Γιατί το δημοψήφισμα του 1974 λειτούργησε ως δικαίωση του λαϊκού αισθήματος και όχι το δημοψήφισμα του 2004;  

File Photo: Εκατοντάδες πολίτες συγκεντρώθηκαν στο Προεδρικό Μέγαρο της Λευκωσίας για να εκφράσουν την στήριξή τους στον τότε Πρόεδρο της Κυπριακής Δημοκρατίας, Τάσσο Παπαδόπουλο, λίγο μετά το διάγγελμά του προς τον Κυπριακό λαό κατά το οποίο κάλεσε τους πολίτες να απορρίψουν το φιλοτουρκικό Σχέδιο Ανάν, ψηφίζοντας `ΟΧΙ` στο δημοψήφισμα της 24ης Απριλίου 2004. Φωτογραφία ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ

Του ΠΑΝΙΚΟΥ ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ

Η χούντα των Αθηνών άφησε πίσω της μια από τις μεγαλύτερες προδοσίες στην Ιστορία του Ελληνισμού. Με τις εγκληματικές ενέργειές της έχει εγκλωβίσει την Ελλάδα και την Κύπρο σε μια διαρκή προσπάθεια για να «μετριαστούν» όσο γίνεται οι απώλειες και το κακό του 1974.

Και δεν είναι μόνο το γεγονός ότι για 47 χρόνια ο Ελληνισμός πληρώνει σε πολλαπλά επίπεδα αυτές τις συνέπειες, αλλά είναι κι όλα όσα χάνονται συνεχώς επειδή οι δυο χώρες βρίσκονται σε μια μόνιμη «μάχη» για να προλαβαίνουν τα χειρότερα. Κι αυτό διαπιστώθηκε ξανά με τα όσα συνέβησαν τις τελευταίες μέρες στο Συμβούλιο Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών.

Τον Ιούλιο του 1974 υπήρξε μια πρωτοφανής προδοσία που επέφερε εθνική ήττα. Το χουντικό πραξικόπημα και η τουρκική εισβολή διαπράχθηκαν με τη συνενοχή των ΗΠΑ και της Βρετανίας, έχοντας εξασφαλισμένη τη σιωπηλή αποδοχή της Σοβιετικής Ένωσης και γενικότερα της διεθνούς κοινότητας.

Κι όταν το Συμβούλιο Ασφαλείας, εκείνες τις μαύρες μέρες του Ιούλη, ενέκρινε ψηφίσματα για την κατάπαυση του πυρός, καμία δύναμη δεν θέλησε να παρέμβει αποφασιστικά προς την Άγκυρα για να σταματήσει την προέλαση των τουρκικών στρατευμάτων, με αποτέλεσμα να κατέχουν έως τώρα το 37% των εδαφών και το 52% περίπου των ακτών της Κυπριακής Δημοκρατίας. Και, σήμερα, παρά τις νέες καταδίκες από το ΣΑ, κανένας δεν ανέκοψε τη νέα άλωση της Αμμοχώστου.

Από τότε, η Κύπρος παραμένει διχοτομημένη, η κατοχή παραμένει κατοχή και ο απελευθερωτικός αγώνας είναι σχεδόν ανύπαρκτος, γιατί έχει μετατραπεί σε μία προσπάθεια επίτευξης λύσης στη βάση ενός «ρεαλιστικού συμβιβασμού».

Οι συμφωνίες που ακολούθησαν στηρίζονταν στη νέα πραγματικότητα συνύπαρξης των δυο κοινοτήτων στο νησί και η αιτία αυτής της καινούργιας κατάστασης πραγμάτων ήταν το διπλό έγκλημα. Όταν λέμε «δεν ξεχνώ» να μη ξεχνάμε ούτε τον Αττίλα, αλλά ούτε και τους άφρονες πραξικοπηματίες και τους συναυτουργούς τους στο νησί που άνοιξαν διάπλατα την κερκόπορτα στον Τούρκο εισβολέα.

Μετά από 47 χρόνια δεν είναι θέμα τιμωρίας, αλλά αυτογνωσίας, για να συνειδητοποιήσουμε το μέγεθος της προδοσίας και συνάμα να αναλογιστούμε που πατάμε, τι θέλουμε και τι πραγματικά επιδιώκουμε. Η πολιτική να είναι ταυτισμένη με τον στόχο και όχι ενδεχομένως με «ύποπτα» οικονομικά συμφέροντα ή κομματικές σκοπιμότητες.

Είναι αυτονόητο να υπάρχουν συγκρουόμενες απόψεις, που, εντάσσονται σε διαφορετικές σχολές σκέψης. Και, τις περισσότερες φορές, καμία σχολή δεν κατέχει την «απόλυτη αλήθεια». Γι’ αυτό, είναι μία συνεχής αποτυχία η έλλειψη συγκροτημένης εθνικής στρατηγικής για την αντιμετώπιση του τουρκικού επεκτατισμού.

Η πάροδος του χρόνου, οι μετεξελισσόμενες ανάγκες και καταστάσεις, καθώς  και τα δεδομένα που αλλάζουν από εσωτερικούς και εξωτερικούς παράγοντες, είναι φυσικό να δημιουργούν και διαφορετικές προσεγγίσεις για τους τρόπους και τις πολιτικές που θα πρέπει να ακολουθούν η Αθήνα και η Λευκωσία ώστε να μπορέσουν, όσο γίνεται, να διαχειριστούν αποτελεσματικότερα την τουρκική επιθετικότητα.

Άλλο πράγμα όμως είναι ο «ρεαλισμός της λογικής» και άλλο ο «ρεαλισμός της υποταγής». Κατάντησε πια προκλητικό το σκηνικό όταν κάθε φορά που η Τουρκία επιχειρεί να επισφραγίσει τα τετελεσμένα της βίας και της παρανομίας, προχωρώντας στην υλοποίηση των επεκτατικών στόχων της σε Κύπρο, Ανατολική Μεσόγειο και Αιγαίο, να εμφανίζονται πολιτικοί παράγοντες που βγάζουν απωθημένα συναισθήματα, προβάλλοντας έμμονες ιδέες και πεισματικές διαθέσεις.

Το σχέδιο Ανάν απορρίφθηκε από την συντριπτική πλειοψηφία των Ελληνοκυπρίων το 2004. Ακόμη και Αμερικανοί και Βρετανοί αξιωματούχοι που είχαν συμβάλει στη συγγραφή του παραδέχθηκαν εκ των υστέρων ότι ήταν άδικα ετεροβαρές υπέρ της τουρκικής πλευράς. Η πιο σημαντική παραδοχή τους όμως ήταν ότι το «νέο κράτος» δεν θα μπορούσε να λειτουργήσει, δεν θα είχε τα εχέγγυα να λειτουργήσει κανονικά και δημοκρατικά, ενώ η Τουρκία θα αποκτούσε τη δυνατότητα να ελέγχει ολόκληρη την Κύπρο.

Η πιο πρόσφατη περίπτωση που μας έδωσε την αφορμή για να αναφερθούμε στα παραπάνω είναι η τοποθέτηση της Άννας Διαμαντοπούλου ότι «αν το σχέδιο Ανάν είχε γίνει αποδεκτό, η Αμμόχωστος θα είχε επιστραφεί εδώ και 17 χρόνια. Μετά το όχι, ποια ήταν η θετική κίνηση ώστε να μην περιμένουμε τον Ερντογάν να εισβάλει με χορούς και πανηγύρια; Πατριωτισμός σημαίνει να πολεμάς για το συμφέρον του λαού βλέποντας το μέλλον», όπως έγραψε στο twitter.

Μα οι Ελληνοκύπριοι απέρριψαν το σχέδιο Ανάν με ποσοστό 76%. Επομένως, το 76% του λαού δεν περίμενε κανένα κόμμα και κανένα ηγέτη να πολεμήσει για το συμφέρον του.

Αυτό το 76% είδε το μέλλον του και αποφάσισε μέσα από τη δημοκρατικότατη διαδικασία του δημοψηφίσματος. Λειτούργησε με το ένστικτο της φυσικής και εθνικής επιβίωσης, στηριζόμενο στην ιστορική εμπειρία και προβλέποντας πολύ σοφά τις επιδιώξεις τού τουρκικού ισλαμοφασιστικού καθεστώτος.

Με βάση το σκεπτικό της τοποθέτησης της κ. Διαμαντοπούλου, αλλά και πολλών άλλων πολιτικών σε Αθήνα και Λευκωσία, θα μπορούσε να ειπωθεί, για παράδειγμα, ότι η Ελλάδα δεν θα έφτανε ποτέ στα απάνθρωπα μνημόνια που την οδήγησαν διεφθαρμένες εξουσίες, αν ο Ελληνικός λαός δεν αποφάσιζε με πλειοψηφία 69% να τερματιστεί οριστικά το καθεστώς της βασιλευόμενης δημοκρατίας.

Αν, λοιπόν, το δημοψήφισμα του 1974 στην Ελλάδα λειτούργησε ως επιβεβαίωση και δικαίωση του λαϊκού αισθήματος και από τότε έγινε σεβαστό από τους πάντες, γιατί το ίδιο δεν ισχύει για το δημοψήφισμα του 2004 στην Κύπρο;

Δηλαδή, για την κ. Διαμαντοπούλου ευθύνεται το 76% των Ελληνοκυπρίων επειδή καταψήφισε το σχέδιο Ανάν και γι’ αυτό η Τουρκία δεν επέστρεψε την Αμμόχωστο στους νόμιμους κατοίκους της;

Αν αυτή η επιμονή για το σχέδιο Ανάν αφορούσε ζητήματα πολιτικής και ιδεολογικής προσέγγισης και περιοριζόταν στο εσωτερικό μέτωπο, θα ήταν πολύ διαφορετική η σημασία της. Δυστυχώς, όμως, προσφέρει και πάλι ανέλπιστα επιχειρήματα στην τουρκική προπαγάνδα και αξιοποιείται δεόντως από την Άγκυρα και το Λονδίνο.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *