“Finita la musica, passata la festa”

A United Nations soldier patrols the UN Buffer Zone in Nicosia which splits Cyprus, 08 January 2017. UN-led talks for a solution of the Cyprus issue between the leaders of the two communities, namely President Nicos Anastasiades and Turkish Cypriot leader Mustafa Akinci, will be held in Geneva between 09 and 11 January and from 12 January onward a Conference on Cyprus will take place. EPA/KATIA CHRISTODOULOU

Του ΜΑΡΙΟΥ ΠΟΥΛΛΙΚΚΑ

Η τουρκική πολιτική ακολουθεί μία τετραγωνισμένη λογική, ανεξάρτητα ποιο κόμμα κυβερνά ή αν την εξουσία κατέχει ο στρατός. Δεν αφορά στο πνεύμα των αποφάσεων που λαμβάνονται, ούτε στον εκάστοτε ηγέτη που τις ανακοινώνει.

Το σημαντικό που πρέπει να κατανοήσουμε είναι τη μέθοδο. Σύμφωνα με αυτή, το «Βαθύ κράτος» αναπτύσσει ένα μακροχρόνιο πλάνο, η κυβέρνηση το επικοινωνεί προς τα έξω και ο κρατικός μηχανισμός ακολουθεί βήμα-βήμα τα προκαθορισμένα στάδια. Για την εξυπηρέτηση του στόχου, δύναται να εφαρμοστούν ακόμη και ακρότητες όπως προβοκάτσια, δολοφονίες ή και θυματοποίηση «φίλιων δυνάμεων». Για τους Τούρκους ηγέτες, οι τελευταίοι αποτελούν «μάρτυρες», που θυσιάζονται για ιερό σκοπό.

Με την πρόσφατη εξαγγελία του για τα Βαρώσια, ο Ερντογάν άνοιξε το μέτωπο κατά των Τουρκοκυπρίων. Τους έστειλε το μήνυμα πως αρκετά τους ανέχτηκε η Τουρκία, ο ρόλος τους τελείωσε και πως από δω και πέρα δεν υπάρχουν πλέον «Τουρκοκύπριοι» στην Κύπρο, παρά μόνο Τούρκοι. Το μόνο που δεν τους ευχήθηκε ειρωνικά είναι το «ευχαριστώ για τη συμμετοχή σας στο σχέδιο επανάκτησης της Κύπρου»! Με τα εγκαίνια για το Βαρώσι, πέφτει και η αυλαία του θεάτρου που υποχρεώθηκαν να παίξουν οι Τ/κ.

Όταν το 1956 ανατέθηκε στον Νιχάτ Ερίμ να καταρτήσει μελέτη με στόχο την «επανάκτηση της Κύπρου», ούτε οι Τ/κ κινδύνευαν από τους Έλληνες, ούτε σχεδίαζε κανείς την εξόντωση τους. Οι Έλληνες είχαν επαναστατήσει κατά της βρετανικής αποικιοκρατίας, με στόχο την Ένωση, χωρίς απαιτήσεις που να επηρέαζαν αρνητικά τη μουσουλμανική μειονότητα. Άρα, προκειμένου να επανακτηθεί η Κύπρος, έπρεπε να γεννηθεί μια κρίση. Έπρεπε να στρωθεί ένα χαλί συγκρούσεων, πάνω στο οποίο θα περπατούσε ως λυτρωτής ο τουρκικός επεκτατισμός. Ο «δικοινοτισμός» και οι «διακοινοτικές αντιπαλότητες» εφευρέθηκαν ως εργαλεία για την επίτευξη του στόχου. Αυτό που χρειαζόταν ήταν η συμμετοχή των Τ/κ. Ήταν όμως διατεθειμένοι;

Πέραν κάποιων περιπτώσεων, που υπέγραψαν μάλιστα το Δημοψήφισμα (1950), οι περισσότεροι μουσουλμάνοι απλά απείχαν, σχεδόν αδιάφορα, από τις εξελίξεις. Εξ αποστάσεως επίσης, παρακολουθούσαν αμέτοχα την εξέγερση του ’55, μέχρι που ξεκίνησε η στρατολόγηση, ο εκφοβισμός και ο φανατισμός (1956). Με εμπρησμούς, εκρήξεις και δολοφονίες, ομάδα εξτρεμιστών Τ/κ εφάρμοσαν το πλάνο της Τουρκίας για τη δημιουργία κλίματος αντιπαλότητας μεταξύ των δύο κοινοτήτων.

Βλέποντας κανείς την εξέλιξη των πραγμάτων (1955-1975) υπό το πρίσμα της χειραγώγησης και του εκφοβισμού των Τ/κ από την ΤΜΤ, διαπιστώνει με ευκολία τη σταδιακή αναβάθμιση του κινδύνου της «ελληνικής απειλής», στα μάτια των Τ/κ. Με αρχή τη σφαγή των Κοντεμενιωτών (’58), εμπρησμούς σωματίων και προβοκάτσια σε τεμένη, η τ/κ κοινότητα ξεκίνησε να νιώθει μια υποτυπώδη ανασφάλεια. Αν και η αντίδραση των Ελλήνων ήταν περιορισμένη, στα μάτια των Τ/κ η «απειλή» μεγεθύνονταν μέσα από τη συστηματική προπαγάνδα. Στη συνέχεια, με την εγκαθίδρυση του κράτους (1960), προσχεδιασμένα και μεθοδικά, τα μέλη και ακόλουθοι της ΤΜΤ εξοπλίζονταν, εκπαιδεύονταν και προετοιμάζονταν για την επικείμενη ανατροπή. Η νόμιμη (ΣΑ186, 1964) αντίδραση του Κράτους μεταφράστηκε προπαγανδιστικά στα μάτια των Τ/κ ως «προσπάθεια εθνοκάθαρσης». Ο εγκλεισμός σε θύλακες δικαιολογήθηκε ως «αναγκαία προφύλαξη». Χιλιάδες όμως Τ/κ αρνούνταν να εγκαταλείψουν τα σπίτια τους, τους Ε/κ γείτονές τους και τα χωριά τους. Εκατοντάδες ξυλοκοπήθηκαν από μέλη της ΤΜΤ, δεκάδες οι εξαφανισμένοι και δολοφονημένοι.

Το πλάνο όμως έβαινε καλώς. Η καχυποψία των Τ/κ προς τους Έλληνες μεγάλωνε εκθετικά, η εχθρότητα και το μίσος εξαπλωνόταν μέσα στην κοινότητα και όλα ήταν έτοιμα για τις «αναπροσαρμογές εδαφών με σκοπό την εγκαθίδρυση ομοσπονδίας», σύμφωνα με το σχέδιο «επανάκτηση της Κύπρου». Με αποκορύφωμα το ’74 και με όπλο μεμονωμένα περιστατικά δολοφονιών Τουρκοκυπρίων, ο εκφοβισμός των Τ/κ άγγιξε τα επιθυμητά όρια. Ο πλήρης διαχωρισμός από τους Έλληνες έγινε αποδεκτός ως άκρως αναγκαίος.

«Καλύτερα να ζούμε πλάι-πλάι και αγαπημένοι», ήταν έκτοτε το σύνθημα όσων (φοβισμένων μεν ρομαντικών δε) Τ/κ, δεν είχαν καταλάβει το παιχνίδι που έπαιξε η Τουρκία στις πλάτες τους. Μία Τουρκία η οποία ουδέποτε τους συμπάθησε και ουδέποτε τους σεβάστηκε. Μία Τουρκία η οποία εκνευρίζεται μόνο που τους βλέπει να ζουν «μοντέρνα», να σκέφτονται φιλελεύθερα και να απέχουν από τον ισλαμισμό.

Οι κραυγές αγωνίας του κ. Λεβέντ και άλλων, για το μέλλον της κοινότητας, δεν εισακούστηκαν ούτε καν από τους «προοδευτικούς» ηγετίσκους ένθεν και ένθεν. «Θα μας εξαφανίσουν» έλεγε, «θα μας τουρκέψουν». Εμείς κλείναμε τα αυτιά μας και εδραιώναμε ακόμη περισσότερο το «δικοινοτισμό». «Επαναπροσεγγιζόμασταν» α-λα-καρτ με μαριονέτες που αποκαλούσαν τη «διζωνικότητα» επανένωση.

Ό,τι ήταν να γίνει κατά τη ΔΔΟ, έγινε από τώρα. Το τέλος της παράστασης γι’ αυτούς έφτασε.

Το έργο «Επανάκτηση» όμως, έχει ακόμη και άλλα επεισόδια. Τα μάτια μας, δεκατέσσερα!

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *