Γιατί η κοινωνία δεν αντιδρά – Το σύνδρομο του νεοραγιαδισμού

Το Πανεπιστήμιο Αθηνών. Φωτογραφία kathimerini.gr

Του ΣΤΑΘΗ ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΥ

Μια φορά τον χρόνο, ο πρόεδρος των ΗΠΑ απευθύνεται στο Κογκρέσο και τον Λαό, παρουσιάζοντας την “Κατάσταση του Έθνους”, δηλαδή ένα είδος απολογισμού και προγραμματισμού, εν σχέσει με τη συγκυρία και την ανάλογη εθνική στρατηγική για το μέλλον, εγγύτερο και απώτερο. Βεβαίως, πλην ελαχίστων εξαιρέσεων, η τελετή αυτή (περισσότερο παρά πολιτική) σπανίως περιέχει τις κρίσιμες πλευρές της αλήθειας.

Η διαχείριση της Δημοκρατίας αφήνεται στις άρχουσες τάξεις, ωθώντας έτσι τον λαό σε όλο και μεγαλύτερη αποξένωση από την πολιτική και το πολίτευμα. Σ’ αυτό το φαινόμενο πάτησε ο Τραμπ για να εξαπολύσει την τάχα αντισυστημική πολιτική του. Ας υποθέσουμε όμως ότι –για την οικονομία της πραγματικότητας– θα μπορούσαμε να κάνουμε κι εμείς το ίδιο, με την αλήθεια όμως να πρυτανεύει κι όχι τα συνήθη ενοχικά φληναφήματα που μετερχόμαστε στον δημόσιο διάλογο και την πολιτική διαπάλη.

Σε αυτήν τη περίπτωση θα διαπιστώναμε ότι η Ελλάδα πάσχει στα πολιτικά και κοινωνικά πράγματα (κινητήρια άλλωστε αιτήματα για την Επανάσταση του Γένους το 1821, που έμειναν ωστόσο ανολοκλήρωτα έως σήμερα). Κι αυτή είναι μια από τις βασικές αιτίες της κακοδαιμονίας μας, αλλά αυτό είναι μια άλλη ιστορία. Θα διαπιστώναμε λοιπόν όσα όλοι γνωρίζουμε ότι δυσπραγούν: από το δημογραφικό ως την ξένη εξάρτηση, από τη ρημαγμένη οικονομία και την κοινωνική αποσάθρωση ως το διαβρωμένο πολιτικό σύστημα και την καταβαράθρωση των θεσμών. Καθώς και πολλά άλλα, όπως οι εθνικοί κίνδυνοι, η διαρκής και εις βάθος απαιδευσία, που όμως η απαρίθμησή τους θα ήταν μακρά.

Ο νεοραγιαδισμός

Συνελόντι ειπείν το Κράτος, η Δημοκρατία και η κοινωνία βρίσκονται σε κακή κατάσταση. Σε χειρότερη κατάσταση βρίσκεται ο λαός. Και εν σχέσει με όλα αυτά και εν σχέσει με τον εαυτό του. Ποτέ άλλοτε οι Έλληνες δεν βρίσκονταν σε τέτοια κακή κατάσταση, διότι ακόμα κι όταν τα πράγματα ήταν (πολύ) χειρότερα κατά την πολυκύμαντη διαδρομή του έθνους και του λαού τα τελευταία 200 χρόνια, ο λαός ήλπιζε πάντα στο καλύτερο, αγωνιζόταν και συμμετείχε στην Ιστορία του. Σήμερα καλείται να μην ελπίζει σε τίποτα, να προσχωρήσει σε έναν νέο ραγιαδισμό και να ζει σε μια κατάσταση του “ο σώζων εαυτόν σωθήτω”!

Καμιά έκκληση στον λαό δεν γίνεται από τα κόμματα εξουσίας σε συμμετοχή παρά σε πελατεία. Ταυτοχρόνως, αυτά τα κόμματα παρωθούν τον λαό σε αποξένωση, σε απογοήτευση, τον εξουθενώνουν ώστε πλέον τώρα και επί μακρόν να τον χρησιμοποιούν οι εταιρείες (κυρίως) όπως κάποτε τους κολίγους και φεουδάρχες. Δεν απαρίθμησα τα μέσα που εξυπηρετούν αυτόν τον σκοπό, από τα εξωνημένα ΜΜΕ και τα χειραγωγημένα ΑΕΙ έως την κατάργηση της διάκρισης των εξουσιών, τις ΜΚΟ κι άλλα πολλά, διότι είναι επίσης γνωστά σε όλους μας.

Αλλά αν η κατάσταση του λαού είναι χειρότερη από το κράτος – τις πταίει; (κατά το ερώτημα που τείνει να γίνει υπαρξιακό για το έθνος μας). Φταίει μόνον το κράτος ή φταίει και ο λαός;
Το κράτος έκανε ό,τι μπόρεσε για να πείσει τους Έλληνες ότι είναι τεμπέληδες, λαμόγια, απατεώνες, λιγούρηδες, κομπλεξικοί, άχρηστοι και ανίκανοι. Πείσθηκαν τοις κείνων ρήμασι σε αυτά οι Έλληνες; Κατ’ αρχάς όχι. Μάλιστα αντέδρασαν ιδίως από όταν άρχισε η εποχή των Μνημονίων έντονα, άλλοτε κατανοώντας τα ερχόμενα κι άλλοτε νοσταλγώντας την εποχή της ψευδούς ευμάρειας. Πάντως αντέδρασαν με αποκορύφωση την υπερψήφιση του ΣΥΡΙΖΑ και το δημοψήφισμα του 2015.

Η κοινωνία δεν αντιδρά

Σήμερα, παρ’ ότι η κατάσταση είναι πολύ χειρότερη (από το χρέος έως τον κίνδυνο εθνικής σαλαμοποίησης) ο λαός δεν αντιδρά. “Αντιδρούν” και ωρύονται, μάλιστα για ήσσονα θέματα οι κομματικοί στρατοί, όχι όμως ο λαός. Έτσι λοιπόν προσάπτεται εναντίον του λαού μια επ’ εσχάτοις πολύ διαδεδομένη κατηγορία, κατηγορία του συρμού, ότι δηλαδή ο λαός “αναθέτει τα προβλήματά του” και γι’ αυτό αποτυγχάνει. Δεν είναι έτσι.

Η Ιστορία έχει αποδείξει (ας μείνουμε στην πρόσφατη) πως όταν κινητοποιείται, ή για να κινητοποιηθεί χρειάζεται κομματικές αναφορές. Όπως έγινε με το ΠΑΣΟΚ το 1981 ή τον ΣΥΡΙΖΑ το 2015. Σωστές ή λάθος αυτές οι επιλογές του λαού ήταν συμμετοχικές. Καμιά ανάθεση δεν έκανε τότε ο λαός, αλλά συμμετείχε ο ίδιος σε κινηματικές (κατά την αντίληψή του) προσπάθειες που θα διαμόρφωναν την τύχη του. Απέτυχε; ναι! Αλλά όχι επειδή ανέθεσε. Εξαπατήθηκε, “προδόθηκε” κατά το δη λεγόμενο; ναι – «πάντα ευκολόπιστος και πάντα προδομένος» όπως λέει ο ποιητής.

Περιέλθων, λοιπόν, ο λαός σε τέτοια δεινή θέση δέχεται και το τελειωτικό από πλευράς ιδεολογικής, ηθικής και ψυχολογικής, χτύπημα. Ότι δηλαδή το καλύτερο που μπορεί να κάνει, είναι να αναθέτει. Και το ακόμα χειρότερο είναι ότι ο λαός φέρεται σαν να είναι έτσι. Μετά την εποχή της ψευδούς ευμάρειας, της μνημονιακής υποτέλειας και της μακράς απαιδευσίας, ο λαός μένει πιο αδρανής παρά ποτέ, μάλιστα έτοιμος για το χειρότερο. Συμβαίνει αυτό διότι δεν έχει πλέον κομματικές ή κινηματικές αναφορές ο λαός, ή διότι “η Ιστορία έχει τελειώσει”;

Είναι αυτονόητο ότι η Ιστορία δεν τελειώνει ποτέ. Είναι λοιπόν φανερό ότι ο λαός κινείται εν κενώ (ή αδρανεί εν κενώ) – στο κενό του κράτους, του πολιτικού συστήματος και του πολιτισμικού περιβάλλοντος. Τίποτα πιο επικίνδυνο. Η “χαρά” της καταστροφής. Όταν το “ζητείται ελπίς” έχει λάβει σάρκα και οστά.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *