Φωτεινό Μονοπάτι: Έσβησε η “τέταρτη ρομφαία της επανάστασης”

Του ΓΙΩΡΓΟΥ ΛΥΚΟΚΑΠΗ

Με ένα απόκοσμο και τρομακτικό θέαμα ήρθαν αντιμέτωποι οι κάτοικοι του Περού τον Δεκέμβριο του 1980, όταν αντίκρισαν κουφάρια σκυλιών κρεμασμένα σε φανοστάτες κεντρικών οδών, τα οποία κοσμούσε το σύνθημα «Ο Ντεγκ Σιάο Πινγκ είναι γιος σκύλας»! Πίσω από την ανατριχιαστική αυτή πράξη ήταν η οργάνωση “Φωτεινό Μονοπάτι”. Ιδρυτής της, ήταν ο καθηγητής Φιλοσοφίας Αμπιμαέλ Γκουσμάν, ο οποίος πέθανε στις φυλακές του Περού το περασμένο Σάββατο.

Ήταν το προμήνυμα του βίαιου αντάρτικου που θα ξεκινούσε η οργάνωση που είχε ιδρύσει από την δεκαετία του ’70 ο Γκουσμάν. Ένα αντάρτικο που γρήγορα θα διέφερε από τα υπόλοιπα αντάρτικα της Λατινικής Αμερικής, όπως τους Σαντινίστας στην Νικαράγουα ή το Φαραμπούντι Μαρντί στο Σαλβαδόρ, που δρούσαν πρωτίστως ως κινήματα εθνικής απελευθέρωσης, έναντι διεφθαρμένων δικτατορικών καθεστώτων που υποστηρίζονταν από τις ΗΠΑ.

Ο Γκουσμάν, αν και θα περιόριζε τον ένοπλο αγώνα του στο Περού, είχε ευρύτερους στόχους: φιλοδοξούσε να διεκδικήσει την ηγεσία της παγκόσμιας επανάστασης, καλύπτοντας το κενό από τον θάνατο του Μάο Τσε Τουνγκ! Ο Γκουσμάν, που είχε ταξιδέψει στην Κίνα τα χρόνια της Πολιτιστικής Επανάστασης, θαύμαζε απεριόριστα τον Μάο και ήθελε να ξεπλύνει με αίμα την “προδοσία” των διαδόχων του Κινέζου κομμουνιστή ηγέτη. Μάλιστα, δεν εξαντλούσε τους αφορισμούς του στον «γιο σκύλας», τον Ντεγκ Σιάο Πινγκ που άνοιξε την Κίνα στην Δύση και στην οικονομία της αγοράς.

Επιπλέον, θεωρούσε την Σοβιετική Ένωση «ιμπεριαλιστικό κράτος», τον πρωταγωνιστή της αποσταλινοποίησης Νικήτα Χρουστόφ «παλιάτσο», ενώ ταυτόχρονα περιφρονούσε τον Κουβανό ηγέτη Φιντέλ Κάστρο, όπως και τον Τσε Γκε Βάρα, τον οποίο αποκαλούσε «αστό κλόουν». Δεν του αρκούσε η κατάληψη της εξουσίας στο Περού, αλλά φιλοδοξούσε το κίνημα του να μετατραπεί στην “τέταρτη ρομφαία” της παγκόσμιας κομμουνιστικής επανάστασης (όπως ο ίδιος διακήρυττε) διαδεχόμενος τον Βλαντιμίρ Λένιν, τον Ιωσήφ Στάλιν και τον Μάο.

“Ο Πολ Ποτ των Άνδεων”

Προπύργιο του “Φωτεινού Μονοπατιού” ήταν η πόλη Αγιακούτσο, στο Πανεπιστήμιο της οποίας δίδασκε ο Γκούσμαν. Αγιακούτσο, στην γλώσσα των ιθαγενών σημαίνει «γωνιά των νεκρών». Επρόκειτο για την πιο φτωχή περιοχή του Περού, στην οποία οι χωρικοί και οι αγρότες ζούσαν σε συνθήκες απόλυτης εξαθλίωσης. Από εκεί στρατολόγησε πολλά μέλη το “Φωτεινό Μονοπάτι”, τα οποία εκπαίδευε σε στρατόπεδα που δημιούργησε στις απέραντες οροσειρές των Άνδεων.

Η οργάνωση διεκδίκησε την κληρονομία του περουβιανού κομμουνιστικού κόμματος, δανειζόμενη το όνομα από την φράση που αποδίδεται στον περίφημο Περουβιανό κομμουνιστή ηγέτη Χοσέ Κάρλος Μαριατέγκι, «ο μαρξισμός-λενινισμός θα ανοίξει το Φωτεινό Μονοπάτι της επανάστασης». Γρήγορα βρήκε περίοπτη θέση στα εγχειρίδια της επαναστατικής τρομοκρατίας, με τον Γκουσμάν να μένει στην ιστορία ως «ο Πολ Ποτ των Άνδεων».

Όπως ακριβώς ο Πολ Ποτ αναφέρονταν στην “καθαρότητα” της φυλής των Χμερ στην Καμπότζη, ο Γκουσμάν μιλούσε για την αυθεντική “ινδιανικότητα” του κινήματος του, γεγονός που τον έκανε δημοφιλή και στους ιθαγενείς πληθυσμούς της χώρας. Για το Φωτεινό Μονοπάτι, τα αστικά κέντρα ήταν κατάλοιπο ενός «μισητού αποικιακού παρελθόντος», με την οργάνωση γρήγορα να φτάνει να εξαπολύει έναν ολομέτωπο πόλεμο κατά ολόκληρων πόλεων.

Στις απαρχές της δράσης του το Φωτεινό Μονοπάτι επιτίθονταν κυρίως σε αστυνομικά τμήματα και στρατόπεδα, γρήγορα όμως ξεκίνησε να επιτίθεται σε δημόσια κτίρια, γέφυρες, μέχρι και στις γραμμές του ηλεκτρικού. Ακόμα και τα επιστημονικά Ινστιτούτα δεν ξέφυγαν από την μανία των ανταρτών του, η βία των οποίων στρέφονταν και κατά των εργαζομένων τους. Για το Φωτεινό Μονοπάτι οι τεχνικοί του Ινστιτούτου Τεχνικών Ερευνών για τα λάμα ήταν «πράκτορες του γραφειοκρατικού-φεουδαρχικού κράτους» και σφαγιάστηκαν σε επίθεση του το 1982.

 Η τρομοκρατία του Φουτζιμόρι

Αυτός ακριβώς ο ζηλωτισμός του Φωτεινού Μονοπατιού και η εμμονή του με την επαναστατική βία, γρήγορα το διαφοροποίησε από τα υπόλοιπα αριστερά αντάρτικα κινήματα στην Λατινική Αμερική, τα οποία εξάλλου ο Γκουσμάν χαρακτήριζε «πουλημένα», καθώς είχαν προ πολλού αποστασιοποιηθεί από την τρομοκρατία που ο ίδιος πρέσβευε. Η τρομοκρατία γρήγορα επεκτάθηκε και εις βάρος των χωρικών που το Φωτεινό Μονοπάτι θεωρούσε ότι συνεργάζονταν με τον στρατό. Τον Απρίλιο του 1983 είχε εισβάλει στο χωριό Λουκοναμάνκα, σφαγιάζοντας δεκάδες ανθρώπους ως «προδότες», μεταξύ των οποίων και τέσσερα μικρά παιδιά.

Όμως και ο περουβιανός στρατός κατέφυγε σε τακτικές τρομοκρατίας, έναντι του Φωτεινού Μονοπατιού, ειδικά μετά την άνοδο στην εξουσία του ιαπωνικής(!) καταγωγής Αλμπέρτο Φουτζιμόρι στις αρχές του ’90, μίας ιδιαίτερης περίπτωσης λατινοαμερικανού λαϊκιστή πολιτικού, ο οποίος σήμερα από πολλούς αναλυτές θεωρείται ως ο πολιτικός πρόγονος του Ντόναλντ Τραμπ και του Ζαίρ Μπολσονάρου.

Ο Φουτζιμόρι έμεινε στην ιστορία για το “αυτοπραξικόπημα” του 1992, με το οποίο ανέστειλε άρθρα του συντάγματος και απέκτησε δικτατορικές εξουσίες, αλλά και για την δικιά του εκστρατεία τρομοκρατίας έναντι του Φωτεινού Μονοπατιού, με τα διαβόητα τάγματα θανάτου του να ανταγωνίζονται επάξια σε αγριότητα τους αντάρτες του Γκουσμάν.

Αντάρτες, οι οποίοι απέτυχαν να αποκτήσουν ισχυρά ερείσματα στις πόλεις, λόγω και της στάσης των συνδικάτων και των οργανώσεων της παραδοσιακής περουβιανής Αριστεράς, που είχαν ξεκινήσει έναν πολιτικό “διμέτωπο”, τόσο κατά του Φωτεινού Μονοπατιού, όσο και κατά του Φουτζιμόρι, η θητεία του οποίου σημαδεύτηκε από τις καταστροφικές οικονομικές συνταγές του ΔΝΤ και αναρίθμητα σκάνδαλα, ακόμα και την εμπλοκή του προεδρικού περιβάλλοντος με μεγαλεμπόρους ναρκωτικών, σκάνδαλα που τον υποχρέωσαν σε παραίτηση το 2000.

Ήττα του Γκουσμάν

Όμως, πριν υποχρεωθεί να παραιτηθεί ο Φουτζιμόρι κυριολεκτικά σαν κοινός κλέφτης, είχε επιτύχει να νικήσει το Φωτεινό Μονοπάτι, εξαρθρώνοντας πολλά δίκτυα υποστηρικτών του και συλλαμβάνοντας στο τέλος τον ίδιο τον Γκουσμάν και την υπαρχηγό του. Ήταν η αρχή του τέλους για το Φωτεινό Μονοπάτι, που χωρίς την ηγεσία του Γκουσμάν άρχιζε να παρακμάζει.

Είχε όμως προηγηθεί η πολιτική ήττα του Γκουσμάν, καθώς ο εξτρεμισμός της οργάνωσης του, αλλά και οι διασυνδέσεις της με εμπόρους ναρκωτικών των Άνδεων, είχαν προ πολλού κηλιδώσει την φήμη της. Το Φωτεινό Μονοπάτι δεν μετατράπηκε στον κολοφώνα της επαναστατικής πρωτοπορίας, αλλά παρέμεινε πλήρως απομονωμένο στην πολιτική πραγματικότητα της Λατινικής Αμερικής, ακόμα και στις τάξεις της Αριστεράς.

Οι πυρήνες της οργάνωσης που εξακολουθούν να δρουν στις Άνδεις, μοιάζουν με “φαντάσματα” ενός σκοτεινού παρελθόντος. Σε αντίθεση με τον αρχηγό των ανταρτών “Τουπαμάρος” της Ουρουγουάης που εκλέχτηκε στην προεδρία της χώρας και παραμένει αγαπητός στον λαό του, ο άνθρωπος που φιλοδοξούσε να αποτελέσει την “τέταρτη ρομφαία της παγκόσμιας επανάστασης” πέθανε τελικώς στις φυλακές του Περού, σε ηλικία 86 ετών, απολύτως ξεχασμένος.

 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *