο. Ποιος όμως μπορεί να αποκλείσει αυτό το ενδεχόμενο, με όσα έχουν δει τα μάτια μας; Είναι πιθανό, πρώτον, αν δεν μπορεί να σχηματιστεί κυβέρνηση μετά τις εκλογές. Ύστερα, μπορεί να καταστεί μονόδρομος αν οξυνθούν διάφορα εθνικά ζητήματα και απειλές. Τρίτο, μπορεί υπό όρους να καταστεί βολικό σενάριο για τους προστάτες, Γερμανούς και Αμερικανούς.

Η αναπηρία του νέου διπολισμού, έχει να κάνει κυρίως με τη βαθιά κρίση αντιπροσώπευσης και την αποστασιοποίηση του κόσμου από το πολιτικό σύστημα γενικώς. Με υλικά φορεμένα ξανά, με πρόσωπα φθαρμένα, χωρίς οράματα και κινούσες ιδέες, με τσαλαπατημένη και ταπεινωμένη πολλαπλά την κοινωνία, δεν είναι εύκολο να περπατήσει και να είναι αποτελεσματικός ο διπολισμός των συγκεκριμένων πρωταγωνιστών.

Αυτός ο ταλαιπωρημένος και τόσο χλευασμένος «Κανένας», καλά κρατεί μέχρι τώρα. Δείχνει την παρουσία του, όχι απλά στις μετρήσεις και στα γκάλοπ, αλλά καθημερινά. Στις αγορές, στις στάσεις, στις παρέες, στα σπίτια. Η μούντζα που πέφτει, πάει μαζί με την αηδία και την αγανάκτηση. Ποιον να πρωτοβρίσεις; Τον Πολάκη ή τον Ν. Γεωργιάδη. Την Ακριβοπούλου και τον Βαξεβάνη ή τον Πορτοσάλτε και τον Άδωνη; Γιατί να πρέπει να καταδικάσεις όσους διαμαρτύρονται για το ξεπούλημα της Μακεδονίας σε κάθε επίσκεψη κυβερνητικού στελέχους από τη Λάρισα και πάνω; Μετά, όλους τους βαφτίζουν φασίστες, παρακρατικούς κι εθνικιστές.

Η Ν.Δ. κρατά ένα χαμηλό προφίλ, προσπαθώντας να αποφύγει παγίδες, ώστε να μπορέσει να αντλήσει από τον κεντρώο χώρο μερικά ποσοστά. Ποσοστά απαραίτητα, αφού δεν έχει δημιουργήσει ρεύμα υπέρ της, και έχει να αντιμετωπίσει την επίθεση του ΣΥΡΙΖΑ. Ο οποίος επιμένει να εμφανίζεται σαν εγγυητής του προοδευτικού πόλου που έχει ανάγκη ο τόπος για να φράξει τον δρόμο στην Ακροδεξιά και τον νεοφιλελευθερισμό σε Ελλάδα και Ευρώπη. Ο λόγος αυτός μοιάζει πειστικός ρητορικά, αλλά ξεχνά να αναφέρει κάποια πράγματα.

Πρώτον, ότι συντάσσεται με Μέρκελ και Μακρόν στην Ευρώπη (που τάχα κι αυτοί παλεύουν ενάντια στην Ακροδεξιά αλλά όχι στον νεοφιλελευθερισμό). Έπειτα, ο ΣΥΡΙΖΑ πολεμά την «Ακροδεξιά» μόνο στο πρόσωπο της Ν.Δ., ενώ κάνει γαργάρα όποια αποφασιστική στάση απέναντι σε Χ.Α. και άλλους ακροδεξιούς σχηματισμούς, αφού αυτοί θα κόψουν ψήφους από την Ν.Δ. Και φυσικά, τον νεοφιλελευθερισμό τον εφαρμόζει, διατηρώντας μόνο σαν προκάλυμμα το «επιδοματικό» μοίρασμα της φτώχειας. Ο σκληρός επιχειρηματικός κόσμος της χώρας, αλλά και οι δανειστές – τοκογλύφοι των διεθνών οργανισμών, δεν έχουν να φοβηθούν τίποτα από τον ΣΥΡΙΖΑ και τη Ν.Δ. Κι οι δυο τους προσφέρουν όσα θέλουν, και μάλιστα πρόθυμα. Ειδικά τον πρώτο, τον εκθειάζουν διαρκώς, από τότε που έφερε «μνημόνιο χωρίς πεζοδρόμιο»…

Η θυσία του ΚΙΝΑΛ

Τα μικρά κόμματα, ένοιωσαν τον διεμβολισμό των δύο «μεγάλων» και τη διάλυση των κοινοβουλευτικών τους ομάδων. Το «Μακεδονικό» δεν δημιούργησε προβλήματα στη Ν.Δ., όπως σχεδίαζε ο Τσίπρας, γι αυτό και στη συνέχεια χρησιμοποιήθηκε για τη διάλυση των ΑΝΕΛ και του Ποταμιού. Τώρα, αφού το Μαξίμου λαμβάνει τις μετρήσεις, ειδικά στη Βόρεια Ελλάδα, κατανοεί πως η δεξαμενή από την οποία μπορεί να αντλήσει ψήφους είναι το ΚΙΝΑΛ. Θέλει να κόψει την τάση επανόδου ψηφοφόρων στο ΠΑΣΟΚ και να δημιουργήσει όρους συμμαχιών που θα χρειαστεί μετεκλογικά.

Το «προοδευτικό μέτωπο» είναι το όχημα συγκράτησης διαρροών και επίτευξης ενός αξιοπρεπούς αποτελέσματος, άρα και βάση για τις μετεκλογικές εξελίξεις. Η ηγεμονία στον κεντροαριστερό χώρο, η συρρίκνωση συνομιλητών και πιθανών ανταγωνιστών, είναι η γνώστη μέθοδος που ακολουθεί ο Τσίπρας. Το ΚΙΝΑΛ πιέζεται αφόρητα και οδηγείται, προκειμένου να διατηρήσει κάποιο ποσοστό, να κάνει «διμέτωπο» απέναντι σε ΣΥΡΙΖΑ και Ν.Δ.

Έτσι, βρισκόμαστε στην εξής ιδιότυπη φάση. Ενώ το ΚΙΝΑΛ πόνταρε σε μια καθίζηση του ΣΥΡΙΖΑ και φαντασιωνόταν μια ισχυροποίηση που θα του έδινε τη δυνατότητα να συνδιαλλαγεί μαζί του μετεκλογικά, τώρα αμύνεται μπροστά στην ολομέτωπη επίθεση της Κουμουνδούρου. Κατηγορείται λοιπόν ότι με τη γραμμή της στρατηγικής ήττας του ΣΥΡΙΖΑ, προωθεί την συνεργασία με τη Ν.Δ., δηλαδή επιλέγει τον πόλο της Ακροδεξιάς και του νεοφιλελευθερισμού.

Η κίνηση «Γέφυρα» στήθηκε άρον-άρον, αλλά έφερε αντίθετα αποτελέσματα προς το παρόν. Ανάγκασε τον ΓΑΠ αλλά και τον Λαλιώτη (παρ’ όλο που αυτοί υποστηρίζουν τη σύγκλιση με το ΣΥΡΙΖΑ) να αντιδράσουν στην «φαγοκυττάρωση» που προώθησε ο Τσίπρας. Έτσι, προς το παρόν, έκοψαν τις γέφυρες. Το ΚΙΝΑΛ κι η Γεννηματά, δεν μπορούν να στραφούν προς τα δεξιά, δηλαδή να συνεργαστούν με τη Ν.Δ., κι αφού μαίνεται ο πόλεμος με τον Τσίπρα, το αποτέλεσμα θα είναι άλλο, να ανεβούν οι μετοχές του ΓΑΠ εντός ΚΙΝΑΛ.

Και λοιπόν;

Απέναντι σε αυτή την αποπνικτική ατμόσφαιρα, τι άλλο αντιπαρατίθεται; Σωρεία ψηφοδελτίων και υποψηφιοτήτων που υπόσχονται ότι θα επιλύσουν τα προβλήματα. Πολλά ψηφοδέλτια, για κάθε γούστο, σαν να υπάρχουν πολλές διαφορετικές λύσεις και προτάσεις (που όμως καθόλου δεν φαίνονται στον ορίζοντα) και το μόνο που μένει στον πολίτη είναι να κάνει την πρέπουσα επιλογή. Να ρίξει το σωστό ψηφαλάκι στην κάλπη. Και λοιπόν; Ας διαλέξει ο καθένας ό,τι τον εκφράζει, όποιον νομίζει ότι κάτι έχει να πει και να κάνει. Κι αν δεν βρίσκει κανέναν, ας αναρωτηθεί το γιατί.

Τι πραγματικά χρειάζεται, τι είναι εσπευσμένα αναγκαίο; Πρώτο, να βγουν 2-3 γερά θεμελιωμένα συμπεράσματα για τη δεκαετία που πέρασε. Δεύτερο, να κατανοήσουμε τι γίνεται, τι συμβαίνει και τι μας απειλεί επικίνδυνα. Τρίτο, να πράξουμε ποιοτικά διαφορετικά. Και τα τρία μαζί, όχι το καθένα χώρια και ξεκομμένα. Το κλειδί πάντως είναι η ποιότητα που τόσο λείπει. Όσοι δεν το αισθάνονται, είναι καταδικασμένοι. Όσοι το κατανοούν, θα καταλαβαίνουν και την ανάγκη κάτι να γίνει, αλλά σίγουρα διαφορετικό, και στη μορφή και στο περιεχόμενο.

ΠΗΓΗ: e-dromos.gr

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *