Επιβεβλημένη μια προσφυγή στο Συμβούλιο Ασφαλείας γιατί η τουρκική επίθεση δεν περιορίζεται στην κυπριακή ΑΟΖ

Το τουρκικό γεωτρύπανο Γιαβούζ. Photo via Twitter, @anadoluagency

Toυ Δρ ΧΡΗΣΤΟΥ ΨΙΛΟΓΕΝΗ*

Δεδομένου ότι και η ίδια η Κυβέρνηση είχε χαρακτηρίσει την τουρκική επίθεση κατά της κυπριακής ΑΟΖ, ως «νέα εισβολή κατά της Κύπρου», θα έπρεπε ευθύς εξ αρχής να ενεργήσει ανάλογα.

Για να είναι πειστικότερη προς τους ξένους και αποτελεσματικότερη για τους πολίτες της. Γιατί, μια εισβολή είναι πάντα μια σοβαρή παραβίαση του διεθνούς δικαίου, που συνεπάγεται άμεσο κίνδυνο για τη διεθνή ειρήνη και ασφάλεια.

Διαφορετικά, δίνεται η εντύπωση στον μεν εισβολέα ότι μπορεί χωρίς συνέπειες να συνεχίσει, στα δε υπόλοιπα κράτη ότι πρόκειται για συνηθισμένη διαφορά. Που δυστυχώς για τους αδύνατους, όταν δεν επιλύεται με το διεθνές δίκαιο, επιλύεται με το δίκαιο του ισχυρότερου. Επιβάλλεται λοιπόν η προσφυγή στο Συμβούλιο Ασφαλείας γιατί η τουρκική επίθεση δεν περιορίζεται στην κυπριακή ΑΟΖ.

Αντίθετα, παραβιάζοντας βασικά ψηφίσματα του Συμβουλίου Ασφαλείας, επεκτείνεται στην πόλη της Αμμοχώστου και στον τομέα της παράνομης μετανάστευσης, χωρίς να χαλαρώνει ούτε την κατοχή, ούτε τον εποικισμό, ούτε τον μεθοδευμένο σφετερισμό των ελληνοκυπριακών περιουσιών. Πρόκειται δηλαδή για ολομέτωπη επίθεση, που ασφαλώς δεν μπορεί να αντιμετωπισθεί μόνο με επιστολές του Προέδρου της Δημοκρατίας προς τον ΓΓ του ΟΗΕ, όπως ούτε και χωρίς τις απαραίτητες προϋποθέσεις για καρποφόρες διαπραγματεύσεις.

Γιατί αν χωρίς αυτές, οι διαπραγματεύσεις οδηγούνταν μέχρι τώρα σε αδιέξοδο λόγω του σε βάρος μας συσχετισμού δυνάμεων, τώρα συνοδεύονται και από τον κίνδυνο να συρθούμε σε μια διαδικασία τύπου «όλα στο τραπέζι» με τις οδυνηρές υποχωρήσεις μας δεδομένες και το όπλο της ΑΟΖ εξουδετερωμένο.

Επιβάλλεται, λοιπόν, όπως η γενική επίθεση της Τουρκίας αντιμετωπισθεί με ειρηνική αντεπίθεση, όπως είναι η προσφυγή στο Συμβούλιο Ασφαλείας και η πρόταση για δικαστική επίλυση των διαφορών μας. Το πιθανότερο, βεβαίως, είναι η Τουρκία να αρνηθεί, διότι ούτε ως κράτος μας αναγνωρίζει, ούτε την υποχρεωτική δικαιοδοσία του Διεθνούς Δικαστηρίου αποδέχεται. Αποδεικνύουμε όμως την καλή μας θέληση και προωθούμε ευκολότερα απλή γνωμάτευση του Δικαστηρίου, για δύο βασικά προβλήματα:

Πρώτο, την τουρκική εισβολή – κατοχή και τις συνέπειές τους (προσφυγιά, εποικισμός, μαζική παραβίαση ανθρωπίνων δικαιωμάτων). Η κατοχή πρέπει να είναι πάντα ο κύριος στόχος, γιατί είναι η ουσία του Κυπριακού και κύριο εμπόδιο της λύσης.

Δεύτερο, για οριοθέτηση της ΑΟΖ μεταξύ Κυπριακής Δημοκρατίας και Τουρκίας. Παρότι η γνωμοδότηση, που προβλέπεται από το άρθρο 96 του ΚΧ και 65 του καταστατικού του Διεθνούς Δικαστηρίου, δεν είναι δεσμευτική, ωστόσο, έχει πάντα τη βαρύτητά της. Ειδικά για την πλευρά μας:

1) Θα επιβεβαίωνε την προσήλωσή μας στην ειρηνική επίλυση της διαφοράς.

2) Θα αποδείκνυε την παρασπονδία της Τουρκίας, που ενώ διατείνεται ότι ενεργεί με βάση το δικαίωμα επέμβασης, ως εγγυήτρια δύναμη της Κυπριακής Δημοκρατίας, ωστόσο, αντί να την υπερασπιστεί προσπαθεί να την εξαλείψει!

3) Δεδομένου ότι η Άγκυρα ισχυρίζεται ότι δρα σύμφωνα με το διεθνές δίκαιο, η αντίθεσή της προς τη διαδικασία του Διεθνούς Δικαστηρίου θα την εξέθετε διεθνώς.

4) Η προσφυγή, θα ενίσχυε την προσπάθειά μας για διατήρηση της ΟΥΝΦΙΚΥΠ μέχρι την επίλυση του Κυπριακού.

5) Θα απέτρεπε τα χειρότερα και θα έθετε τις σωστές βάσεις μιας αντιπροσωπευτικής διεθνούς διάσκεψης, με συμμετοχή όλων των μονίμων μελών του Συμβουλίου Ασφαλείας, για τη διεθνή πτυχή του Κυπριακού.

Παράλληλα, θα έθετε τις προϋποθέσεις για καρποφόρες διακοινοτικές συνομιλίες. Οι αποφάσεις του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου της 20ης Ιουνίου 2019, παρότι θεωρητικά θετικές, πρακτικά έχασαν το στοιχείο της αποτροπής, λόγω καθυστέρησης στη λήψη των αναγκαίων μέτρων από την κυβέρνησή μας. (Κατάθεση στον ΟΗΕ συντεταγμένων ΑΟΖ μεταξύ Κύπρου – Τουρκίας και έγκαιρη καταγγελία των τουρκικών ενεργειών).

Διότι, ο χρόνος που απαιτείται μέχρι την πρακτική εφαρμογή μέτρων, διευκολύνει την Τουρκία να συνεχίσει τα τετελεσμένα, καθιστώντας το έργο μας δυσκολότερο. Ιδιαίτερα αν στο μεταξύ αυτή εντοπίσει εκμεταλλεύσιμο κοίτασμα.

Μια διέξοδος είναι να συνδυάσουμε την προσπάθειά μας με απειλή χρήσης βέτο όσον αφορά την ανανέωση των κυρώσεων κατά της Ρωσίας, λόγω του Ουκρανικού. Ασφαλώς, ούτε αυτός ο δρόμος, θα είναι εύκολος. Γιατί εκτός από τα συμφέροντα μεγάλων κρατών – μελών της ΕΕ με την Τουρκία, θα αντιμετωπίσουμε πιθανότατα και την αντίθεση των ΗΠΑ. Ωστόσο, είναι από τα λίγα όπλα που μας απομένουν.

Παράλληλα, μία συμβουλευτική προσφυγή στο Διεθνές Δικαστήριο, μπορεί ως πολιτικά ουδέτερη μέθοδος, να συναντήσει λιγότερα εμπόδια, θέτοντας το Κυπριακό και την ΑΟΖ στην ορθή, προς επίλυση, βάση.

*πρέσβης ε.τ.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *