Ελλάδα και Κύπρος διαθέτουν στρατηγικά πλεονεκτήματα για να αποτρέψουν τους τουρκικούς σχεδιασμούς

US President Donald J. Trump speaks during a meeting with members of his Cabinet in the Cabinet Room of the White House in Washington, DC, USA, 02 January 2019. EPA, MICHAEL REYNOLDS

Του ΣΤΕΦΑΝΟΥ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΙΔΗ

Η απόφαση του Αμερικανού Προέδρου Ντόναλντ Τραμπ να αποσύρει τα αμερικανικά στρατεύματα από τη Συρία δημιούργησε αβεβαιότητα και σύγχυση στην περιοχή της Μέσης Ανατολής και ειδικότερα της Ανατολικής Μεσογείου.

Σε εξέλιξη βρίσκονται διπλωματικές κινήσεις και έντονες παρασκηνιακές διαβουλεύσεις τόσο από αραβικές χώρες όσο και από το Ισραήλ για να εμποδιστεί η Τουρκία να εισβάλει στη Συρία. Την ίδια ώρα οι Κούρδοι διαπραγματεύονται με τη Δαμασκό και κάλεσαν τον Σύρο Πρόεδρο Μπασάρ αλ Άσαντ να στείλει στρατεύματα στην περιοχή τους και να αποκαταστήσει τη συριακή κυριαρχία στην πόλη Μάνμπιτζ που απειλεί να καταλάβει η Τουρκία.

Η κυβέρνηση της Συρίας ανακοίνωσε ότι στρατεύματά της έφτασαν ήδη στη Μάνμπιτζ κάτι που διέψευσαν οι Αμερικανοί που βρίσκονται ακόμη στην πόλη. Φαίνεται μάλλον ότι συριακά στρατεύματα έφτασαν στην περιοχή χωρίς να εισέλθουν όμως στην πόλη. Οι Ρώσοι οι οποίοι αποτελούν το κλειδί στην υπόθεση αυτή, επειδή χωρίς τη συγκατάθεσή τους η Τουρκία δεν μπορεί να εισβάλει στη Συρία, χαιρέτησαν την ενέργεια αυτή του συριακού καθεστώτος.

  • Την ίδια ώρα οι υπουργοί Εξωτερικών και Άμυνας Μεβλούτ Τσαβούσογλου και Χουλουσί Ακάρ της Τουρκίας βρίσκονταν στη Μόσχα σε μια προσπάθεια να πάρουν το πράσινο φως για την εισβολή, κάτι που δεν φαίνεται να έχουν πετύχει. Και ενώ οι Τούρκοι έχουν μαζέψει στρατεύματα στα σύνορα με τη Συρία, φαίνεται ότι και στην Ουάσινγκτον κάτω από την πίεση που δέχεται ο Τραμπ για την αψυχολόγητη ενέργειά του, γίνεται λόγος για καθυστέρηση της απόσυρσης των αμερικανικών στρατευμάτων. Η πίεση αυτή προέρχεται τόσο από το αμερικάνικο πολιτικό και στρατιωτικό κατεστημένο όσο και από το Ισραήλ.

Σε μια άλλη εξέλιξη διέρρευσε η πληροφορία που αν επαληθευτεί ανατρέπει τα δεδομένα, ότι η Αίγυπτος ετοιμάζεται –μαζί με τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα– να στείλει στρατεύματα στην περιοχή. Γεγονός είναι πάντως ότι τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα ανακοίνωσαν ότι θα επανανοίξουν την πρεσβεία τους στη συριακή πρωτεύουσα, ενώ φαίνεται ότι και άλλες αραβικές χώρες ετοιμάζονται να αποκαταστήσουν τις σχέσεις τους με τη Συρία. Ακόμη συζητείται η επάνοδος της Συρίας στον Αραβικό Σύνδεσμο από τον οποίο είχε αποκλειστεί.

Όλα αυτά δείχνουν μια κατάσταση ρευστή που μάλλον δεν φαίνεται να εξελίσσεται –τουλάχιστον για την ώρα– σύμφωνα με τους τουρκικούς σχεδιασμούς.

  • Εντούτοις τόσο στην Αθήνα όσο και στη Λευκωσία επικρατεί έντονος προβληματισμός για το φλερτ Ερντογάν – Τραμπ. Ενώ ο Ερντογάν μπορεί να σηκώνει το τηλέφωνο και να μιλεί στον Τραμπ, τέτοια πρόσβαση δεν υπάρχει από ελληνικής πλευράς. Επιπλέον φαίνεται ότι ανάμεσά τους έχει δημιουργηθεί μια τέτοια σχέση που ο Τούρκος ηγέτης καταφέρνει να περνά τα μηνύματά του στον Αμερικανό Πρόεδρο.

Είναι γεγονός ότι ο Νίκος Κοτζιάς, παρά τα όποια σφάλματά του, είχε καταφέρει να οικοδομήσει στενές σχέσεις στην Ουάσινγκτον, μέχρι και τις παρυφές του Λευκού Οίκου. Τους παράγοντες όμως με τους οποίους αναπτύχθηκαν αυτές οι σχέσεις έχει αποδεκατίσει ο Τραμπ, ειδικά τους υπουργούς Εξωτερικών Ρεξ Τίλερσον και Άμυνας Τζιμ Μάτις. Η Ελλάδα έχει προσφέρει πολλά στους Αμερικανούς, τόσο στα Βαλκάνια με τη συμφωνία των Πρεσπών όσο και στη Μέση Ανατολή με τη συμμετοχή της στον άξονα με το Ισραήλ. Σε σημείο που οδηγήθηκαν, για πρώτη φορά στη μεταπολίτευση, σε άσχημη κατάσταση εξαιτίας αυτού, οι σχέσεις της Αθήνας με τη Μόσχα.

Το ίδιο ισχύει και για την Κύπρο που θυσίασε πολλαπλά οικονομικά συμφέροντά της –και όχι μόνο– με τους Ρώσους, ικανοποιώντας αμερικανικά αιτήματα. Δεν φαίνεται όμως να έχουν υπάρξει σοβαρά ανταλλάγματα, πέραν από κάποιες αόριστες υποσχέσεις και μάλιστα από αξιωματούχους της κυβέρνησης Τραμπ που έχουν αποπεμφθεί. Κανείς δε, δεν μπορεί να είναι σίγουρος ότι στην τηλεφωνική συνομιλία Τραμπ – Ερντογάν δεν συζητήθηκαν και θέματα που αφορούσαν την Ελλάδα και την Κύπρο. Τον Ιανουάριο του 2004, πάντως, σε μία αντίστοιχη τηλεφωνική συζήτηση Ερντογάν με τον τότε πρόεδρο Μπους, η Τουρκία πέτυχε την προσαρμογή του Σχεδίου Ανάν στις δικές της ανάγκες και επιδιώξεις. Τίποτε δεν μπορεί να αποκλείσει να προσφερθεί η Κύπρος ως Ιφιγένεια στην Τουρκία κάποια στιγμή για την αποκατάσταση των αμερικανοτουρκικών σχέσεων. Το χειρότερο, Αμερκανοί, Βρετανοί και ΝΑΤΟ μας θεωρούν σαν δεδομένους και πειθήνιους, κάτι που δεν συμβαίνει με την Άγκυρα. Εμείς συνηθίζουμε να βάζουμε όλα μας τα αβγά στο ίδιο καλάθι!

Εντούτοις και υπό τις νέες συνθήκες τίποτε δεν έχει χαθεί. Ελλάδα και Κύπρος διαθέτουν ισχυρά χαρτιά, αρκεί να τα χρησιμοποιήσουν σωστά. Πρώτα στην Ουάσινγκτον κρατώντας ανοιχτές τις πόρτες με τον περίγυρο Τραμπ και ταυτόχρονα έχοντας ανοιχτό δίαυλο με το Κογκρέσο και συντονίζοντας όσο γίνεται τις ενέργειές τους με το Ισραήλ. Κατά κύριο λόγο όμως να εντείνουν και να πολλαπλασιάσουν τις τριμερείς ή και άλλης μορφής συνεργασίες με το Ισραήλ και τις αραβικές χώρες, να πολλαπλασιάσουν τις επαφές και τις κοινές δράσεις με χώρες όπως η Γαλλία και να κρατήσουν διαύλους συνεργασίας με τη Μόσχα.

Είναι λάθος να θεωρείται τη Μόσχα δεδομένη στην Άγκυρα. Υπάρχουν και ρωγμές στις σχέσεις τους που πρέπει να εκμεταλλευτούμε και επιπλέον οι Ρώσοι δεν έχουν λόγους να μην κρατήσουν κάποιες ισορροπίες στις σχέσεις τους ανάμεσα σε μας και την Τουρκία. Ας παραδειγματιστούμε από το Ισραήλ που μολονότι είναι ο στενότερος σύμμαχος των ΗΠΑ στην περιοχή αναπτύσσει την ίδια ώρα τις σχέσεις του με τη Μόσχα και το Πεκίνο.

  • Οι περισσότεροι αναλυτές θεωρούν ότι η κατάσταση στο Αιγαίο βρίσκεται μάλλον υπό έλεγχο και ότι η Τουρκία θα ρίξει το βάρος της στην Ανατολική Μεσόγειο αυτή τη στιγμή. Γι’ αυτό και η αμερικανοτουρκική προσέγγιση απειλεί περισσότερο την Κύπρο.

Η Τουρκία όμως δεν είναι άτρωτη. Ελλάδα και Κύπρος διαθέτουν στρατηγικά πλεονεκτήματα και σε συνεργασία με άλλους περιφερειακούς παίκτες, αλλά και παίκτες του ευρύτερου πλανητικού συστήματος, μπορούν να αποτρέψουν τους τουρκικούς σχεδιασμούς. Αρκεί να σφυρηλατηθεί και το εσωτερικό κυπριακό μέτωπο ενάντια σε μια λύση αμερικανοτουρκικών, βρετανικών και ΝΑΤΟϊκών προδιαγραφών.

 

* Πανεπιστημιακός, διευθυντής του Κέντρου Ελληνικών Ερευνών Καναδά – ΚΕΕΚ και μέχρι πρόσφατα επιστημονικός συνεργάτης του ΕΔΙΑΜΜΕ στο Πανεπιστήμιο Κρήτης.

stephanos.constantinides@gmail.com

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *