Γαλλία: Το προβάδισμα Μακρόν και οι “δεξαμενές” του β’ γύρου

Του ΣΤΑΥΡΟΥ ΛΥΓΕΡΟΥ

Ο τρόπος που έχουν διαμορφωθεί οι εκλογικές δυνάμεις στο πλαίσιο των προεδρικών εκλογών δικαιώνει τη φήμη της Γαλλίας σαν το πολιτικό εργαστήριο της Ευρώπης. Για μία ακόμα φορά οι μονομάχοι του δεύτερου γύρου θα είναι οι Μακρόν και Λεπέν. Παρά το καθαρό προβάδισμα Μακρόν, το 2022 δεν είναι 2017. Κι αυτό, επειδή στην εκλογική εξίσωση του δεύτερου γύρου είναι αφενός η δεξαμενή των ψηφοφόρων του ακροδεξιού Ζεμούρ, αφετέρου η εχθρότητα πολλών ψηφοφόρων του Μελανσόν.

Μπορεί ο αριστερός υποψήφιος να δήλωσε «καμία ψήφος στη Λεπέν», αλλά δεν είναι καθόλου δεδομένο ότι σκέφτονται με τον ίδιο τρόπο όλοι οι ψηφοφόροι του. Σύμφωνα με ορισμένες εκτιμήσεις φαίνεται οι ψηφοφόροι του θα τριχοτομηθούν μεταξύ Μακρόν, Λεπέν και αποχής. Ο Μακρόν του 2022 δεν είναι ο Μακρόν του 2017. Έχει κυβερνήσει και μάλιστα κατά τρόπο που έχει προκαλέσει ισχυρές αντιπαλότητες.

Ας δούμε, όμως, τα αποτελέσματα των προεδρικών του 2017. Τότε στον πρώτο γύρο ο Μακρόν είχε λάβει 24% και η Λεπέν 21,3%. Στο δεύτερο κέρδισε με 66% έναντι 34% της Λεπέν. Ποια είναι η διαφορά του 2022 από το 2017. Το 2017 ο Μακρόν μπορούσε να ποντάρει ότι θα πάρει στον δεύτερο γύρο τη συντριπτική πλειονότητα των ψήφων του γκωλικού Φιγιόν (20%), τη μερίδα του λέοντος των ψήφων του Μελανσόν (19,6%) και τη συντριπτική πλειονότητα των ψήφων του σοσιαλιστή υποψηφίου (6,3%).

Με άλλα λόγια είχε συντριπτικά υπέρτερες “δεξαμενές”-εκλογικές εφεδρείες σε σύγκριση με τη Λεπέν, η οποία, παρόλα αυτά, αύξησε το ποσοστό της κατά 12,5 μονάδες. Το 2022, όπως προανέφερα, οι “δεξαμενές”-εκλογικές εφεδρείες είναι αλλιώς κυρίως λόγω του Ζεμούρ, του διαφορετικού κλίματος που επικρατεί στους ψηφοφόρους του Μελανσόν και του μικρού ποσοστού της γκωλικής Πεκρές.

“Το μικρότερο κακό”

Το 2018 ήταν η κοινωνική αναταραχή λόγω της αύξησης του φόρου στη βενζίνη, με τα Κίτρινα Γιλέκα να καθορίζουν το πολιτικό κλίμα για μεγάλο διάστημα. Αυτό το κίνημα δεν ήταν οι φθαρμένοι συνδικαλιστές. Ήταν σχεδόν μία εξέγερση μικρομεσαίων, η οποία δύσκολα κατατάσσεται στον παραδοσιακό άξονα Αριστερά-Δεξιά. Ριζοσπαστικοποίησε τμήματα του πληθυσμού που μέχρι τότε είχαν μικτό ιδεολογικοπολιτικό προσανατολισμό, αλλά από τότε έχουν σαφώς αντισυστημικό πρόσημο, γεγονός που ενδέχεται να ωθήσει κάποιους από αυτούς να ψηφίσουν Λεπέν στον δεύτερο γύρο.

Η λογική “ψηφίζω το μικρότερο κακό”, άλλωστε, έχει πολυχρησιμοποιηθεί στη Γαλλία. Γι’ αυτό και στις προηγούμενες προεδρικές εκλογές, όποιος πήγαινε στον δεύτερο γύρο με τη Λεπέν είχε εξασφαλισμένη την εκλογή του. Το επιχείρημα συνεχίζει να έχει απήχηση, αλλά σαφώς πολύ μικρότερη. Πολλοί αριστερόστροφοι Γάλλοι έχουν βαρεθεί να υποκύπτουν σ’ αυτό που θεωρούν “εκλογικό εκβιασμό” και αρκετοί από αυτούς είναι διατεθειμένοι να διαβούν το κατώφλι, ορισμένοι μόνο και μόνο για να “ανακατέψουν την πολιτική τράπουλα”.

Εάν το ρεύμα αυτό θα είναι τόσο ισχυρό, ώστε με τη βοήθεια και των ψηφοφόρων του Ζεμούρ να υπερκαλύψει το προβάδισμα του Μακρόν και τις εισροές από ψηφοφόρους άλλων υποψηφίων και να δώσει τη νίκη στη Λεπέν είναι κάτι που θα το δούμε όταν θα ανοίξουν οι κάλπες του δεύτερου γύρου. Η γαλλική κοινωνία του 2022, πάντως, δεν είναι η κοινωνία του 2017, χωρίς αυτό να προεξοφλεί τίποτα.

Πολιτικό εργαστήριο της Ευρώπης

Ο χαρακτηρισμός της Γαλλίας ως “πολιτικό εργαστήριο της Ευρώπης”, πάντως, δικαιώνεται και από την Ιστορία: από τη Γαλλική Επανάσταση, το Ναπολέοντα, τις επαναστάσεις του 19ου αιώνα με κορυφαία την Κομμούνα και βεβαίως με το εξεγερσιακό κύμα του 1968 που άσκησε καταλυτική όχι μόνο πολιτική, αλλά και πολιτισμική επιρροή σε ολόκληρη την Δύση κι όχι μόνο.

Τις τελευταίες δεκαετίες οι Γάλλοι κατεβαίνουν στους δρόμους για να αντισταθούν σε πολιτικές που αποδομούν το επίπεδο ευημερίας τους, αυτές που θεωρούν κοινωνικές κατακτήσεις και σταθερές του βίου τους. Το επιχείρημα περί δημοσιονομικής πειθαρχίας δεν τους πείθει, όταν η κυβέρνηση Μακρόν, όπως και όλες οι προηγούμενες, δεν επιδεικνύουν την ίδια αυστηρότητα όταν πρόκειται για την ολιγαρχία του χρήματος. Η απληστία αυτής της ολιγαρχίας σε διεθνές επίπεδο είναι που προκάλεσε και την παγκόσμια κρίση του 2008, από την οποία ακόμα προσπαθούν να εξέλθουν οι οικονομίες.

Οι νεοφιλελεύθερες μεταρρυθμίσεις που εφάρμοσε ο Μακρόν δεν είναι βεβαίως γαλλική ιδιαιτερότητα. Σ’ όλο το μήκος και το πλάτος της ΕΕ, αλλού περισσότερο αλλού λιγότερο, αλλού με τον ένα κι αλλού με τον άλλον τρόπο, οι κυβερνήσεις κινούνται στην ίδια κατεύθυνση. Η επιβολή προγραμμάτων λιτότητας στο όνομα της δημοσιονομικής πειθαρχίας είναι πανευρωπαϊκό –κι όχι μόνο– πρόβλημα.

Τα προγράμματα λιτότητας δεν είναι μία συγκυριακή πολιτική, προκειμένου να αντιμετωπιστούν οι επιπτώσεις της κρίσης. Λόγω της ανάδυσης των νέων βιομηχανικών χωρών (Κίνα, Ινδία κ.α.) αλλά και λόγω της εφαρμοζόμενης νεοφιλελεύθερης πολιτικής, ως σύνολο η Ευρώπη χάνει έδαφος στον διεθνή καταμερισμό εργασίας. Αυτό πρακτικά σημαίνει ότι η “πίτα” που αναλογεί στην ΕΕ συγκριτικά μικραίνει και ως εκ τούτου εντείνεται ο ανταγωνισμός για την κατανομή του πλούτου τόσο μεταξύ των χωρών-μελών όσο και στο εσωτερικό των χωρών-μελών.

Το “μαύρο πρόβατο”

Ως απάντηση, οι ευρωπαϊκές άρχουσες ελίτ –παρά τις όποιες αντιρρήσεις τους– τελικώς στοιχίζονταν πίσω από τη γερμανική κυβέρνηση και ενέκριναν την πρωσικού τύπου δημοσιονομική πειθαρχία ως κανόνα στην ΕΕ. Αυτό πρακτικά δεν σήμαινε μόνο ότι ο κορσές γινόταν ασφυκτικός σε συνθήκες που απαιτούσαν ευελιξία. Σήμαινε, επίσης, ότι συρρικνώνονταν τα περιθώρια ευσταθών συμβιβασμών του κεφαλαίου με τον κόσμο της εργασίας. Με άλλα λόγια, η κοινωνική ειρήνη στην Ευρώπη ετίθετο σε σκληρή δοκιμασία.

Δεν είναι τυχαίο ότι όταν εκδηλώθηκε η κρίση του ευρώ με πρώτο αδύναμο κρίκο την Ελλάδα, οι άρχουσες ελίτ σ’ όλη την ΕΕ έδειχναν στους πολίτες τους την χώρα μας. Παρουσίαζαν την Ελλάδα σαν το “μαύρο πρόβατο” σ’ ένα “άσπρο κοπάδι”. Στην πραγματικότητα, όμως, το ευρωιερατείο την τιμώρησε αυστηρά για να παραδειγματιστούν οι υπόλοιποι, κυρίως οι πιο αδύνατοι κρίκοι, οι χώρες-μέλη της ευρωπαϊκής περιφέρειας.

Στις χώρες του ευρωπαϊκού Νότου τα δημόσια οικονομικά ήταν προβληματικά και η κοινωνικοπολιτική ισορροπία ασταθής. Η εφαρμογή προγραμμάτων λιτότητας, όμως, δεν είχε προκαλέσει ανάλογης έκτασης κοινωνικές κινητοποιήσεις, όπως στη Γαλλία. Αυτό οφείλεται κυρίως στον φόβο που προκαλούσε η απειλή ότι χωρίς δραστικές περικοπές θα προέκυπτε κρίση δανεισμού και στο βάθος Μνημόνια. Με άλλα λόγια, η Ελλάδα ήταν στα χέρια του ευρωιερατείου το παράδειγμα προς αποφυγή που έδειχνε στους άλλους ευρωπαϊκούς λαούς.

Οι Γάλλοι μικρομεσαίοι, όμως, ένοιωθαν αρκετή αυτοπεποίθηση, με αποτέλεσμα το ευρωιερατείο και οι γαλλικές άρχουσες ελίτ να μην μπορούν να τους χειραγωγήσουν μέσω της καλλιέργειας του φόβου. Η γαλλική οικονομία, άλλωστε, είναι η δεύτερη στην ΕΕ και από τις ισχυρότερες παγκοσμίως, παρά τη φιλολογία ότι βρίσκεται σε παρακμή. Με άλλα λόγια, οι Γάλλοι δεν έχουν ηττηθεί, όπως συνέβη με τους Έλληνες και όσους υπέστησαν Μνημόνια. Αυτό πρακτικά σημαίνει ότι δεν αποκλείεται να μην συμπεριφερθούν “γραμμικά”.

Οι Γάλλοι δεν έχουν ηττηθεί

Όπως όλοι θυμόμαστε, οι Έλληνες προσπάθησαν την περίοδο 2010-11 να αντισταθούν στα Μνημόνια. Εξ ου και το κίνημα των Αγανακτισμένων, το οποίο θυμίζει αρκετά το κίνημα των “Κίτρινων Γιλέκων”. Έφθασαν, μάλιστα, στο σημείο να ανατρέψουν το παραδοσιακό πολιτικό σύστημα, κατακρημνίζοντας το ΠΑΣΟΚ κι αναδεικνύοντας τον ΣΥΡΙΖΑ πρώτο κόμμα, στέλνοντάς τον να κυβερνήσει. Η συνέχεια είναι γνωστή. Στο δημοψήφισμα του 2015 η μεγάλη πλειοψηφία των Ελλήνων απεφάνθη, αλλά το αποτέλεσμα ήταν το 3ο Μνημόνιο.

Με άλλα λόγια, οι Έλληνες προσπάθησαν και με διαδηλώσεις και με την ψήφο να αντισταθούν, αλλά τελικώς ηττήθηκαν και παλινδρόμησαν στη λογική του κατακερματισμού και του αγώνα της επιβίωσης σε οικογενειακό επίπεδο. Όπως προανέφερα, αυτό δεν έχει συμβεί με τους Γάλλους, οι οποίοι αντιστάθηκαν σε νεοφιλελεύθερα μέτρα της κυβέρνησης Μακρόν με περισσότερη ή λιγότερη επιτυχία.

Τώρα, λοιπόν, που ήλθε η ώρα της κάλπης και υπό τη σκιά της ρωσικής εισβολής στην Ουκρανία, αλλά και της ενεργειακής κρίσης και του πληθωρισμού, οι Γάλλοι απειλούν να προκαλέσουν ένα ακόμα σοκ στην Ευρώπη, καθιστώντας την αναμέτρηση Μακρόν-Λεπέν ντέρμπι, τουλάχιστον με την έννοια ότι δεν υπάρχει ασφαλής πρόβλεψη για τον δεύτερο γύρο, όπως το 2017.

 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.