Ελληνοτουρκικά: Τα σημάδια που προμηνύουν αλλαγή πλεύσης της κυβέρνησης – Αμείλικτα ερωτήματα

Το τουρκικό ερευνητικό σκάφος Orus Reis. Photo via Twitter, υπουργείο Άμυνας Τουρκίας

Του ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ΑΠΟΣΤΟΛΟΥ- ΚΑΤΣΑΡΟΥ

Τα σημάδια τα οποία προμηνύουν αλλαγή πλεύσης της κυβέρνησης στα ελληνοτουρκικά πληθαίνουν ολοένα και περισσότερο τον τελευταίο καιρό. Αλλαγή η οποία ήδη της δημιουργεί εσωτερικούς τριγμούς τους οποίους δείχνει έως τώρα να απορροφά. Δημοσιεύματα κάνουν λόγο ακόμη και για διάρρηξη των σχέσεων του πρωθυπουργού Κ. Μητσοτάκη με το Ν. Δένδια, επειδή ο Έλληνας ΥΠΕΞ φέρεται να πληροφορήθηκε από την δημόσια ομολογία του Τούρκου ΥΠΕΞ Μ. Τσαβούσογλου σχετικά με την μυστική επαφή/συμφωνία που πραγματοποιήθηκε στο Βερολίνο μεταξύ των διπλωματικών εκπροσώπων της Καγκελαρίου, του Έλληνα πρωθυπουργού, και του προέδρου της Τουρκίας. Η παρέμβαση του πρωθυπουργού Κ. Μητσοτάκη στο συνέδριο του Economist εγείρει επίσης αρκετά ερωτήματα σχετικά με την ακολουθούμενη εθνική στρατηγική, η οποία φαίνεται να μεταλλάσσεται -ή σταδιακά αποκαλύπτεται- ειδικά μετά τις παράνομες σεισμογραφικές έρευνες για διάστημα 33 ημερών του «Oruc Reis» επί της ελληνικής υφαλοκρηπίδας, και αφού πλησίασε σε απόσταση 32 νμ από το Σύμπλεγμα Μεγίστης συνοδεία τουρκικών πολεμικών πλοίων.

Διάλογος εν μέσω απειλών

Το πρώτο εξέχων ζήτημα που ανακύπτει, αφορά στην προθυμία με την οποία η ελληνική πλευρά δέχτηκε αδιαμαρτύρητα (εν μέσω ιταμών απειλών τούρκων αξιωματούχων, αξιωματικών, του ίδιου του τούρκου προέδρου ΡΤ. Ερντογάν, και ενώ αιωρείται ένα casus belli από το 1995) να ξεκινήσει τον διάλογο με την Τουρκία, αμέσως μετά την αποχώρηση του «Oruc Reis», και ενώ το έτερο σεισμογραφικό σκάφος «Yavuz» παρέτεινε ως τις 12 Οκτωβρίου τις έρευνές του νοτιοδυτικά της επαρχίας Πάφου της Κύπρου. Γιατί η «μητροπολιτική Ελλάς» διαχωρίζει τη θέση της από τα όσα διαδραματίζονται στη «θυγάτηρ Κύπρο», αποποιούμενη τις ευθηνές της εγγυήτριας δύναμης; Μήπως η Τουρκία δεν μας αντιμετωπίζει ως ενιαίο πρόσκομμα στις βλέψεις της; Παράλληλα, ο επικεφαλής της τουρκικής διπλωματίας Μ. Τσαβούσογλου προανήγγειλε ότι το «Oruc Reis» θα επανέλθει σύντομα εντός της ελληνικής υφαλοκρηπίδας για να συνεχίσει τις παράνομες έρευνες που παραβιάζουν τα κυριαρχικά μας δικαιώματα και γκριζάρουν την εν λόγω μείζονα περιοχή, διαμηνύοντας με θρασύτητα ότι: «Δεν περιμένω να μας επιβληθούν κυρώσεις στις 24-25 Σεπτεμβρίου. Αν συμβεί, θα στοχεύσει στα πλοία και στους ανθρώπους μας, έχει συμβεί ξανά στο παρελθόν. Μας έχουν αποτρέψει τέτοια πράγματα παλαιότερα; Όχι!». Ταυτόχρονα ο Ρ.Τ. Ερντογάν κατέστησε σαφές στη Γερμανίδα καγκελάριο Μέρκελ, ότι «μόλις ολοκληρωθεί η συντήρηση του ‘Oruc Reis’, θα συνεχίσουμε τις επιχειρήσεις μας με αποφασιστικότητα». Η δήλωση πρόθεσης λοιπόν για μελλοντικές έρευνες, δεν όφειλε να αντιμετωπιστεί ως αποτρεπτικός παράγων για την έναρξη διαλόγου; Είναι πρόδηλο ότι το «Oruc Reis» απεσύρθη για να διευκολύνει τους Ευρωπαίους ώστε να μην επιβάλουν κυρώσεις, οι οποίοι ούτος ή άλλως είναι απρόθυμοι για τους δικούς τους λόγους, όπως εξηγήθηκε σε προηγούμενο άρθρο.

Οι δηλώσεις στο Economist

Ο πρωθυπουργός Κ. Μητσοτάκης ανέφερε σχετικά με τις παράνομες σεισμογραφικές έρευνες στο συνέδριο του Economist ότι: «Υπάρχει ένα πακέτο πιθανών συνεπειών που αντιμετωπίζει η Τουρκία αν συνεχίσει αυτή τη συμπεριφορά. Είμαι ο τελευταίος που θα ήθελα η Ευρώπη να κινηθεί σε αυτή την κατεύθυνση, όμως είναι σαφές ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση θα σταθεί στο πλευρό της Ελλάδας και της Κύπρου.» Άξιον απορίας βέβαια ποιά είναι η ελληνική «κόκκινη γραμμή» βάσει της οποία θα απαιτηθούν σοβαρές «οικονομικές κυρώσεις», όπως για παράδειγμα η αναστολή παροχής κονδυλίων προενταξιακής βοήθειας (IPA III, τα οποία για το 2021 μόνο ανέρχονται στο ποσό των 1,9 δισ. ευρώ) και η αναθεώρηση της τελωνειακής ένωσης ΕΕ-Τουρκίας που είναι ικανή από μόνη της να γονατίσει την παραπαίουσα τουρκική οικονομία. Πόσο πιθανό είναι η ΕΕ να προβεί σε οιαδήποτε κύρωση έναντι της Τουρκίας, όταν ο ίδιος ο Έλληνας πρωθυπουργός δηλώνει ότι είναι «ο τελευταίος που θα ήθελε η Ευρώπη να κινηθεί σε αυτή την κατεύθυνση»; Πέραν τούτου, ποιό μήνυμα εκπέμπεται στη Γαλλία η οποία είναι η μόνη χώρα που μετέδωσε ένα αμβλύ μήνυμα δυσαρέσκειας στην Άγκυρα και ταυτοχρόνως επέδειξε εμπράκτως την πρόθεση βοήθειας στην Ελλάδα. Είναι χαρακτηριστική η τοποθέτηση της γαλλικής «Le Figaro» όπου αναφέρει ότι «η Γερμανία αναζητά μια θέση διαιτητή, που δεν έχει καμία χρησιμότητα σε αυτές τις περιόδους ακραίας έντασης, όπου διακυβεύονται η επιβίωση και η αξιοπιστία της Ευρώπης. Αντίθετα, το να είναι αντιμέτωπες Γαλλία και Τουρκία είναι μια κακή κίνηση εκ μέρους των Γερμανών εταίρων. Τουλάχιστον αυτή η κρίση μας επιτρέπει να αναγνωρίσουμε ποιοι είναι οι αληθινοί φίλοι μας και σε ποιους μπορούμε να βασιστούμε σε περίπτωση σκληρού πλήγματος.» Διερωτόμαστε λοιπόν, πώς είναι δυνατόν να εξασφαλίσουμε αμυντική ρήτρα με τη Γαλλία (η οποία σημειωτέον δεν εξαγγέλθηκε στην ΔΕΘ) όταν ο Έλληνας πρωθυπουργός δεν επιθυμεί τις οικονομικές κυρώσεις, πολλώ δε μάλλον την ένοπλη δράση έναντι της γείτονος, και βρίσκεται σε πλήρη αντιδιαστολή με τον γάλλο Υπουργό Ευρωπαϊκών Υποθέσεων Κλεμέντ Μπον, που από την Κύπρο διευκρίνισε ότι η ΕΕ πρέπει να είναι έτοιμη να ενεργοποιήσει όλα της τα εργαλεία για κυρώσεις κατά της Τουρκίας.

Ο πρωθυπουργός ανέφερε επίσης ότι «είμαστε διατεθειμένοι να συζητήσουμε με την Τουρκία, μέσω διερευνητικών συνομιλιών, για το ένα θέμα, που αφορά την οριοθέτηση των θαλασσίων ζωνών στο Αιγαίο και στην Ανατολική Μεσόγειο.» Ο καθηγητής Οικονομικής Γεωγραφίας και Γεωπολιτικής, Ιωάννης Μάζης, έχει επιστήσει την προσοχή στην χρήση του όρου «θαλάσσιες ζώνες» ο οποίος εμπεριέχει εκτός της υφαλοκρηπίδας/ΑΟΖ και την αιγιαλίτιδα και την συνορεύουσα ζώνη. Ακόμη κι αν ο πρωθυπουργός αναφέρεται μόνο την υφαλοκρηπίδα/ΑΟΖ, η επιμονή στην εσφαλμένη χρήση της ορολογίας αφήνει το πεδίο ανοικτό για τη διαπραγμάτευση και της επέκτασης της αιγιαλίτιδας ζώνης στα 12νμ που αποτελεί αναφαίρετο μονομερές δικαίωμα. Επιπλέον ο τούρκος ΥΠΕΞ Μ. Τσαβούσογλου ξεκαθάρισε ότι είναι προαπαιτούμενο του ελληνοτουρκικού διαλόγου η Αθήνα να αποποιηθεί τον χάρτη της Σεβίλλης, ο οποίος απορρέει από το Δίκαιο της Θάλασσας, με άλλα λόγια να οδηγηθούμε σε διαπραγματεύσεις που δεν θα βασίζονται στο διεθνές δίκαιο. Άρα και η πάγια ελληνική θέση περί εφαρμογής του διεθνούς δικαίου παρακάμπτεται εμμέσως πλην σαφώς.

Εν συνεχεία ο πρωθυπουργός δήλωσε στο Economist ότι «το τελευταίο πράγμα που θέλουν αμφότερες οι χώρες είναι η πλήρης κινητοποίηση των στόλων μας, όπου πάντοτε υπάρχει ο κίνδυνος τα πράγματα να ξεφύγουν από τον έλεγχο», αναιρώντας το δόγμα της ελληνικής αποτροπής. Αποτελεί κοινή παραδοχή αμυντικών και γεωστρατηγικών αναλυτών ότι η στρατηγική αποτροπής της Τουρκίας έγκειται στην απειλή γενικευμένης σύρραξης -όχι σημειακής- σε περίπτωση θερμού επεισοδίου, διότι οι απώλειες της γείτονος θα είναι πολύ μεγαλύτερες από τα αντισταθμιστικά οφέλη. Ο Αρχηγός ΓΕΕΘΑ πριν λίγο καιρό άλλωστε είπε ότι «δεν υπάρχει σημειακή κρίση, τέτοια έννοια δεν υφίσταται», εννοώντας ότι οπουδήποτε και να παραβιαστούν κυριαρχικά μας δικαιώματα, η Ελλάδα θα απαντήσει και «δεν μπορεί να γίνει κάτι στο Καστελλόριζο και να μην εξαπλωθεί παντού». Η αναιρετική δήλωση του πρωθυπουργού οδηγεί ασφαλώς και στο ερώτημα, γιατί εξαγγέλλονται εξοπλιστικά προγράμματα για την απόκτηση νέων οπλικών συστημάτων των οποίων η ισχύς έγκειται κυρίως στην απειλή χρήσης τους;

Επιπροσθέτως, ο Κ. Μητσοτάκης ανέφερε ότι «θέλω να είμαι ξεκάθαρος: ότι αν δεν φτάσουμε σε συμφωνία, είμαστε διατεθειμένοι να φέρουμε το ζήτημα στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης. Και θα σεβαστούμε την απόφαση, η οποία θα βασίζεται σε συνυποσχετικό το οποίο θα υπογράψουμε με την Τουρκία» και το ερώτημα που ανακύπτει είναι πώς θα εξαναγκαστεί η Τουρκία να υπογράψει συνυποσχετικό που θα αφορά αποκλειστικά και μόνο στην οριοθέτηση της υφαλοκρηπίδας/ΑΟΖ(;) αφού εμμένει στη θέση της για «διάλογο χωρίς προϋποθέσεις» σε όλο το φάσμα των μονομερών διεκδικήσεών της (σσ. το εύρος του FIR, της SAR ζώνης και διάσωσης, την αποστρατικοποίηση νήσων, την αναθεώρηση της Συνθήκη της Λωζάννης κλπ); Ακόμη όμως και αν βρεθεί η φόρμουλα για το συνυποσχετικό και οδηγηθούμε στη Χάγη, είναι εξαιρετικά πιθανό η Ελλάδα να απωλέσει μέρος των κυριαρχικών της δικαιωμάτων, κάτι που ο ελληνικός λαός επιβάλλεται να γνωρίζει εκ προοιμίου. Ο πρώην πρέσβης της Βρετανίας στην Ελλάδα, Τζον Κίτμερ, με άρθρο του στο βρετανικό think tank «RUSI» επισημαίνει ότι «οι προηγούμενες αποφάσεις του Διεθνούς Δικαστηρίου υποδεικνύουν ότι θα δώσει στο ζήτημα μια λύση όπου καμία πλευρά δεν θα πάρει όλα όσα θέλει». Σημειώνει δε με νόημα ότι η ρητορική του Ρ.Τ. Ερντογάν θα έπρεπε να προκαλεί «γενικό συναγερμό». Ενώ οι ως άνω θέσεις της Αθήνας μάλλον παραπέμπουν σε «γενικό κατευνασμό».

Οι κίνδυνοι της Χάγης

Η προσφυγή στη Χάγη είναι πολύ πιο σύνθετη υπόθεση από ότι παρουσιάζεται και συμπαρασύρει και άλλες διευθετήσεις μείζονος εθνικής σημασίας μαζί με την οριοθέτηση της υφαλοκρηπίδας/ΑΟΖ κατά τον καθηγητή Διεθνούς Δικαίου και βουλευτή ΝΔ Άγγελο Συρίγο (Καθημερινή, 23/08/20): «Εάν αμφισβητείται η κυριαρχία επί κάποιων εδαφών, δεν είναι δυνατή η οριοθέτηση θαλασσίων ζωνών. Εάν εφαρμοσθεί η τουρκική θεωρία περί “γκρίζων ζωνών”, αρχή οποιασδήποτε οριοθετήσεως θα πρέπει να είναι η διαπίστωση της κυριαρχίας των “αμφισβητούμενων” νησιών του Αιγαίου, οι ακτές των οποίων χρησιμοποιούνται ως γραμμές βάσεως. Αυτό σημαίνει ότι ακόμη και εάν συναινούσε η Τουρκία για επίλυση της διαφοράς για την οριοθέτηση της υφαλοκρηπίδας σε διεθνές δικαιοδοτικό όργανο, πρώτο θέμα προσφυγής θα έπρεπε να είναι η διαπίστωση της κυριαρχίας επί των νησιών. Η οριοθέτηση της υφαλοκρηπίδας θα ακολουθούσε ως δεύτερο θέμα». Επομένως η προσφυγή για ένα και μόνο θέμα όπως ο πρωθυπουργός διατείνεται είναι μάλλον ανυπόστατη δέσμευση.

Γκριζάρισμα Αιγαίου και Αν. Μεσογείου;

Θα ήταν παράλειψη να μην αναφερθούμε και στην τοποθέτηση του Κ. Μητσοτάκη με άρθρο του στις εφημερίδες «The Times», «Frankfurter Allgemeine Zeitung», και «Le Monde» όπου υιοθετεί το ίδιο πνεύμα «υποχωρητικότητας/κατευνασμού» υποστηρίζοντας ότι η «περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου στην οποία τόσο η Ελλάδα όσο και η Τουρκία διεκδικούν δικαιώματα και η οποία δεν έχει ακόμη οριοθετηθεί», χαρίζοντας στην ουσία πληθώρα επιχειρημάτων στην τουρκική διπλωματία, εφόσον εμμέσως πλην σαφώς αποδέχεται ότι οι έρευνες του «Oruc Reis» διεξήχθησαν σε «αμφισβητούμενη περιοχή». Εάν οι μη οριοθετημένες θαλάσσιες ζώνες δημιουργούν «αμφισβητούμενες περιοχές», τότε αυτομάτως γκριζάρεται το Αιγαίο και η Αν. Μεσόγειος πέραν των 6νμ της αιγιαλίτιδας ζώνης. Συνακόλουθα επιτρέπεται στην Τουρκία να επικαλεστεί και το νόμιμο δικαίωμα αυτοάμυνας σε περίπτωση που η Ελλάδα κινηθεί εναντίον της. Εν τοιαύτη περιπτώσει, άντε να αποδείξει κανείς στο ΝΑΤΟ και τη διεθνή κοινότητα ποιά χώρα είναι το θύμα και ποιός είναι ο θύτης.

Σε αναζήτηση «κόκκινων γραμμών»

Εν κατακλείδι, η τακτική/προσχηματική υποχώρηση του «Oruc Reis», που αποσκοπεί στη μη άσκηση κυρώσεων από την ΕΕ, ήταν αρκετή για να επιβεβαιωθεί η έλλειψη μιας συμπαγούς εθνικής στρατηγικής ανάσχεσης του νεοθωμανικού επεκτατισμού, και να αποκαλυφθεί η ενδόμυχη προδιάθεση της Αθήνας για το παζάρεμα κυριαρχικών δικαιωμάτων (όπως άλλωστε έπραξε και με την ελληνοαιγυπτιακή συμφωνία). Είναι ιστορικά αποδεδειγμένο ότι η διπλωματία με την Τουρκία έχει πεπερασμένες δυνατότητες και όταν δεν συνοδεύεται από την απειλή χρήσης των όπλων, είναι εξαιρετικά αδύναμη και αναποτελεσματική. Ενέχει σοβαρότατους κινδύνους η απόπειρα της κυβέρνησης να πείσει τον ελληνικό λαό για το αντίθετο, τη στιγμή που η Άγκυρα ήδη γαλβανίζει την κοινή της γνώμη για το ενδεχόμενο μιας ελληνοτουρκικής διένεξης. Μαζί με την υπναλέα αξιωματική αντιπολίτευση (η οποία άλλωστε έχει στο βιογραφικό της την τραγωδία των Πρεσπών), προσπαθούν μάταια να «διαβάσουν» την Τουρκία με δυτικά/ευρωπαϊκά κριτήρια. Είναι αναγκαίο να ξεκαθαριστούν οι νέες «κόκκινες γραμμές», δεδομένου ότι η παλαιές αποτελούν μόνο ανάμνηση, και να εξασφαλιστεί ταυτόχρονα και ευρεία διακομματική συναίνεση. Ως γνωστόν οι «κόκκινες γραμμές» είναι το κατ’ εξοχήν διπλωματικό εργαλείο που συνοδεύεται από επίσημα έγγραφα, και γιατί όχι και από συντεταγμένες κατατεθειμένες στον ΟΗΕ, με πολύ συγκεκριμένους και σαφείς όρους, οι οποίοι οφείλουν να γνωστοποιηθούν σε εταίρους και συμμάχους, εξαιρέτως δε, στον ελληνικό λαό. Οιαδήποτε υποχώρηση -έστω και προκαταρτική- στις ελάχιστες εθνικές θέσεις που αφορούν στον πυρήνα της ελληνικής κυριαρχίας θα ήταν εξαιρετικά επιζήμια. Ευελπιστούμε ότι η διαφαινόμενη αλλαγή πλεύσης στα ελληνοτουρκικά δεν συνιστά ανησυχητικό οιωνό για το τι μέλλει γενέσθαι στον κυοφορούμενο διάλογο.

  • Διετέλεσε λέκτορας και επιστημονικός συνεργάτης στο Πανεπιστήμιο του Μπράιτον της Βρετανίας, από το οποίο κατέχει μεταπτυχιακό και διδακτορικό τίτλο. Αρθρογραφεί για θέματα γεωπολιτικής, άμυνας και πολιτικής. Εργάζεται ως ειδικός τεχνικός σύμβουλος

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *