Γιατί κατέρρευσαν οι συνομιλίες για επαναπροσέγγιση Τουρκίας-Αιγύπτου

Ο Τούρκος Πρόεδρος Ρετζέπ Ερντογάν. Τουρκική ΄Προεδρία

Του ΣΤΑΥΡΟΥ ΛΥΓΕΡΟΥ

Το τουρκικό άνοιγμα προς την Αίγυπτο δεν είχε τις προϋποθέσεις να οδηγήσει σε γεφύρωση του υφιστάμενου χάσματος. Το είχαμε από αυτές εδώ τις στήλες εξαρχής προβλέψει. Ήταν ζήτημα χρόνου, λοιπόν, οι παρασκηνιακές διαπραγματεύσεις των τελευταίων μηνών για επαναπροσέγγιση κάποια στιγμή να καταρρεύσουν. Αυτό και συνέβη, σύμφωνα με δήλωση του Αιγύπτιου υπουργού Σούκρι, ο οποίος, μάλιστα, ως επαγγελματίας παραδοσιακός διπλωμάτης, ήταν μάλλον θετικός σε μία σταδιακή επαναπροσέγγιση Τουρκίας-Αιγύπτου.

Το χάσμα Τουρκίας-Αιγύπτου είναι στρατηγικού χαρακτήρα όσο στην Τουρκία κυριαρχεί ο νεοοθωμανισμός και στην Αίγυπτο το νασερικής παράδοσης κοσμικό καθεστώς που στηρίζεται στον στρατό. Ο Ερντογάν θεώρησε την Μουσουλμανική Αδελφότητα όχημα για την απόκτηση ερεισμάτων στον Αραβικό Κόσμο, που θα του επέτρεπαν να προωθήσει τα νεοοθωμανικά οράματά του. Ποντάρισε, λοιπόν, στον αιρετό πρόεδρο Μόρσι και έχασε την Αίγυπτο, όταν αυτός ανετράπη.

Για το καθεστώς Σίσι, η Μουσουλμανική Αδελφότητα είναι υπαρξιακή απειλή, επειδή έχει –παρά τα κύματα διώξεων– ερείσματα στη “βαθιά Αίγυπτο”. Ως εκ τούτου, πρώτος και καθοριστικός όρος στις διαπραγματεύσεις με την Άγκυρα ήταν αυτή όχι μόνο να σταματήσει την υποστήριξή της προς τη Μουσουλμανική Αδελφότητα, αλλά και να εκδιώξει την ηγεσία της, η οποία έχει βρει καταφύγιο στην Τουρκία.

Προκειμένου να τα βρει με την Αίγυπτο, ο Ερντογάν ήταν διατεθειμένος να περιορίσει διακριτικά την υποστήριξή του προς την Αδελφότητα, αλλά όχι και να την θέσει υπό διωγμό, όπως απαιτεί το Κάιρο. Εάν υπέκυπτε στον όρο του Σίσι, θα ακύρωνε στην πράξη την προσπάθειά του να αναγορευθεί σε άτυπο πολιτικό ηγέτη του πολιτικού Ισλάμ, ή τουλάχιστον σε σημείο αναφοράς για τους απανταχού ισλαμιστές.

Ήδη, λοιπόν, το πρώτο εμπόδιο ήταν εξαρχής απροσπέλαστο. Υπάρχει, ωστόσο, και το δεύτερο. Δεν είμαστε πλέον στη δεκαετία του 1990, όταν το κεμαλικό καθεστώς φρόντιζε να κρατάει τις ισορροπίες και συχνά να διατηρεί σχέσεις συνεργασίας και με τα αραβικά κράτη και με το Ισραήλ. Η επεμβατική πολιτική του Ερντογάν την τελευταία δεκαετία στην ευρύτερη περιοχή έχει αλλάξει το γεωπολιτικό τοπίο.

Η αντισυσπείρωση

Μπορεί η σημερινή Τουρκία να κατέχει περιοχές στη βόρειο Συρία, μπορεί να έχει βάσεις και να επεμβαίνει στο βορειοδυτικό Ιράκ, μπορεί να διέσωσε την παραπαίουσα κυβέρνηση Σάρατζ στη Λιβύη και να έχει εκεί ισχυρή στρατιωτική παρουσία και επιρροή, μπορεί να συνέβαλε αποφασιστικά στη νίκη των Αζέρων στο Ναγκόρνο Καραμπάχ, προσδένοντας το Αζερμπαϊτζάν στο άρμα της, μπορεί να έχει “σπείρει” βάσεις στην ευρύτερη περιφέρεια, αλλά όλα αυτά είναι η μία όψη του νομίσματος.

Η άλλη όψη είναι ότι η νεοοθωμανική στρατηγική, όπως ξεδιπλώθηκε την τελευταία δεκαετία σ’ όλα τα επίπεδα, έχει προκαλέσει ευρύτατη αντισυσπείρωση. Οι τριγωνικές συνεργασίες στην Ανατολική Μεσόγειο (Ελλάδα-Κύπρος-Ισραήλ, Ελλάδα-Κύπρος-Αίγυπτος και Ελλάδα-Κύπρος-Ιορδανία) θα ήταν αδιανόητες 20 χρόνια πριν. Μπορεί να μην είναι τυπικές στρατιωτικές συμμαχίες, αλλά σταδιακά αποκτούν διακριτικά μία τέτοια διάσταση και βεβαίως είναι σαφές το αντιτουρκικό πρόσημό τους.

Η μετάβαση από το μονοπολικό διεθνές σύστημα (μετά το 1989) στο αναδυόμενο πολυπολικό, υποχρέωσε όλα τα κράτη να επανακαθορίσουν και τα συμφέροντα και τη στρατηγική τους. Οι στενοί δεσμοί που αναπτύσσει η Ελλάδα με τα Εμιράτα και τη Σαουδική Αραβία είναι προϊόν κυρίως της νεοοθωμανικής επεμβατικότητας. Σ’ αυτή την αλυσίδα προστίθεται εμμέσως και διακριτικά και η Ινδία, η οποία αντιμετωπίζει την Τουρκία ως δυνάμει αντίπαλο, λόγω των παραδοσιακών στενών σχέσεών της με το Πακιστάν, που επί Ερντογάν έχουν αναβαθμισθεί περαιτέρω.

Όλα τα παραπάνω πρέπει να ενταχθούν στο πλαίσιο του αμερικανοτουρκικού ρήγματος. Προφανώς, η Ουάσινγκτον θα εξαντλήσει όλα τα διαθέσιμα μέσα για να επαναφέρει την Τουρκία στο δυτικό “μαντρί”, αλλά υπάρχει και μία κόκκινη γραμμή, πίσω από την οποία δεν μπορεί να υποχωρήσει, χωρίς να αυτοακυρωθεί ως υπερδύναμη και ηγέτιδα του Δυτικού Κόσμου.

Κλειδί η επαναπροσέγγιση Τουρκίας-Αιγύπτου

Γι’ αυτό και οι Αμερικανοί, ακόμα και επί προεδρίας Τραμπ, όχι μόνο είδαν με καλό μάτι τις τριγωνικές συνεργασίες στην Ανατολική Μεσόγειο, αλλά και τις προώθησαν από την  πλευρά τους για να στείλουν μήνυμα στην Άγκυρα. Έτσι, αφενός η ανασφάλειά του για τη στάση της κυβέρνησης Μπάιντεν, αφετέρου η δικαιολογημένη ανησυχία του για την εν εξελίξει οικονομική κρίση, υποχρέωσαν τον Ερντογάν να ανακρούσει πρύμνα.

  • Πρώτον, με σύμμαχό του τη Γερμανία, προσπαθεί να τα βρει με την ΕΕ για να αμβλύνει τις διπλωματικές πιέσεις και να αποσπάσει τα τεράστια ποσά της “θετικής ατζέντας”.
  • Δεύτερον, προσπάθησε να βρει ένα modus vivendi με τον πρόεδρο Μπάιντεν στην τελευταία συνάντησή τους, εμφανιζόμενος ως υπερασπιστής των συμφερόντων του ΝΑΤΟ στην Ουκρανία, στο Αφγανιστάν, αλλά και στη Λιβύη.
  • Τρίτον, αποφεύγει τις ακραίες προκλήσεις του περσινού καλοκαιριού στο ελληνοτουρκικό μέτωπο, επιχειρώντας να ρυμουλκήσει την Αθήνα σε μία διμερή διαπραγμάτευση επί όλων των μονομερών επεκτατικών διεκδικήσεων της Άγκυρας.
  • Τέταρτον, επιχείρησε –ανεπιτυχώς όπως προκύπτει από τη δήλωση Σούκρι– να γεφυρώσει το χάσμα με την Αίγυπτο, ελπίζοντας πως κατ’ αυτόν τον τρόπο θα άμβλυνε και τις αντιθέσεις με άλλα αραβικά κράτη, ειδικά με τα Εμιράτα και τη Σαουδική Αραβία, με την οποία επίσης διεξάγει παρασκηνιακές συνομιλίες.

 

Η αναδίπλωση του Ερντογάν είχε εξαρχής στόχο να διαλύσει αφενός το αρνητικό για την Τουρκία κλίμα στην Ευρώπη, αλλά κυρίως στις ΗΠΑ, αφετέρου το κλίμα διπλωματικής απομόνωσής της που έχει τα τελευταία χρόνια επικρατήσει στην Ανατολική Μεσόγειο και στην Αραβική Χερσόνησο. Με τον τρόπο αυτό ήλπιζε να ωθήσει την Ελλάδα πίσω στο Αιγαίο, να μείνει μόνη της η Κύπρος και να διαπραγματευθεί με το καθένα κράτος της περιοχής ξεχωριστά.

Το κλειδί σ’ αυτή τη στρατηγική ήταν εξαρχής η Αίγυπτος. Εάν τα έβρισκε με το Κάιρο εκ των πραγμάτων θα δημιουργούσε μία υπέρ του διπλωματική δυναμική. Το τουρκικό άνοιγμα έπεσε στο κενό όχι μόνο λόγω της Μουσουλμανικής Αδελφότητας, αλλά και λόγω της Λιβύης. Είναι προφανές, ότι η Αίγυπτος δεν θέλει τουρκικές στρατιωτικές δυνάμεις στη γειτονικής της χώρα και πολύ περισσότερο δεν θέλει η Λιβύη να ενταχθεί στη σφαίρα επιρροής της Άγκυρας.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *