Γιατί να μην συζητηθεί και στην Ουκρανία ΔΔΟ; Το ουκρανικό, οι διεθνείς ανατροπές και η ατάραχη Λευκωσία

Του ΚΩΣΤΑ ΒΕΝΙΖΕΛΟΥ

Ο πόλεμος στην Ουκρανία συνεχίζεται. Έχουν περάσει έξι και πλέον μήνες από τη ρωσική εισβολή και δεν διαφαίνεται προοπτική τερματισμού. Η Μόσχα δεν έχει ολοκληρώσει τους σχεδιασμούς της στο έδαφος της Ουκρανίας ενώ δεν συζητά όσο διαρκούν οι εναντίον της κυρώσεις. Κυρώσεις, που προφανώς την επηρεάζουν, αλλά κόστος έχει και η Ευρώπη από τη στιγμή κατά την οποία τα ενεργειακά αποτελούν βασικό εργαλείο πίεσης και εκβιασμού από τον Πούτιν. Στο Κίεβο δεν συζητούν οτιδήποτε εκτός από την αποχώρηση των ρωσικών στρατευμάτων από τα εδάφη της χώρας. Στο κάτω-κάτω αυτό είναι το σωστό και το δίκαιο: Να φύγουν οι κατοχικές δυνάμεις από τη χώρα. Το πώς λειτουργεί και συμπεριφέρεται η ουκρανική ηγεσία και προπαντός ο Πρόεδρος Ζελένσκι και οι σχέσεις του με ακροδεξιούς, φασίστες, είναι ένα άλλο θέμα, που δεν είναι της παρούσης. Άλλωστε η καταδίκη της εισβολής δεν συνιστά και υποστήριξη προς τον Ζελένσκι.

Η λεγόμενη διεθνής κοινότητα, η Δύση βασικά, τάχθηκε εξαρχής δίπλα στην Ουκρανία. Χρησιμοποιώντας την Ουκρανία ως Ιφιγένεια, για να εξυπηρετήσουν τα δικά τους συμφέροντα, δεν μπαίνουν σε μια λογική «συμβιβασμού», που θα νομιμοποιεί τα αποτελέσματα της εισβολής, όπως διά της ισχύος επιβάλλει το καθεστώς της Μόσχας. Δεν ακολουθείται, συνεπώς, το κυπριακό μοντέλο, σύμφωνα με το οποίο η Κυπριακή Δημοκρατία, θύμα εισβολής και συνεχιζόμενης κατοχής, πρέπει να αλλάξει. Να μετεξελιχθεί σε ένα μοντέλο διζωνικής δικοινοτικής ομοσπονδίας.

Στο ουκρανικό θέμα νομιμοποίηση διά μιας συμφωνίας των κατοχικών δεδομένων, που επέβαλε η ρωσική εισβολή, δεν τίθεται. Ούτε, επίσης, μια διζωνική ομοσπονδία, όπου μια ζώνη θα ελέγχει το Κίεβο και μία δεύτερη υπό των ρωσόφωνων, που θα ελέγχεται από τη Μόσχα. Ούτε προφανώς και προκρίνεται ένα διεθνές σύστημα εγγυήσεων, στο οποίο θα συμμετάσχει μια ομάδα κρατών, μεταξύ των οποίων και η επιτιθέμενη, εισβάλλουσα χώρα, Ρωσία (την κατοχική Τουρκία θέλει το Κίεβο).

Η Κυπριακή Δημοκρατία, παρά το νέο γεωπολιτικό γίγνεσθαι, τη μεγάλη ανακατανομή ισχύος, παραμένει ατάραχη, απαγγέλλοντας το γνωστό ποίημα της για ΔΔΟ κ.λπ. Δεν διαφοροποιεί πολιτικές, δεν σχεδιάζει με βάση τα νέα δεδομένα. Φοβάται να τολμήσει επειδή θα κατηγορηθεί ότι «δεν θέλει λύση». Φοβάται πως θα βρεθεί απέναντι από τη διεθνή κοινότητα, η οποία προφανώς και… κοιμάται και ξυπνά με το άγχος εάν η Κυπριακή Δημοκρατία αποκηρύξει μια πολιτική, που απέτυχε και εδραιώνει την κατοχή. Όλα αυτά είναι προφάσεις και δικαιολογίες από το μπλοκ των φοβικών, των οπαδών της όποιας λύσης.

Στην Κύπρο από το 1974 και εντεύθεν δεν ακολουθείται μια διεθνής πρακτική, αλλά για μια sui generis κατάσταση, όπου δοκιμάζονται πειραματικά μοντέλα επίλυσης διαφορών και συνταγματικών ρυθμίσεων.

Την ίδια ώρα, η Κυπριακή Δημοκρατία λειτουργεί χωρίς να επηρεάζεται από ό,τι συμβαίνει στον υπόλοιπο κόσμο.

Εγκαταλείφθηκε η πολιτική των κυρώσεων από τον υπουργό Εξωτερικών και προτάχθηκαν τα ΜΟΕ. Δεν διεκδικήθηκαν κυρώσεις κατά της Τουρκίας την ώρα, κατά την οποία στην Ε.Ε. χωρίς δεύτερη σκέψη υιοθετήθηκαν μέτρα κατά της Ρωσίας.

Δεν διαμορφώθηκαν προσεγγίσεις στη βάση των νέων γεωπολιτικών δεδομένων, με αποτέλεσμα όχι μόνο να μην υπάρχει προοπτική επίλυσης, αλλά να εδραιώνονται τα κατοχικά δεδομένα. Η ακολουθούμενη πολιτική έχει χρεοκοπήσει και τούτο φαίνεται εκ του αποτελέσματος. Κάθε φορά, για να υπάρξει προσέγγιση με την κατοχική δύναμη, γίνονται νέες υποχωρήσεις, που ξεπερνούν ακόμη και τις προβλέψεις της Άγκυρας. Μια αλλαγή πολιτικής δεν είναι εύκολο εγχείρημα. Μια αλλαγή πολιτικής προϋποθέτει σχεδιασμό και μεθοδικότητα. Σε μια περίοδο που η Άγκυρα θεωρείται «χρήσιμη», το εγχείρημα είναι, ασφαλώς, πιο δύσκολο. Οφείλουμε να προσπαθήσουμε. Διαφορετικά θα ενισχυθεί η τάση για διχοτόμηση, με ευθύνη των «κολλημένων» στην ξεπερασμένη ΔΔΟ.

 

 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.