Ελληνική εξωτερική πολιτική

Το Πανεπιστήμιο Αθηνών. Φωτογραφία kathimerini.gr

Του Στέφανου Κωνσταντινίδη*

Υπάρχει πάντα μια επιμονή όταν μιλάμε για την ελληνική εξωτερική πολιτική να αναφερόμαστε στις ελληνοτουρκικές σχέσεις. Ως ένα σημείο είναι κατανοητό. Οι σχέσεις με αυτή τη χώρα μας ταλαιπωρούν μονίμως. Και μας υποχρεώνουν σε συγκρίσεις μαζί της. Από την άλλη βέβαια θα πρέπει κάποτε να κατανοήσουμε ότι υπάρχει και μια προβληματική για όσα συμβαίνουν στον υπόλοιπο  κόσμο που πάει πέρα από την Τουρκία και την οποία δεν μπορούμε να αμελούμε. Η συμμετοχή μας στα διεθνώς δρώμενα μας κάνει πιο αξιόπιστους όταν μιλάμε για τα προβλήματα που έχουμε με την Τουρκία. Άλλωστε σε κάποια θέματα, αν όχι στα περισσότερα, η Ελλάδα ξέρει μόνο ένα δρόμο, η πολιτική της είναι προβλέψιμη και συνοψίζεται στο γνωστόν εκείνο  «ημείς ανήκομεν εις την Δύσιν».  Μάταια προσπάθησε να το αλλάξει ο Ανδρέας Παπανδρέου με το «η Ελλάδα ανήκει στους Έλληνες». Το κύριο χαρακτηριστικό της ελληνικής εξωτερικής είναι η μονολιθικότητα.Φαίνεται ότι πολύ λίγα κληρονομήσαμε από την υψηλή βυζαντινή στρατηγική που μάλλον την αξιοποιούν οι απέναντι μας στο Αιγαίο. Λίγα φαίνεται να έχουμε κληρονομήσει και από την αρχαία Ελλάδα,από τον πολυμήχανο Οδυσσέα. Αλλά ούτε και την ευρωπαϊκή παράδοση καταφέραμε να αφομοιώσουμε σωστά και δημιουργικά κι ας διακηρύσσουμε στεντορεία τη φωνή ότι ανήκουμε στη Δύση. Η εμμονή μας βέβαια στο διεθνές δίκαιο είναι σωστή. Δεν φαίνεται όμως  να κατανοούμε ότι δεν υπάρχει και διεθνής αστυνομία να το εφαρμόσει και επομένως η εφαρμογή του επαφίεται και στις δικές μας δυνατότητες, διπλωματικές αλλά και αποτρεπτικές.

Διανύουμε  μια γεωπολιτική ρευστότητα, ζούμε σε ένα μεταβαλλόμενο γεωπολιτικό περιβάλλον, οι βεβαιότητες έχουν εκλείψει, ευαισθησίες για την παραβίαση του διεθνούς δικαίου δεν υπάρχουν και εκεί που εγείρονται είναι α λα κάρτ.  Όπως για παράδειγμα με αφορμή την Ουκρανία επειδή αυτό εξυπηρετεί τις αυτοκρατορικές βλέψεις των ΗΠΑ, ενώ η κατοχή στην Κύπρο είναι αποδεκτή, όπως αποδεκτή είναι και η σφαγή των Κούρδων και άλλων λαών.Δεν υπάρχει καμιά ευαισθησία στην περίπτωση τους για την κατάφωρη παραβίαση του διεθνούς δικαίου. Κάτω από αυτές τις συνθήκες είναι ανάγκη να θυμηθούμε τον πολυμήχανο αρχαίο πρόγονο μας τον Οδυσσέα. Η πολυμηχανία του μας είναι όσο ποτέ άλλοτε αναγκαία μέσα σε αυτό το συνεχώς μεταβαλλόμενο περιβάλλον, προκειμένου να επιβιώσουμε.

Η μονομέρεια της ελληνικής εξωτερικής είναι παροιμιώδης. Της λείπει η ευλυγισία και η κινητικότητα. Όποιος μελετά την τουρκική εξωτερική πολιτική διαπιστώνει ακριβώς το αντίθετο. Πολυμέρεια, οβιδιακές μεταμορφώσεις όταν αυτό κριθεί αναγκαίο, π.χ.απέναντι στο Ισραήλ, την Αίγυπτο και την Σαουδική Αραβία, τολμηρά βήματα και εξισορρόπηση των σχέσεων με το ΝΑΤΟ και τις ΗΠΑ με αυτές με την Ρωσία, έντονη παρουσία σε πολλαπλά διεθνή βήματα από τα οποία η Ελλάδα απουσιάζει. Βεβαίως η τουρκική πραγματικότητα, γεωπολιτική, ιστορική, οικονομική, δημογραφική και όχι μόνο, είναι πολύ διαφορετική από τη δική μας και κανείς δεν θα πρότεινε να την αντιγράψουμε. Χρειάζεται όμως να ξεφύγουμε από την μονομέρεια και την μονολιθικότητα και να βρούμε τον μέσο δρόμο, να εφεύρουμε τον ελληνικό δρόμο μέσα σε αυτό το ρευστό και πολυδαίδαλο διεθνές σύστημα. Αυτό δεν σημαίνει εγκατάλειψη συμμαχιών. Σημαίνει όμως ότι προηγείται το εθνικό  συμφέρον του συμμαχικού και ότι οι συμμαχίες δεν μας εμποδίζουν να το διεκδικήσουμε, όπου και όταν χρειάζεται. Σημαίνει επίσης ότι οι συμμαχίες αυτές   δεν επαρκούν για την πλήρη προστασία των ζωτικών ελληνικών συμφερόντων, σε σχέση ειδικά με τον τουρκικό αναθεωρητισμό. Η ελληνική εξωτερική πολιτική δεν μπορεί, με την έννοια αυτή, να είναι ιδεοληπτική αλλά να προσαρμόζεται στις μεταβαλλόμενες διεθνείς συνθήκες.

Μια ομάδα Ελλήνων διεθνολόγων έθεσε ψηλά τον πήχυ «εξευρωπαϊσμού» της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής σε μια εποχή που η Ευρώπη δεν περνούσε τη σημερινή κρίση και κατάθλιψη. Θεωρητικοποιούσε ουσιαστικά την μονομερή ευρωπαϊκή πολιτική Σημίτη που άφηνε  εκτός  ελληνικής προοπτικής την Ανατολική Μεσόγειο και την ευρύτερη Μέση Ανατολή που ήταν ο  φυσιολογικό χώρος της Ελλάδας. Αυτή η τάση «εξευρωπαϊσμού» είχε το μειονέκτημα ενός μιμητισμού χωρίς δημιουργική πνοή και χωρίς δική της δυναμική. Τα αποτελέσματα αυτού του ευρωπαϊκού «μονωτισμού» φάνηκαν πολύ σύντομα αφού αφέθηκε ανενόχλητη η Τουρκία να δρα ανενόχλητη σε αυτή τη μικρή Ανατολή και τώρα γίνεται προσπάθεια επανόρθωσης με τα  διάφορα σχήματα  συνεργασίας σε αυτό τον σημαντικό γεωπολιτικό χώρο.

Η ελληνική εξωτερική πολιτική αντιμετωπίζει επίσης ένα πρόβλημα θεσμικής διάστασης. Της λείπει διαχρονικά  το λειτουργικό θεσμικό πλαίσιο  διαμόρφωσης και άσκησής της. Γενική είναι η διαπίστωση ότι οι μηχανισμοί της δεν λειτουργούν με τον καλύτερο δυνατό τρόπο και δεν υπάρχουν  όργανα στρατηγικού σχεδιασμού και χειρισμού κρίσεων σε εθνικό επίπεδο.

Τέλος δύο σημαντικοί παράγοντες που θα μπορούσαν να επενεργήσουν θετικά στη διαμόρφωση της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής είναι η ελληνική διασπορά και η ελληνική εμπορική ναυτιλία.

Η ελληνική διασπορά είναι η προέκταση του οικουμενικού ελληνισμού και συμβάλει θετικά στην προώθηση και επίτευξη των στόχων  της Ελλάδας σε διεθνές επίπεδο. Μέχρι την Μικρασιατική Καταστροφή ο ρόλος της υπήρξε καταλυτικός στην ανάπτυξη και τη διαμόρφωση του ελληνικού κράτους. Αλλά και μεταγενέστερα ως τις μέρες μας συνέχισε μια πολύτιμη προσφορά. Φυσικά έχει και αυτή τις αδυναμίες της, δομικές και άλλες. Το κυριότερο όμως είναι ότι ούτε η Αθήνα, ούτε και η Λευκωσία ήξεραν ποτέ τι ακριβώς ήθελαν και τι ζητούσαν από αυτή τη διασπορά, όταν δεν την αποπροσανατόλιζαν κιόλας  με την αλλοπρόσαλλη πολιτική τους. Με μια ορθολογική διαχείριση η ελληνική διασπορά και ειδικά το ελληνοαμερικανικό λόμπι, θα μπορούσαν να ήταν ένα ελληνικό υπερόπλο.

Η ελληνική εμπορική ναυτιλία είναι επίσης μια σημαντική δύναμη. Κατέχει 17% μερίδιο αγοράς στον παγκόσμιο στόλο (πρώτη θέση).Ούτε και αυτή αντιμετωπίστηκε ορθολογικά με το επιπλέον μειονέκτημα ότι οι Έλληνες εφοπλιστές επωφελούνται της στήριξης του ελληνικού κράτους αλλά αποφεύγουν  να συμβάλουν στις ανάγκες του επωφελούμενοι των φορολογικών παραδείσων που έχουν στη διάθεση τους.

 

ΥΓ Αν ο Αναστασιάδης συνθηκολογούσε στο Κραν Μοντανά,αποδεχόμενος την παραμονή τουρκικού στρατού στην Κύπρο και τις τουρκικές εγγυήσεις, αυτοί που τον κατηγορούν σήμερα για διαφθορά δεν θα έβγαζαν άχνα. Μάλλον θα έγραφαν  βιβλία να τον δοξολογούν σήμερα. Άλλωστε ήταν συνεργάτες του, δεν έβλεπαν ως τότε τη διαφθορά; Κι ακόμη χειρότερο δεν γνώριζαν τίποτε για τη διαφθορά πριν γίνουν συνεργάτες του; Όταν βούϊζε το παζάρι;

 

*Πανεπιστημιακός, συγγραφέας της μυθιστορηματικής τριλογίας ΝΟΜΑΔΑΣ, Αθήνα, Εκδόσεις Βακχικόν, 2017-2019. Τώρα κυκλοφορεί και το νέο του μυθιστόρημα,  ΓΡΑΜΜΑ ΣΤΟΝ ΑΝΤΩΝΗ ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ/ΣΤΟ ΥΦΑΝΤΟ ΤΟΥ ΄21, από τον ίδιο εκδοτικό οίκο.  Email, Stephanos.constantinides@gmail.com

 

 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *