Ερντογάν και Ισλαμοφοβία: Οι πολιτικές διάκρισης του Ταγίπ εις βάρος ισλαμικών θρησκευτικών μειονοτήτων στην Τουρκία

ΣΚΙΤΣΟ ΚΥΡΙΑΚΟΥ ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ ΓΚΟΥΜΑ

Της ΑΓΝΗΣ ΑΓΑΘΗΣ ΠΑΠΑΜΙΧΑΗΛ*

«Η φωνή του Προέδρου (Ερντογάν) είναι η ανάσα των καταπιεσμένων!», δήλωσε σε ανάρτησή του στο Twitter ο Τούρκος Υπουργός Εξωτερικών Μελβούτ Τσαβούσογλου. Αυτοπροβαλλόμενος ως προασπιστής της ισλαμικής πίστης, o Τούρκος πρόεδρος Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν καλεί τους απανταχού μουσουλμάνους σε επαγρύπνηση εναντίον της, κατά τους ισχυρισμούς του, “αυξανόμενης ισλαμοφοβίας” και “βίαιης καταπίεσης” των ισλαμιστών στη Δύση. Είναι, ωστόσο, όντως ο Ερντογάν ο ιδανικός εκπρόσωπος των αγώνων της παγκόσμιας ισλαμικής κοινότητας ενάντια στην πολιτική, θρησκευτική και πολιτιστική καταπίεσή της; Η συστηματική πολιτική καταπίεσης που ασκεί εις βάρος μουσουλμανικών δογματικών μειονοτήτων μέσα στην ίδια του τη χώρα μάλλον αποδεικνύει το αντίθετο.

Ο Διεθνής Οργανισμός Δικαιωμάτων Μειονοτήτων κατατάσσει την Τουρκία για το έτος 2020 ως το 24ο από τα 115 πιο επικίνδυνα κράτη για εθνικοθρησκευτικές μειονότητες. Οι κυριότερες μειονότητες υπό απειλή στην Τουρκία είναι οι Κούρδοι, οι Αρμένιοι, οι Ρομά, διάφορες χριστιανικές μειονότητες, και οι αλεβίτες. Οι αλεβίτες, οι οποίοι αποτελούν περίπου το 12% του πληθυσμού της Τουρκίας, είναι οι ακόλουθοι του Αλεβισμού, ενός ισλαμικού δόγματος με σημαντικές φιλοσοφικές και λειτουργικές διαφορές σε σχέση με το επικρατόν στην Τουρκία σουνιτικό Ισλάμ. Θεωρούμενοι ως αιρετικοί, οι αλεβίτες υπήρξαν για αιώνες θύματα διωγμών, με αποκορύφωμα τις σφαγές του 1938, 1978, 1980, και 1993 στην Τουρκία. Σε αυτά προστίθεται ότι 7 από τους 11 νεκρούς των διαμαρτυριών στο πάρκο Ταξίμ Γκεζί στην Κωνσταντινούπολη το 2013 ήταν αλεβίτες, ως αποτέλεσμα στοχευμένης αστυνομικής βίας, όπως υποστηρίζει ο Γερμανός ερευνητής Δρ. Μάρκους Ντρέσσλερ.

Το 2014, ως πρωθυπουργός, ο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν συνέβαλε στην περαιτέρω πολιτική περιθωριοποίηση των αλεβιτών, ταυτίζοντάς τους λανθασμένα με τους Άραβες αλεβίτες —υποστηρικτές του Συρίου προέδρου Μπασάρ αλ Άσσαντ —, παρόλο που οι αλεβίτες της Τουρκίας και οι Άραβες αλεβίτες αποτελούν διαφορετικές θρησκευτικές και πολιτιστικές κοινότητες. Επί προεδρίας Ερντογάν, αλεβίτες πέφτουν συστηματικά θύματα βιαιοπραγιών και βανδαλισμών από εθνικιστικά κινήματα, ενώ οι ιδιάζοντες τόποι λατρείας τους, τα cemevi, δεν αναγνωρίζονται από την κυβέρνηση ως τόποι λατρείας, αλλά ως σημεία πολιτιστικών συναθροίσεων. Μέχρι και σήμερα οι αλεβίτες δεν εκπροσωπούνται επαρκώς σε κυβερνητικές θέσεις, ενώ, παρά τις επίμονες προσφυγές τους στη δικαιοσύνη, το τουρκικό εκπαιδευτικό σύστημα αποτυγχάνει να αναδείξει με αντικειμενικότητα και αμεροληψία την πολυπλοκότητα της αλεβίτικης κουλτούρας. Με αυτά τα μέσα, η κυβέρνηση Ερντογάν διαιωνίζει μια μακρά ιστορία βίαιης θρησκευτικής, πολιτικής, και πολιτιστικής καταπίεσης.

Οποιαδήποτε μορφή προκατάληψης και διάκρισης, συμπεριλαμβανομένης, φυσικά, και της ισλαμοφοβίας, είναι καταδικαστέα. Αυτό που οφείλουν να κάνουν αμφότερες οι ισλαμικές και δυτικές κοινότητες παγκοσμίως είναι να επιμορφώνονται, να ευαισθητοποιούνται, και να κινητοποιούνται εναντίον της συστηματικής καταπίεσης μειονοτήτων. Συνεπώς, ας παραμείνει στη διεθνή μνήμη ότι ο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν και το κράτος του είναι ένοχοι για πολιτική, θρησκευτική, εθνική, και πολιτιστική καταπίεση. Εκατομμύρια αλεβιτών, Αρμενίων, Κούρδων, Ρομά, χριστιανών, και άλλων μειονοτήτων αποτελούν στόχους μεθοδευμένης διάκρισης και βίας στη σημερινή Τουρκία. Τέτοιου είδους καταπάτηση ανθρωπίνων δικαιωμάτων είναι κάθε άλλο παρά αρμόζουσα για ένα κράτος που επιθυμεί να συμπεριληφθεί σε ένα θεσμό τόσο φιλελεύθερο και δημοκρατικό όσο η Ευρωπαϊκή Ένωση. Η φωνή ενός ηγέτη κράτους ο οποίος ενεργώς εγκρίνει, υποκινεί, και ασκεί πολιτικές καταπίεσης, είναι τουλάχιστον υποκριτικό να προβάλλεται ως “η ανάσα των καταπιεσμένων”.

*Ιστορικός

 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *