Γιατί η Ελλάδα και η Κύπρος οφείλουν να είναι ακόμα πιο επιφυλακτικές έναντι του σουλτάνου

FILE PHOTO. Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας Νίκος Αναστασιάδης με τον Πρωθυπουργό της Ελλάδας Αλέξη Τσίπρα. ΑΠΕ-ΜΠΕ, ΓΡΑΦΕΙΟ ΤΥΠΟΥ ΠΡΩΘΥΠΟΥΡΓΟΥ, Andrea Bonetti

Του Σάββα Ιακωβίδη

Φοβού τους Δαναούς και δώρα φέροντας. Η Ελλάδα και η Κύπρος καλούνται να είναι εξαιρετικά επιφυλακτικές έναντι των ξαφνικών δήθεν φιλειρηνικών ανοιγμάτων του Τούρκου δικτάτορα, Ερντογάν.

Σε πρόσφατη τηλεοπτική συνέντευξη, η οποία μεταδόθηκε απευθείας ταυτόχρονα από τουρκικά τηλεοπτικά δίκτυα, ενόψει των πρόωρων εκλογών, ο σουλτάνος απάντησε και σε ερώτηση για τα ελληνοτουρκικά. «Εμείς δεν επιθυμούμε», είπε, «να ανέβει το θερμόμετρο στο Αιγαίο. Εμείς δεν προσπαθούμε να κάνουμε κάτι τέτοιο. Βλέπουμε την Ελλάδα ως γείτονά μας. Ακόμα και αν υπάρχουν ορισμένα προβλήματα, θέλουμε να τα ξεπεράσουμε. 

»Να καθίσουμε στο τραπέζι και να τα αφήσουμε πίσω. Πρόκειται για τη θάλασσα και τον αέρα (…). Αεροπλάνα και πλοία να περνάνε ελεύθερα (…). Γιατί να επισκιάζουμε και να κηλιδώνουμε την ειρήνη; Χρειαζόμαστε ειρήνη στον κόσμο. Πόσο μάλλον που η ειρήνη μας με την Ελλάδα δεν μοιάζει με καμία άλλη». Η Τουρκία, σύμφωνα με τον Ερντογάν, δεν επιθυμεί να αποτελεί απειλή για την Ελλάδα: «Αν εκείνοι θεωρούν την Τουρκία απειλή, εγώ δεν μπορώ να πω τίποτε. Αλλά εμείς δεν έχουμε την λόξα να απειλούμε κανέναν».

Η πλειοψηφία του πλανήτη θεωρεί τον Ερντογάν ως έναν αδίστακτο δικτάτορα και αυταρχικό πολιτικό ενώ οι μισοί, τουλάχιστον, Τούρκοι τον λατρεύουν ίσως περισσότερο από τον ιδρυτή του τουρκικού κράτους, τον Ατατούρκ. Όλοι όμως συμφωνούν ότι ο σουλτάνος είναι ένας πανούργος και πανέξυπνος πολιτικός.

Οι πιο πάνω… φιλειρηνικές δηλώσεις του για τις σχέσεις της Τουρκίας με την Ελλάδα, την οποία μέχρι προχθές ο ίδιος, υπουργοί και σύμβουλοί του απειλούσαν, προειδοποιούσαν και χλεύαζαν, υποβάλλοντάς της να ξέρει τη θέση της, συνιστούν κλασικό παράδειγμα ωμής πολιτικής εξαπάτησης. Ο Μακιαβέλι είπε: «Ο καθένας βλέπει αυτό που φαίνεσαι. Λίγοι καταλαβαίνουν αυτό που είσαι».

Κι ακόμα: «Ποτέ μην προσπαθείς να κερδίσεις με τη βία αυτό που μπορεί να αποκτηθεί με πονηριά». Από την άλλη, ο Κινέζος στρατηγός Σουν Τζου, θεωρητικός της στρατηγικής, διασάλπισε πριν από 2.500 χρόνια: «Όλος ο πόλεμος βασίζεται στην παραπλάνηση». Και υπογράμμιζε: «Στρατηγική με τακτικούς ελιγμούς είναι ο πιο σίγουρος δρόμος για τη νίκη. Τακτικοί ελιγμοί χωρίς στρατηγική, είναι ο θόρυβος πριν από την ήττα».

Ο Τούρκος Πρόεδρος είναι στρατηγιστής και τακτικιστής. Τι επιχειρεί; Να παραπλανήσει την Ελλάδα – και την Κύπρο – ότι, τάχα, απέβαλε τις φιλοπόλεμες θέσεις και επιδιώξεις του και τώρα επιθυμεί διακαώς ειρηνικές σχέσεις με την γείτονα Ελλάδα επειδή, λέγει, η ειρήνη με την Ελλάδα «δεν μοιάζει με καμιά άλλη». Την ίδια στιγμή, όμως, ξεκαθαρίζει ότι η Άγκυρα απαιτεί όπως πλοία και αεροπλάνα διασχίζουν ελεύθερα ή υπερίπτανται του Αιγαίου καθώς και ανταλλαγή των οκτώ Τούρκων πραξικοπηματιών με τους δύο Έλληνες όμηρους στρατιωτικούς.

Κάποιος αφελής και εύπιστος, θα διερωτηθεί: «Γιατί ο Ερντογάν και ο περίγυρός του, ο οποίος κατευθύνεται από τον ίδιο, ξέχασαν τις απειλές και τις διεκδικήσεις σε βάρος της Ελλάδος; Το τουρκικό γεράκι και ο τουρκικός γκρίζος λύκος πώς αίφνης μεταλλάχτηκαν σε… αθώα περιστερά και άσπρο πρόβατο»;

Τίποτε από τα πιο πάνω δεν συμβαίνει. Πρόκειται για ένα παμπόνηρο παιγνίδι εντυπώσεων για να κατασιγάσουν φόβους της ελληνικής πλευράς ώστε γνωστά πολιτικά και δημοσιογραφικά γιουσουφάκια, στην Ελλάδα και στην Κύπρο, να επιδοθούν σε κατευνασμό των ανησυχιών των Ελλήνων έναντι του Τούρκου άρπαγα. Ο Τούρκος σέβεται και υποκύπτει μόνο στην ισχύ. Ασεβεί και επιτίθεται εναντίον του αδύναμου και τον κατακτά αφού τον συνθλίψει.

Το επιβεβαιώνουν η περίπτωση της Κύπρου και του Αφρίν, για να μη αναφερθούμε στο παρελθόν. Ο Ερντογάν γνωρίζει ότι έχει ισχύ έναντι μιας αδύναμης και γονατισμένης οικονομικά και στρατιωτικά Ελλάδος . Όσον αφορά την Κυπριακή Δημοκρατία, ούτε καν την υπολογίζει αφού την θεωρεί ως «εκλιπούσα».

Γιατί, λοιπόν, αυτές οι δήθεν ξαφνικές «αγάπες» προς την Ελλάδα; Διότι πιστεύει ότι έτσι μπορεί να εξαπατήσει, πρώτον, όσους αφελείς Έλληνες θεωρήσουν ότι ο Ερντογάν δεν έχει πια επεκτατικές και κατακτητικές βλέψεις στο Αιγαίο, στη Δυτ. Θράκη και στην Αν. Μεσόγειο. Δεύτερον, στέλνει μήνυμα προς την Ευρώπη, τις ΗΠΑ και το ΝΑΤΟ ότι δεν είναι κακός, δύστροπος, αυταρχικός και αναξιόπιστος σύμμαχος, όπως ορθά τον κατηγορούν. Τρίτον, ο Ερντογάν κατανοεί ότι άνοιξε πολλά μέτωπα γι’ αυτό και επιδιώκει να κλείσει το πιο εύκολο, αυτό με την Ελλάδα και την Κύπρο, επειδή δεν μπορούν να του αντισταθούν. Απέκλινε από τις επεκτατικές βλέψεις του; Όχι! Έδωσε δείγματα διαφορετικής γραφής από την ασίγαστη τουρκική επιθετικότητα των τελευταίων ετών; Κανένα απολύτως!

Ο Τούρκος Πρόεδρος πώς εννοεί την ειρήνη στις σχέσεις με την Ελλάδα; Εννοεί ειρήνη με τουρκικές προδιαγραφές! Ποιος ανεβάζει το θερμόμετρο στο Αιγαίο εδώ και 45 χρόνια; Η Τουρκία. Γιατί δεν ξεπερνιούνται τα προβλήματα, στα οποία αναφέρεται; Διότι η Τουρκία διεκδικεί το μισό Αιγαίο, δεκάδες βραχονησίδες, θεωρεί τα Ίμια και το Καστελλόριζο τουρκικά και απαιτεί να ζητείται η άδειά της για έρευνες για φυσικό αέριο στην Αν. Μεσόγειο και στην κυπριακή-ευρωπαϊκή ΑΟΖ. Για όλα αυτά και για τις αδιάλειπτες παραβιάσεις του ελληνικού θαλάσσιου και εναέριου χώρου καθώς και εκείνου της Κύπρου, ο δήθεν φιλειρηνιστής Ερντογάν δεν έδωσε και δεν πρόκειται να δώσει κανένα απτό δείγμα αλλαγής πολιτικής ούτε στα ελληνοτουρκικά και στην Κύπρο ούτε, φυσικά, έναντι των συμμάχων του, ΗΠΑ, ΝΑΤΟ και ΕΕ.

Ο Τούρκος Πρόεδρος αντίθετα αναμένεται να κλιμακώσει την πολεμοχαρή και άλλη ρητορική του εξαιτίας ακριβώς των πρόωρων εκλογών, τις οποίες προκήρυξε για τις 24 Ιουνίου, μετά από προφανή αξίωση του εθνικιστή συμμάχου του, Μπαχτσελί. Ο σουλτάνος καταφεύγει σε εκλογές 17 μήνες πριν από την προγραμματισθείσα ημερομηνία διεξαγωγής τους, για τους εξής, κυρίως, λόγους:

Πρώτον, έχει καλλιεργήσει στις τουρκικές μάζες έναν πρωτοφανή εθνικιστικό παροξυσμό, ιδιαίτερα μετά την τουρκική εισβολή και κατοχή του Κουρδικού Αφρίν στην Συρία σε βαθμό που, ακόμα και η αντιπολίτευση να τον συναγωνίζεται σε εθνικιστικές κορόνες.

Δεύτερον, η τουρκική οικονομία εμφανίζει σοβαρά σημάδια αβεβαιότητας παρά τις απεγνωσμένες προσπάθειες της κυβέρνησης Ερντογάν να την στηρίξει με πέραν των 300 δισεκ. δολαρίων για δημιουργία νέων θέσεων εργασίας, νέα έργα ανάπτυξης, κτλ. Η τουρκική λίρα πήρε την κατιούσα εξαιτίας της εμμονής του σουλτάνου για αλματώδη ανάπτυξη η οποία προκάλεσε υψηλό πληθωρισμό, υψηλά επιτόκια, υψηλές δημόσιες δαπάνες, υψηλή ανεργία και υψηλό έλλειμμα.

Τρίτον, η τουρκική αντιπολίτευση είναι διασπασμένη και δεν είναι σε θέση, δύο μήνες πριν από τις πρόωρες εκλογές να προτάξει έναν κοινό υποψήφιο, ικανό να αντιπαραταχθεί προς τον αδίστακτο Ερντογάν. Το ακροδεξιό «Καλό κόμμα» της Μεράλ Ακσενέρ, της Τουρκάλλας… Macron, δεν κατάφερε να γαλβανίσει τις μάζες και ειδικά τους σφαγιαζόμενους Κούρδους ώστε να αποτελέσει ένα σοβαρό αντίβαρο στον σουλτάνο.

Τέταρτον, ο νέος εκλογικός Νόμος, δείγμα παρανομίας και παραβίασης θεμελιωδών δικαιωμάτων και κανόνων δημοκρατικής συμπεριφοράς, είναι κομμένος και ραμμένος στα μέτρα και στις απολυταρχικές αξιώσεις του Ερντογάν.

Πέμπτον, ο Ερντογάν επιδιώκει να καταστεί ο απόλυτος άρχων και δικτάτορας της Τουρκίας ώστε με όλη την ισχύ του αξιώματός του να υλοποιήσει τα φαραωνικά σχέδιά του, τα οποία στοχεύουν στην ανάδειξη της Τουρκίας, μέχρι το 2023, την 100ετηρίδα της Τουρκικής Δημοκρατίας, σε περιφερειακή και παγκόσμια πολιτική, οικονομική και στρατιωτική δύναμη.

Πού κολλούν, λοιπόν, οι πιο πάνω δήθεν φιλειρηνικές δηλώσεις και διπλωματικό άνοιγμα προς την Ελλάδα; Πουθενά! Πρόκειται για στάχτη στα μάτια όσων θέλουν να τα κλείνουν μπροστά στις αδίστακτες επεκτατικές και κατακτητικές επιδιώξεις της Τουρκίας. Ο Ερντογάν κατ’ επανάληψη αναφέρεται στο «Misak-ı Milli», «Εθνικός Όρκος», ένα σύνολο αποφάσεων του Τουρκικού Κοινοβουλίου (28/1/1920), ο οποίος καθορίζει τα σύνορα του μελλοντικού τουρκικού κράτους (η Τουρκική Δημοκρατία εγκαθιδρύθηκε το 1923). Η εφημερίδα «Χουριέτ» αναφέρεται στον πιο πάνω όρκο και υποστηρίζει: «Μερικοί ιστορικοί λένε ότι με βάση τον Εθνικό Όρκο τα τουρκικά σύνορα περιλαμβάνουν – πέραν των σημερινών συνόρων – την Κύπρο, το Χαλέπι (στη Συρία), το Ερμπίλ, το Κιρκούκ (στο Ιράκ), το Μπατούμι (στη Γεωργία), τη Θεσ/νίκη (στην Ελλάδα) το Κάρντζαλι και τη Βάρνα (στη Βουλγαρία) και τα νησιά του Αιγαίου».

Μόλις στις 18 τρέχοντος ο Τούρκος Υπουργός Εξωτερικών δήλωσε προκλητικά ότι τα Ίμια είναι τουρκικά ενώ ο σουλτάνος κατ΄ επανάληψη αμφισβήτησε τη Συνθήκη της Λωζάνης, η οποία επισημοποίησε τα σύνορα Ελλάδας-Τουρκίας. Η πολεμική ρητορική της Τουρκίας κατά της Ελλάδας και της Κυπριακής Δημοκρατίας δεν θα μειωθεί, αντίθετα θα εντείνεται όσο θα πλησιάζουν οι εκλογές. Γι’ αυτό, Αθήνα και Λευκωσία να είναι ακόμα πιο επιφυλακτικές έναντι του απρόβλεπτου και αδίστακτου σουλτάνου, ο οποίος θα αποθηριωθεί μετά την περιβολή του με απόλυτες εξουσίες, και ας προετοιμάζονται για τα χείριστα. Οι επόμενοι 5-6 μήνες θα είναι κρισιμότατοι. Ίσως και θερμοί.

*δημοσιογράφος

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *