Ευρωπαϊκός επαρχιωτισμός: Το χρόνιο σύνδρομο των ελληνικών αρχουσών ελίτ

Του ΣΤΑΥΡΟΥ ΛΥΓΕΡΟΥ

Ημέρα που είναι σήμερα προσφέρεται για αναστοχασμό. Και ναι μεν η πανδημία έχει ρίξει στο καναβάτσο όλες τις χώρες, αλλά ελπίζουμε ότι στη χρονιά που μόλις ανέτειλε θα αρχίσουμε πραγματικά να επιστρέφουμε στην κανονικότητα. Ας μην ξεχνάμε, όμως, ότι η επιστροφή στην κανονικότητα θα σημάνει και επιστροφή στον δημοσιονομικό κορσέ που μας κληροδότησαν τα Μνημόνια.

Το πρόβλημα στη σχέση της Ελλάδας με την ΕΕ, ωστόσο, υπερβαίνει τη δημοσιονομική πτυχή. Είναι βαθύτερα ιδεολογικό και ως τέτοιο πρέπει να προσεγγισθεί. Όποια χώρα-μέλος της ΕΕ σέβεται τον εαυτό της, συμμετέχει στο εγχείρημα της ενοποίησης, προσκομίζοντας κι όχι απαλλοτριώνοντας την εθνική της ιδιαιτερότητα, τις πολιτισμικές της αποσκευές και βεβαίως τα εθνικά της συμφέροντα. Αυτό δεν είναι τόσο προφανές όσο φαίνεται εκ πρώτης όψεως. Υπονομεύεται από το διαδεδομένο σύνδρομο του ευρωπαϊκού επαρχιωτισμού, το οποίο μπορεί να μην είναι μόνο ελληνική ιδιαιτερότητα, αλλά οπωσδήποτε στην Ελλάδα έχει παραδοσιακά μεγάλες διαστάσεις.

Πριν την εκδήλωση της ευρωπαϊκής κρίσης το 2008-10 το εν λόγω σύνδρομο συνήθως εκδηλωνόταν με δύο μορφές: Πρώτον, ως μετέωρος κοσμοπολιτισμός, που πρότασσε την ταμπέλα του ευρωπαϊσμού και του εκσυγχρονισμού. Δεύτερον, ως το ακριβώς αντίθετο, ως τάση δαιμονοποίησης της ΕΕ. Ο πολιτικοψυχολογικός μηχανισμός των δύο αυτών εκδοχών είναι ο ίδιος.

Με τη μία ή την άλλη του μορφή, ο ευρωπαϊκός επαρχιωτισμός αντανακλά εθνικά πλέγματα και τάσεις στρουθοκαμηλισμού, που εμπόδιζαν και εμποδίζουν την ισότιμη συμμετοχή της όποιας εθνικής συνιστώσας στη διαμόρφωση του κοινοτικού γίγνεσθαι. Ούτε η πρώτη εκδοχή ήταν βιωμένη υπέρβαση της εθνοκεντρικής περιχαράκωσης και των στείρων εθνικιστικών αντανακλαστικών, ούτε η δεύτερη ήταν πατριωτισμός.

Στην Ελλάδα, το σύνδρομο του ευρωπαϊκού επαρχιωτισμού είχε πρόσθετες αρνητικές επιπτώσεις, επειδή είναι η μόνη χώρα της ΕΕ που αντιμετωπίζει πρόβλημα εθνικής ασφάλειας. Οι άρχουσες ελίτ έχουν κατά κανόνα διολισθήσει στον μετέωρο κοσμοπολιτισμό, ο οποίος κατά κανόνα υποκρύπτει εξαρτήσεις. Αρέσκεται να ξεχνάει ότι η γεωγραφία και η ιστορία έχουν καταδικάσει την Ελλάδα να ζει σε μια ενδιάμεση ζώνη, η οποία δεν είναι ούτε Ανατολή ούτε, όμως, και τυπική Δύση. Αρέσκεται, επίσης, να ξεχνάει ότι τα Βαλκάνια και η Ανατολική Μεσόγειος κλυδωνίζονται ακόμα από το εκρηκτικό μείγμα των παραδοσιακών εθνικών αντιθέσεων και των εξωτερικών παρεμβάσεων.

Η Ελλάδα δεν μετακόμισε

Η συμμετοχή στην ΕΕ έδωσε αναμφιβόλως στην Ελλάδα ένα πλεονέκτημα, αλλά δεν εγγυήθηκε ποτέ την εθνική της ασφάλεια. Με άλλα λόγια, ο τουρκικός επεκτατισμός δεν βρέθηκε στο Αιγαίο αντιμέτωπος –έστω πολιτικοδιπλωματικά– με την Ενωμένη Ευρώπη ως θεσμική οντότητα. Πολύ περισσότερο, με την ένταξή της η Ελλάδα δεν μετακόμισε ως διά μαγείας κάπου μεταξύ Λουξεμβούργου και Ολλανδίας!

Έτσι, με το ένα πόδι χορεύει στο ρυθμό της υπερεθνικής ευρωπαϊκής ενοποίησης και με το άλλο στον ρυθμό των παραδοσιακών εθνικών προκαταλήψεων και αντιθέσεων της περιοχής μας. Η αντίφαση αυτή δεν εξορκίζεται όσα ευρωπαϊκά πιστοποιητικά κι αν αποκτήσει η Αθήνα. Πολύ περισσότερο μετά την εκδήλωση της κρίσης του ευρώ, που αποδυνάμωσε την ΕΕ και θόλωσε την δημόσια εικόνα της.

Και οι δύο όψεις του ευρωπαϊκού επαρχιωτισμού έχουν την τάση να παρακάμπτουν από διαφορετικούς δρόμους αυτή την αντίφαση, ενώ το ζητούμενο είναι ο πολιτικός χειρισμός της. Όσο η πολιτική και η αμυντική ενοποίηση παραμένουν υποτυπώδεις, όσο δηλαδή η ΕΕ δεν μπορεί να εγγυηθεί επαρκώς την εθνική ασφάλεια των χωρών-μελών της, αυτές είναι υποχρεωμένες να το κάνουν με δικά τους μέσα.

Το να χρησιμοποιεί ένα κράτος-μέλος τους ευρωπαϊκούς θεσμούς για την προάσπιση της εθνικής του ασφάλειας είναι θεμιτό κι όχι κατάχρηση των ευρωπαϊκών θεσμών. Είναι θεμιτό ακόμα και εάν δημιουργούνται προβλήματα στην προώθηση κοινοτικών πολιτικών, τις οποίες υποστηρίζουν τα υπόλοιπα κράτη-μέλη. Γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο οι συνθήκες προβλέπουν το δικαίωμα άσκησης βέτο, έστω κι αν η συνθήκη της Λισσαβόνας περιόρισε το πεδίο άσκησης αυτού του δικαιώματος.

Ευρωπαϊκός επαρχιωτισμός

Είναι ενδεικτικό ότι οι εγχώριοι εκπρόσωποι του ευρωπαϊκού επαρχιωτισμού, που υψώνουν τη σημαία του ευρωπαϊσμού και του εκσυγχρονισμού, θεωρούν σχεδόν εξ υπαρχής καταχρηστική και αντιευρωπαϊκή στάση την άσκηση βέτο. Είναι έτοιμοι να υιοθετήσουν τις όποιες πολιτικές σκοπιμότητες, που έχουν ευρωπαϊκό περιτύλιγμα, ακόμα κι αν αυτές θίγουν τα εθνικά συμφέροντα. Χαρακτηριστικό παράδειγμα το μεταναστευτικό, αν και εκεί παρεμβαίνει και ο παράγοντας “χρήμα”.

Στην πραγματικότητα, όμως, προσφέρουν πολύ κακές υπηρεσίες στην υπόθεση της Ενωμένης Ευρώπης. Κι αυτό, επειδή διευκολύνουν τα μεγάλα κράτη-μέλη, που κατά κανόνα διαμορφώνουν το κλίμα και υπαγορεύουν τις πολιτικές επιλογές, να χρησιμοποιούν την ΕΕ σαν όχημα για να προωθήσουν τα δικά τους εθνικά συμφέροντα, παρακάμπτοντας ή και παραβιάζοντας τα εθνικά συμφέροντα μικρότερων κρατών-μελών. Το διαπιστώνουμε πολύ καθαρά μετά την διεθνή οικονομική κρίση του 2008, οπότε δια της διολισθήσεως η Ευρώπη απέκτησε αφεντικό τη Γερμανία, ιεραρχία και μεταμοντέρνες αποικίες, όπως η Ελλάδα.

Αυτή η μετάλλαξη της ΕΕ δεν παραβιάζει μόνο θεμελιώδεις αρχές της, όπως η ισοτιμία των κρατών-μελών και η κοινοτική αλληλεγγύη. Λειτουργεί και σαν βόμβα στα θεμέλια του ευρωπαϊκού οικοδομήματος. Το ενοποιητικό εγχείρημα θα είναι ευσταθές και θα έχει μέλλον μόνο εάν σεβαστεί τα ζωτικά εθνικά συμφέροντα των κρατών-μελών και πατήσει στον καλώς εννοούμενο πατριωτισμό των επιμέρους εθνικών συνιστωσών. Το γεγονός ότι αυτή η βασική αλήθεια παραβιάζεται εξηγεί και την άνοδο του ευρωσκεπτικισμού και της ευρωάρνησης, συνήθως με περισσότερο ή λιγότερο ακροδεξιό πρόσημο.

Ταμπού ο ευρωπαϊσμός

Το πολιτικό σύστημα και τα MME στην Ελλάδα έχουν αποφύγει επιμελώς να ανοίξουν μια δημόσια συζήτηση για τη μετάλλαξη της ΕΕ και πολύ περισσότερο για τη θέση της χώρας στο μεταλλαγμένο ευρωπαϊκό οικοδόμημα. Το ζήτημα αντιμετωπίζεται σαν ταμπού που δεν μπορεί κατ’ ουδένα τρόπο να τεθεί σε συζήτηση, πολύ περισσότερο σε αμφισβήτηση. Δεν πρόκειται για φαινόμενο που προέκυψε μετά την εκδήλωση της οικονομικής κρίσης.

Όταν πριν από αυτή, είχε τεθεί στην ευρωπαϊκή ατζέντα το περιβόητο Ευρωσύνταγμα, το εγχώριο πολιτικό σύστημα είχε αποφύγει όχι μόνο τη διεξαγωγή δημοψηφίσματος, αλλά ούτε καν μία ευρείας ανοικτής δημόσιας συζήτησης, όπως συνέβη στις περισσότερες χώρες-μέλη. Είχε προτιμήσει η κύρωση να γίνει από το Κοινοβούλιο, επιβεβαιώνοντας το χρόνιο έλλειμμα δημοκρατικής ουσίας. Το ελληνικό “ναι”, λοιπόν, είχε προκύψει έπειτα από έναν τυπικό κι ατροφικό κοινοβουλευτικό διάλογο, ο οποίος δεν είχε διαχυθεί ούτε κατ’ ελάχιστον στην κοινωνία. Οι Έλληνες –ακόμα και οι διαμορφωτές της κοινής γνώμης– γνώριζαν και γνωρίζουν ελάχιστα για το Ευρωσύνταγμα, όπως και για τη μεταγενέστερη συνθήκη της Λισσαβόνας.

Το ίδιο είχε συμβεί και με άλλες βαρυσήμαντες επιλογές, όπως η κύρωση της συνθήκης του Μάαστριχ, η προσχώρηση στην ONE και η πορεία ένταξης της Τουρκίας στην EΕ. Σε όλα αυτά τα κρίσιμα ζητήματα, το ελληνικό πολιτικό σύστημα φρόντιζε –διά παραλείψεων– να αφήνει την κοινωνία στο περιθώριο. Ήταν το γαλλικό και ολλανδικό “όχι” στα αντίστοιχα δημοψηφίσματα στα μέσα της δεκαετίας του 2000 που είχαν κεντρίσει το ενδιαφέρον και είχαν προκαλέσει μια κάποια συζήτηση στην Ελλάδα για το Ευρωσύνταγμα.

Σκληρός πυρήνας και Μνημόνια

Εκκινώντας από την ίδια επαρχιώτικη αντίληψη, η Αθήνα έχει αποδεχθεί, ουσιαστικά χωρίς συζήτηση, την προοπτική ομοσπονδοποίησης της ΕΕ. Κι αυτό, χωρίς να αποσαφηνιστούν ένα πλήθος ζητημάτων, τα οποία έχουν συχνά καθοριστική σημασία. Η ελληνική θέση είχε υπαγορευθεί όχι από μια διεξοδική ανάλυση των επιπτώσεων της ομοσπονδοποίησης στα εθνικά συμφέροντα, αλλά από την επιδίωξη η Ελλάδα να βρεθεί εντός του σκληρού πυρήνα της ΕΕ.

Η ομοσπονδοποίηση, όμως, δεν ήταν ποτέ ευρωπαϊκός μονόδρομος ούτε θεωρητικά ούτε πρακτικά. Η περιβόητη ένταξη στον σκληρό πυρήνα θα ενίσχυε τη θέση της Ελλάδας και αναμφισβήτητα θα διασφάλιζε πλεονεκτήματα. Για τη συμμετοχή στην πρώτη ταχύτητα και ευρύτερα στις ενισχυμένες συνεργασίες, όμως, δεν αρκούσε να υψώνεις ανέξοδα τη σημαία του φεντεραλισμού. Μια χώρα πρέπει να μπορεί να σταθεί στον σκληρό πυρήνα.

Σ’ αυτό το επίπεδο η Ελλάδα πάντα υστερούσε. Όπως απέδειξαν τα γεγονότα, οι εγχώριες άρχουσες ελίτ όχι μόνο δεν εργάστηκαν για να καταστήσουν την Ελλάδα ικανή να σταθεί στον σκληρό πυρήνα, αλλά με το κλεπτοκρατικό και παρασιτικό μοντέλο πλασματικής ανάπτυξης που διαμόρφωσαν έριξαν τη χώρα στα βράχια. Τα αποτελέσματα είναι γνωστά: Αντί για ένταξη στον σκληρό πυρήνα, Μνημόνια και μετατροπή της Ελλάδας σε μεταμοντέρνα αποικία της Ευρωζώνης…

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *